Πολλοί ποδοσφαιριστές μπαίνουν με το δεξί στον αγωνιστικό χώρο κάνοντας το σταυρό τους. Άλλοι αγγίζουν το χορτάρι και φέρνουν το χέρι τους στα χείλη. Ορισμένοι όπως ο Γουέιν Ρούνεi συνηθίζουν πριν από το παιχνίδι να τρώνε ένα μπολ δημητριακά με γάλα.
Κατά αντίστοιχο τρόπο, ο Αμαντέο Καρίσο κράτησε απαραβίαστη την εστία του επί 769 λεπτά χάρη στη δύναμη του κασκέτου του, όπως ο ίδιος πίστευε.

Γεννημένος στο Ρουφίνιο, μια πόλη νότια της περιοχής Σάντα Φε, υπήρξε πρωτοπόρος κομίζοντας ένα διαφορετικό στιλ στο νοτιοαμερικανικό ποδόσφαιρο και μετέβαλε ριζικά την έννοια του τερματοφύλακα που επικρατούσε έως τότε. Ήταν ο πρώτος, ο οποίος τόλμησε να βγει από την περιοχή του, να κρατήσει την μπάλα στα πόδια του, να προσπαθήσει να ντριμπλάρει αντίπαλο επιθετικό και να συμβάλλει ενεργά στην επιθετική ανάπτυξη, αποτινάσσοντας το φόβο ενός ενδεχόμενου λάθους. Δεν δίσταζε να ανεβαίνει συχνά στην άμυνα λειτουργώντας ως τελευταίος αμυντικός.

Ήταν ο πρώτος που φόρεσε γάντια, που χρησιμοποίησε τα ελεύθερα λακτίσματα ως όπλο για το ξεκίνημα των αντεπιθέσεων, ο καταλύτης της προόδου στη στρατηγική και την τεχνική των πορτιέρο.

Τον βάφτισαν «Ταρζάν», εξαιτίας των ακροβατικών του αποκρούσεων και της αυτοθυσίας του. Πριν εμφανιστεί στο προσκήνιο, μια τέτοια ενέργεια ισοδυναμούσε με απόδειξη τρέλας. Μάλιστα, αρκετοί μετέπειτα βάδισαν στα χνάρια του, όπως ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ- ο μοναδικός γκολκίπερ που έχει πετύχει χατ-τρικ- και ο Κολομβιανός Ρενέ Ιγκίτα.

Ως έφηβος μετακινήθηκε στο Μπουένος Άιρες και ενεγράφη στην ομάδα της Ρίβερ Πλέιτ. Πραγματοποίησε την παρθενική του εμφάνιση στην πρώτη κατηγορία της Αργεντινής όντας 19 ετών στις 6 Μαΐου 1945, στο παιχνίδι της Ρίβερ Πλέιτ ενάντια στην Ιντεπεντιέντε.
Ήδη η Ρίβερ είχε χτίσει την δικιά της δυναστεία. Στο παλμαρέ της είχε επτά πρωταθλήματα, ενώ απέσπασε τη δεκαετία του 1930 το προσωνύμιο «εκατομμυριούχοι», ένεκα της δυνατότητάς της να δαπανά ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά.

Στην αυγή της επόμενης δεκαετίας έλαβε το παρατσούκλι η «Μηχανή», καθώς δημιούργησε μια από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών. «Άλλοι μπαίνουν, άλλοι βγαίνουν, όλοι ανεβαίνουν, όλοι κατεβαίνουν» εξηγούσε ο Κάρλος Πεουσέγες, από τους γεννήτορες του συλλόγου.

Το μεγαλύτερο όπλο στη φαρέτρα του συνιστούσε η αέναη εναλλαγή θέσεων: οι αμυντικοί έκαναν επίθεση και οι αμυντικοί έπαιζαν άμυνα. «Στο πινακάκι τακτικής και στο χορτάρι το σύστημα μας δεν είναι το παραδοσιακό 3-5-2, αλλά το 1-10», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στη γραμμή κρούσης δέσποζε πλειάδα αστέρων: ο Μουνιός, ο Μορένο, ο Περδενέρα, ο Λαμπρούνο και ο Λούστο, σε συνδυασμό με την «ξανθιά σαΐτα» Αλφρέδο Ντι Στέφανο, σάρωσαν τους τίτλους την περίοδο 1941-1947, όμως στη συνέχεια αρκετοί ποδοσφαιριστές αποχώρησαν.

Ο Καρίσο έγινε μέλος εκείνης της θαυματουργής συνύπαρξης στο λυκόφως της πορείας της, ωστόσο σκαρφάλωσε επτά φορές στο θρόνο της Αργεντινής (1945, 1947, 1952, 1953, 1955, 1956, 1957).

Η πλούσια καριέρα του περιλαμβάνει και πολλές διεθνείς συλλογικές διακρίσεις. Αγαπήθηκε όσο λίγοι. Επί 23 ολόκληρα χρόνια αποτέλεσε τον πιο πιστό στρατιώτη της και ταυτίστηκε στον υπερθετικό βαθμό με το έμβλημα και τα χρώματα της Ρίβερ.

Το όνομά του θα μνημονεύεται πάντα, αφού είναι κάτοχος ενός ακατάρριπτου ρεκόρ. Oι συνολικά 520 εμφανίσεις με τους «εκατομμυριούχους» τον καθιστούν πρώτο σε συμμετοχές στην ιστορία της ομάδας. Επιπρόσθετα, έχει διατηρήσει ανέπαφη την εστία του επί οκτώ συνεχή παιχνίδια.

Για την τελευταία του αξιοθαύμαστη επίδοση ο πρωταγωνιστής υποστήριζε πως υπεύθυνο ήταν το μαγικό κασκέτο που εξελίχθηκε σε αναπόσπαστο αξεσουάρ του. Η τραγιάσκα ξόρκιζε τους δαίμονες του γκολ. Μια μέρα όμως, ο Άνχελ Κλεμέντε Ρόχας, παίκτης της μισητής αντιπάλου Μπόκα Τζούνιορς, του την έκλεψε . Έτσι ο Καρίσο, δίχως το ξόρκι του, δέχτηκε δύο γκολ και η Ρίβερ ηττήθηκε.

Το εντυπωσιακό επίτευγμα καταγράφηκε στις 14 Ιουλίου 1968 και έπρεπε να περάσει μισός αιώνας για να το ξεπεράσει ο Φράνκο Αρμάνι με την φανέλα (ποιας άλλης;) της Ρίβερ τον Ιούλιο του 2018.



Όταν το είδωλο έγινε αποδιοπομπαίο τράγος
Δίχως αμφιβολία πρέπει να ήταν η πιο τραυματική εμπειρία που βίωσε στα δέκα χρόνια με το εθνόσημο στο στήθος. Μπορεί κατά κοινή ομολογία να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ικανότερους γκολκίπερ που γέννησε πότε η χώρα του Μαραντόνα, εντούτοις οι μεγάλες προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί και εν τέλει διαψεύστηκαν οδήγησαν σε ακραίες αντιδράσεις.

Η «αλμπισελέστε» ταξίδευσε για το Μουντιάλ της Σουηδίας το 1958 υπό το βάρος είκοσι εκατομμυρίων ψυχών που αποζητούσαν ψυχική ανάταση απέναντι στην πολιτική ανωμαλία στο εσωτερικό… Οι απώλειες, σε αγωνιστικό τομέα, των Σιβόρι και Ανχελίλιο που είχαν ιταλοποιηθεί αποδείχτηκαν καθοριστικές. Οι εναπομείναντες διεθνείς έδειξαν μεγαλύτερη… περιέργεια να γνωρίσουν τις καλλονές εκ Σκανδιναβίας, οι οποίες πολιορκούσαν αδιάλειπτα το προπονητικό κέντρο και το μέλλον έμοιαζε προδιαγεγραμμένο.

Τα γκρίζα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν από την πρεμιέρα κιόλας, όταν η Αργεντινή ηττήθηκε 3-1 από τη Δυτική Γερμανία. Η νίκη της δεύτερης αγωνιστικής κόντρα στην Βόρεια Ιρλανδία με το ίδιο σκορ αναπτέρωσε τις ελπίδες, όμως ο ντροπιαστικός διασυρμός του τελευταίου αγώνα στη φάση των ομίλων από την Τσεχοσλοβακία με σκορ 6-1 έφερε το ταξίδι της επιστροφής πολύ νωρίτερα του αναμενομένου μαζί με κύμα οργής. Η υποδοχή κάθε άλλο παρά θερμή ήταν. Περιελάμβανε έντονες αποδοκιμασίες και εκσφενδονισμό κερμάτων, αυγών και σάπιων φρούτων.

Από τη μανία του Τύπου και του εξαγριωμένου πλήθους δεν ξέφυγε κανείς, ούτε καν το αγαπημένο παιδί της εξέδρας που στηλιτεύτηκε αγρίως. Ο Καρίσο στα απομνημονεύματά του εξομολογήθηκε: «Πάντα θυμάμαι περισσότερο τα γκολ που δέχτηκα, παρά αυτά που αποσόβησα».



Η «Ημέρα του Τερματοφύλακα»
Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1970, αγωνιζόμενος στην Κολομβία. Η Γερουσία της Αργεντινής θέσπισε προς τιμήν του τη Δωδεκάτη Ιουνίου ως την «Ημέρα του Τερματοφύλακα». Από τις 17 Αυγούστου του 2008 η βόρεια κερκίδα του επιβλητικού σταδίου «Μονουμεντάλ» φέρει το όνομά του.

Πέντε χρόνια μετά, η ομάδα της καρδιάς του τον εξέλεξε επίτιμο πρόεδρό της. Το 1999 αναδείχτηκε από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου ως ο κορυφαίος γκολκίπερ της Νότιας Αμερικής για τον 20ό αιώνα.

Πέρα από τα τρόπαια, την αγάπη των ομοεθνών του και τα ρεκόρ, ίσως η σπουδαιότερη παρακαταθήκη που άφησε ο Καρίσο είναι η καθιέρωσή του στο συλλογικό υποσυνείδητο ως του ανθρώπου που προσέθεσε το δικό του λιθαράκι στην πρόοδο του αθλήματος.

Επιμέλεια: Παναγιώτης Ιωάννου