Η μεγάλη μέρα για την πρεμιέρα του Λούκα Ντόντσιτς στον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ έφτασε και το ενδιαφέρον τόσο του ευρωπαϊκού όσο και του παγκόσμιου μπάσκετ κυμαίνεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Ο 19χρονος Σλοβένος αποφάσισε το καλοκαίρι να αποχωρήσει από τη Ρεάλ Μαδρίτης ως πρωταθλητής Ισπανίας και Ευρώπης, με σκοπό να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να αγωνιστεί στο κορυφαίο πρωτάθλημα μπάσκετ του κόσμου. Το «παιδί θαύμα» του ευρωπαϊκού μπάσκετ, όπως τον αποκαλούν οι ειδικοί, έλαβε κανονικά μέρος στην εφετινή διαδικασία επιλογής του ΝΒΑ, όπου πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, με τους Ντάλας Μάβερικς να δείχνουν εμπιστοσύνη στο ταλέντο του και να τον επιλέγουν στο νούμερο τρία, του «draft 2018».

Με αυτόν τον τρόπο, ο ταλαντούχος νεαρός αθλητής έδωσε τέλος στην ευρωπαϊκή του πορεία, μέσω της Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ ταυτόχρονα έκανε το πρώτο βήμα για την έναρξη μιας νέας περιπέτειας, επί αμερικανικού εδάφους.

Ο Ντόντσιτς ξεκινά το νέο μπασκετικό του ταξίδι, όντας πρωταθλητής Ευρώπης και Ισπανίας με την Ρεάλ Μαδρίτης, όπου συνδυάστηκε με την καλύτερη σεζόν της καριέρας του. Την περσινή σεζόν με την «βασίλισσα» κατέγραψε φανταστικές εμφανίσεις πάνω στα παρκέ, με μέσο όρο 14.5 πόντους (80.1% 1π., 59.2% 2π., 30.9% 3π.), 5.2 ριμπάουντ και 4.6 ασίστ σε ACB και Ευρωλίγκα. Γενικά, στις τέσσερις σεζόν που φόρεσε την φανέλα της Ρεάλ σημείωσε κατά μέσο όρο, 9.2 πόντους (80.1% 1π., 57.6% 2π., 33.3% 3π.) 4.2 ριμπάουντ και 3.5 ασίστ για τις ίδιες διοργανώσεις.

Με αφορμή, το ξεκίνημα του Ντόντσιτς στο ΝΒΑ, το www.sport fm.gr έψαξε και καταγράφει όλους τους Ευρωπαίους καλαθοσφαιριστές, οι οποίοι ξεκίνησαν μπασκετικά στη «γηραιά ήπειρο» και δίχως να περάσουν από κάποιο αμερικανικό κολέγιο, συμπεριλήφθηκαν εντός της πρώτης πεντάδας επιλογών, σε όλη την ιστορία των «drafts» του ΝΒΑ.

Πάου Γκασόλ (2001 «Draft»,νούμερο 3, επιλογή από Ατλάντα Χοκς)

Η πρώτη και χαρακτηριστικότερη περίπτωση ευρωπαίου καλαθοσφαιριστή, ο οποίος βρέθηκε εντός της πρώτης πεντάδας της διαδικασίας επιλογής του ΝΒΑ είναι ο Πάου Γκαζόλ.

Ο πολύπειρος Ισπανός καλαθοσφαιριστής ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στον χώρο του μπάσκετ μέσω της Μπαρτσελόνα (1998-2001), με την οποία κατέκτησε όλους τους εγχώριους τίτλους και αναδείχθηκε ως μια από τις πιο ηγετικές προσωπικότητες του συλλόγου. Στο χρονικό διάστημα της παραμονής του στους Καταλανούς αγωνίστηκε σε 64 παιχνίδια (ACB και Ευρωλίγκας), όπου κατέγραψε κατά μέσο όρο σε 19.8 λεπτά συμμετοχής ανά ματς, 8.9 πόντους, 4.1 ριμπάουντ και 0.6 ασίστ.

Η περιπέτεια στο ΝΒΑ ξεκίνησε στο «Draft 2001», όταν και επιλέχθηκε στο νούμερο τρία (σημ. ίδιο με τον Ντόντσιτς) από τους Ατλάντα Χοκς, οι οποίοι στην συνέχεια τον παραχώρησαν με ανταλλαγή στους Γκρίζλις. Στην πρώτη του σεζόν, θα επιβεβαιώσει σε σημαντικό βαθμό τα κολακευτικά σχόλια που τον συνόδευαν κατά την παρουσία του στην Ευρώπη, αφού σε 82 παιχνίδια θα έχει κατά μέσο όρο 17.6 πόντους, 8.9 ριμπάουντ και 2.7 ασίστ, σε 36.7 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Έπειτα από την «rookie» σεζόν, στην οποία μάλιστα κατέκτησε και το αντίστοιχο ατομικό βραβείο (NBA Rookie of the year), ο Γκαζόλ με πολύ δουλειά, υπομονή και πείσμα θα συνεχίσει την εξέλιξή του, με αποτέλεσμα να εκτοξευτεί τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό/εθνικό επίπεδο. Σταδιακά και σε βάθος χρόνου, το όνομά του θα συμπεριληφθεί ανάμεσα στους καλύτερους ψηλούς του ΝΒΑ ενώ στην εθνική Ισπανίας θα μετατραπεί ο απόλυτος ηγέτης της.

Έπειτα από 17 χρόνια καριέρας στο ΝΒΑ με τέσσερις διαφορετικές ομάδες (Γκρίζλις 2001-2008, Λος Άτζελες Λέικερς 2008-2014, Σικάγο Μπουλς 2014-2016 και Σαν Αντόνιο Σπερς 2016-σήμερα), δύο πρωταθλήματα (2009,2010) και αμέτρητες ατομικές διακρίσεις, ο Γκαζόλ κατέχει επάξια μια θέση στην ιστορία, όχι μόνο του ΝΒΑ αλλά και του παγκόσμιου μπάσκετ.

Συνολικά, έχει αγωνιστεί σε 1196 αγώνες στον «μαγικό κόσμο», όπου κατά μέσο όρο σε 34 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι έχει απολογισμό 17.4 πόντους (75.4% 1π., 51.2% 2π., 36.6% 3π.), 9.3 ριμπάουντ και 3.2 ασίστ.

Νικολόζ Τσκιτισβίλι (2002 «Draft», νούμερο 5, επιλογή των Ντένβερ Νάγκετς )

Το 2002, οι Ντένβερ Νάγκετς θα διαλέξουν στο νούμερο πέντε του «Draft» τον Νικολόζ Τσκιτισβίλι, σε μια επιλογή που δεν θα αποδειχθεί ιδιαίτερα επιτυχημένη.

Ο Γεωργιανός γίγαντας (2μ. και 13 εκ.), δεν κατάφερε ποτέ να δικαιώσει την εμπιστοσύνη που του έδειξαν οι Νάγκετς με την απόφασή τους να τον επιλέξουν ψηλά στην διαδικασία επιλογής. Στην πρώτη του σεζόν (2002 - 2003), με την φανέλα των «σβόλων» θα καταγράψει σε μέσο όρο 16.3 λεπτών συμμετοχής ανά ματς, 3.9 πόντους, 2.2 ριμπάουντ και 1.1 ασίστ, σε σύνολο 81 αγώνων.

Στο ΝΒA θα παραμείνει για έξι χρόνια, όπου πέραν από τους Ντένβερ Νάγκετς (2002-2005) θα αγωνιστεί επίσης στους Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς (2005), Μινεσότα Τίμπεργουλβς (2005-2006) και Φοίνιξ Σανς (2006). Παρά το γεγονός ότι περιπλανήθηκε σε αρκετούς αθλητικούς οργανισμούς της Λίγκας, τα νούμερά του παρέμειναν πολύ χαμηλά, δίχως να καταφέρει κάτι αξιοσημείωτο στο ΝΒΑ. Σε σύνολο 172 αγώνων, κατάφερε να έχει μέσο όρο επίδοσης 2.9 πόντους, 1.8 ριμπάουντ και 0.7 ασίστ.

Στην συνέχεια, περιπλανήθηκε σε πολλά πρωταθλήματα χωρών, εντός και εκτός Ευρώπης. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το 2009 βρέθηκε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Πανιωνίου. Πριν το ταξίδι στις Η.Π.Α, ο Τσκιτισβίλι αγωνιζόταν στο ιταλικό πρωτάθλημα με την Μπενετόν Τρεβίζο, όπου σε 17 αγώνες είχε κατά μέσο όρο 4.6 πόντους, 1.6 ριμπάουντ και 0.4 ασίστ, σε 10.4 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Ντάρκο Μίλιτσιτς (2003 «Draft», νούμερο 2, επιλογή των Ντιτρόιτ Πίστονς)

Ο επόμενος ευρωπαίος καλαθοσφαιριστής που πληρεί τις προϋποθέσεις που τέθηκαν παραπάνω, είναι ο Ντάρκο Μίλιτσιτς.
Το 2003 οι Ντιτρόιτ Πίστονς θα επιλέξουν τον Μίλιτσιτς στο νούμερο δύο του «Draft», πίσω μόνο από τον ΛεΜπρόν Τζέιμς και πάνω από ονόματα όπως, των Καρμέλο Άντονι, Κρις Μπος και Ντουέιντ Γουέϊντ.

Ο θηριώδης σέντερ (2μ. και 13εκ.), πήγε στο Ντιτρόιτ με μεγάλες προοπτικές εξέλιξης, ωστόσο η πορεία του δεν ήταν ανάλογη. Η προσαρμογή του, στον τρόπο ζωής των Η.Π.Α και στις αγωνιστικές απαιτήσεις του ΝΒΑ ήταν δύσκολη και σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του (τότε 18 ετών) δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Στην Ευρώπη μπορεί να είχε δημιουργήσει ένα καλό όνομα, μέσα από τις εμφανίσεις του στην Χέμορφαμ, όμως στο ΝΒΑ τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο Σέρβος, ουδέποτε θα καταφέρει να προσαρμοστεί πλήρως στις Η.Π.Α ενώ σταδιακά έχανε και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων του ΝΒΑ. Στην πρώτη του χρονιά, στον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ θα έχει πολύ χαμηλούς μέσους όρους (1.4π., 1.3ρ. και 0.2ασ), σε 4.7 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Στα 12 έτη καριέρας του στο ΝΒΑ, με Πίστονς (2003-2006), Μάτζικ (2006-2007), Γκρίζλις (2007-2009), Νικς (2009-2010), Τίμπεργουλβς (2010-2012) και Σέλτικς (2012) θα συνεχίσει να έχει αρκετά χαμηλά νούμερα(μ.ο. 6.0π., 4.2ρ. και 0.9ασ), σε σύνολο 468 παιχνιδιών.

Το δαχτυλίδι του πρωταθλήματος του 2004 αποτελεί το μοναδικό αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα του Μίλιτσιτς, όσο χρονικό διάστημα βρέθηκε στο ΝΒΑ.

Αντρέα Μπαρνιάνι (2006 «Draft», νούμερο 1, επιλογή των Τορόντο Ράπτορς)

Η σκυτάλη θα περάσει στον Αντρέα Μπαρνιάνι, ο οποίος το 2006 θα επιλεγεί στο νούμερο ένα του «Draft» από τους Τορόντο Ράπτορς.

Ο 21χρονος τότε Μπαρνιάνι, είχε δημιουργήσει ένα αρκετά δυνατό όνομα τόσο στην ιταλική όσο και στην ευρωπαϊκή αγορά του μπάσκετ, χάρη στο ταλέντο και τα φυσικά του χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να προσελκύσει γρήγορα το ενδιαφέρον ομάδων από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Επιπλέον, ο Ιταλός πραγματοποίησε πολύ καλές εμφανίσεις με την Μπενετόν Τρεβίζο (2003 - 2006) και ιδιαίτερα την τελευταία στην τελευταία του χρονιά εκεί, σε ιταλικό πρωτάθλημα και Ευρωλίγκα, γεγονός που του έδωσε την ευκαιρία για το ΝΒΑ. Αναλυτικότερα, στην εν λόγο σεζόν, θα αγωνιστεί συνολικά 52 αγώνες (ιταλικού πρωταθλήματος και Ευρωλίγκας), με μέσο όρο 11.6 πόντους, 5.0 ριμπάουντ και 0.4 ασίστ, σε 22.1 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι. Συνολικά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο , ο Μπαρνιάνι έχει λάβει μέρος σε 129 αγώνες (Μπενετόν και Μπασκόνια), με μέσο όρο 8.6 πόντους (72.8% 1π., 53.3% 2π. και 40% 3π.), 3.3. ριμπάουντ και 0.4 ασίστ, σε 17.0 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Η Ευρώπη δεν μπορούσε να τον κρατήσει για περισσότερο καιρό και το 2006 οι Ράπτορς θα του δώσουν την ευκαιρία για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Οι «δεινόσαυροι» θα εμπιστευτούν το ταλέντο του Ιταλού και θα τον στηρίξουν ως το επόμενο μεγάλο «πρότζεκτ» της ομάδας από το Τορόντο.

Ο ύψους 2 μέτρων και 13 εκατοστών σέντερ, στην πρώτη του χρονιά ως παίκτης του ΝΒΑ θα δώσει το παρόν σε 65 αγώνες, όπου κατά μέσο όρο θα καταγράψει 11.6 πόντους, 3.9 ριμπάουντ και 0.8 ασίστ, σε 25.1 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι. Στην δεκαετή του πορεία στον κόσμο του ΝΒΑ, ο Μπαρνιάνι θα καταγράψει με τους Τορόντο Ράπτορς (2006-2013), Νιού Γιόρκ Νικς (2013-2015) και Μπρούκλιν Νετς (2015-2016) συνολικά 550 αναμετρήσεις, με μέσο όρο 14.3 πόντους,4.6 ριμπάουντ και 1.2 ασίστ, σε 28.7 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Ρίκι Ρούμπιο (2009 «Draft», νούμερο 5, επιλογή από τους Μινεσότα Τίμπεργουλβς)

Το επόμενο όνομα στην λίστα είναι του Ρίκι Ρούμπιο, ο οποίος μετείχε στην διαδικασία του «Draft 2009», με τους Μινεσότα Τίμπεργουλβς να τον επιλέγουν στο νούμερο πέντε, παρά το γεγονός ότι ήταν μόλις 19 ετών.

Στην Ευρώπη, ο διεθνής Ισπανός θα ξεκινήσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία στην Μπανταλόνα (2005-2009), όπου σταδιακά θα γίνει το μεγάλο αστέρι της ομάδας. Με την φανέλα της Μπανταλόνα θα καταφέρει να αναδείξει το πλούσιο ταλέντο του και να κατακτήσει τους πρώτους τίτλους της καριέρα του, μέσω του ULEB Cup (2008) και του FIBA EuroChallenge (2006). Οι ικανότητες και οι δυνατότητές του θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον της Μπαρτσελόνα (2009-2011), η οποία και θα προχωρήσει στην απόκτησή του. Στους «μπλαουγκράνα» θα κατακτήσει το πρωτάθλημα Ισπανίας (2011) και την Ευρωλίγκα (2010). Στο διάστημα της παρουσίας του επί ευρωπαϊκού εδάφους, ο ταλαντούχος πόιντ γκαρντ θα αγωνιστεί με Μπανταλόνα και Μπαρτσελόνα σε 246 αγώνες, όπου κατά μέσο όρο είχε απολογισμό 6.6 πόντους, 2.9 ριμπάουντ και 2.0 ασίστ σε 20.7 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Όπως παρατηρείται, η μετακίνηση του 27χρονου γκαρντ στις Η.Π.Α έγινε αρκετά χρόνια μετά την επιλογή του από τους «λύκους». Ο Ρούμπιο παρέτεινε την διαμονή του στην Ευρώπη, με σκοπό να συνεχίσει την εξέλιξή του και να δυναμώσει σωματικά, ώστε να παρουσιαστεί έτοιμος στην πρόκληση του ΝΒΑ.

Η παρουσία του στα αμερικανικά γήπεδα μπάσκετ συνεχίζεται έως και σήμερα, με την διαφορά ότι δεν φορά την φανέλα των Μινεσότα Τίμπεργουλβς (2011-2017) αλλά εκείνη των Γιούτα Τζαζ (2017-σήμερα ). Στην ρούκι σεζόν του με τους Τίμπεργουλβς είχε κατά μέσο όρο σε 41 αγώνες, 10.6 πόντους, 4.2 ριμπάουντ και 8.2 ασίστ, σε 34.2 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Στα οκτώ χρόνια παρουσίας του στο ΝΒΑ, έχει αγωνιστεί σε 430 παιχνίδια στα οποία κατά μέσο όρο έχει απολογισμό 10.8 πόντους, 4.3 ριμπάουντ και 7.9 ασίστ σε 31.3 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.


Γιόνας Βαλαντσιούνας (2011 «Draft», νούμερο 5, επιλογή Τορόντο Ράπτορς)

Οι Τορόντο Ράπτορς θα διαλέξουν τον Γιόνας Βαλαντσιούνας στην θέση πέντε του «Draft 2011», σε μια ακόμη επιλογή υψηλού σέντερ.

Ο Λιθουανός γίγαντας (2μ. και 13εκ.) ξεχώρισε άμεσα στην Ευρώπη, εξαιτίας τόσο του ύψους όσο και του όγκου του (120 κιλά), με αποτέλεσμα να συμπεριληφθεί ανάμεσα στους καλύτερους σέντερ της περιόδου εκείνης στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, κοντά στο καλάθι.
Στην Ευρώπη, η παρουσία του θηριώδη σέντερ ήταν αρκετά θετική, καθώς το μέγεθός του του επέτρεπε να κυριαρχεί κάτω από το καλάθι στις δύο άκρες του παρκέ ενώ και οι αντίπαλοί του ήταν πολύ δύσκολο να τον αντιμετωπίσουν – περιορίσουν. Χαρακτηριστικό στοιχείο ότι, σε μόλις τέσσερα χρόνια παρουσίας στο ευρωπαϊκό μπάσκετ (2008 - 2010), έγινε «Draft» στο ΝΒΑ και αμέσως μετακόμισε στο κορυφαίο πρωτάθλημα μπάσκετ του πλανήτη.

Με την φανέλα της Λιέτουβος Ρίτας (2010-2012) θα πραγματοποιήσει θετικές εμφανίσεις στο λιθουανικό πρωτάθλημα και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Στην Ευρώπη (Ευρωλίγκα και Γιούροκαπ) ο Βαλαντσιούνας θα καταγράψει ικανοποιητικούς μέσους όρους, όπου αυτό μεταφράζεται σε 9.3 πόντους, 6.7 ριμπάουντ και 0.5 ασίστ, σε 19.5 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Λιθουανός πραγματοποίησε άμεσα ορισμένα στοιχεία του ταλέντου του και γενικά έκανε μια συμπαθητική «rookie» σεζόν για τα δεδομένα του, με 8.9 πόντους, 6.0 ριμπάουντ και 0.7 ασίστ, κατά μέσο όρο σε 23.9 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Στις έξι σεζόν που αγωνίζεται στο ΝΒΑ, έχει τοποθετήσει το όνομά του ανάμεσα στους πιο αξιόπιστους ψηλούς του πρωταθλήματος, παρά τα προβλήματα τραυματισμού που αντιμετώπισε κατά καιρούς. Κατά μέσο όρο, σε 440 παιχνίδια ο Λιθουανός αστέρας, όπου έχει 11.7 πόντους, 8.5 ριμπάουντ και 0.7 ασίστ, σε 25.5 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Κρίσταπς Πονζίνγκις (2015 «Draft», νούμερο 4, επιλογή από τους Νιού Γιόρκ Νικς)

O Κρίσταπς Πορζίνγκις δεν θα μπορούσε να λείπει από την λίστα, καθώς το 2015 και σε ηλικία 20 ετών, οι Νιού Γιόρκ Νικς επέλεξαν τον ψηλόλιγνο σέντερ στα «Drafts» της χρονιάς εκείνης, στο νούμερο τέσσερα.

Ο Λετονός αστέρας, ξεχώρισε αμέσως στα γήπεδα της Ευρώπης, εξαιτίας του ύψους του αλλά και της ελαστικότητάς του, γεγονός που τον μετέτρεψε σε έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό παίκτη. Στο ισπανικό πρωτάθλημα και με την φανέλα της Σεβίλλης (2011-2015), πραγματοποίησε την ευρωπαϊκή του εμπειρία, η οποία συνοδεύτηκε με καλές εμφανίσεις για την ηλικία του. Στο χρονικό διάστημα που ήταν μέλος της ισπανικής ομάδας, κατέγραψε κατά μέσο όρο σε πρωτάθλημα και Γιούροκαπ, 8.5 πόντους, 3.6 ριμπάουντ και 0.4 ασίστ, σε 17.6 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Οι Νιού Γιορκ Νικς θα του δείξουν εμπιστοσύνη και θα τον χρίσουν ως το επόμενο μεγάλο «project» του οργανισμού. Στο πρόσωπο του Λετονού, οι άνθρωποι των Νικς είδαν τον κατάλληλο ηγέτη, προκειμένου να τους επαναφέρει στον δρόμο των επιτυχιών. Η πρώτη του σεζόν στο ΝΒΑ ήταν εντυπωσιακή, με τον Πορζίνγκις να καταγράφει σε 72 αγώνες, 14.3 πόντους, 7.3 ριμπάουντ και 1.3 ασίστ κατά μέσο όρο, σε 28.4 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Στις τρεις σεζόν, όπου έχει αγωνιστεί μέχρι στιγμής ο Λετονός στον «Μεγάλο Μήλο», η εξέλιξή του είναι διαρκώς ανοδική και εντυπωσιακή ,αφού έχει ιδιαίτερα υψηλούς μέσους όρους με 17.8 πόντους, 7.1 ριμπάουντ και 1.3 ασίστ κατά μέσο όρο, σε σύνολο 186 αγώνες και με 31.0 λεπτά συμμετοχής ανά ματς.

Μάριο Χεζόνια (2015 «Draft», νούμερο 5, επιλογή από τους Ορλάντο Μάτζικ)


Προτελευταίος στην σχετική λίστα, αποτελεί ο Κροάτης σμολ φόργουορντ , Μάριο Χεζόνια, ο οποίος επιλέχθηκε από τους Ορλάντο Μάτζικ, στο νούμερο πέντε, των «Drafts» του 2015.

Ο 25χρονος άσσος, αποτελεί προϊόν των ακαδημιών της Μπαρτσελόνα, μέσω της οποίας πραγματοποίησε τα πρώτα μπασκετικά του βήματα, στον χώρο της Ευρώπης. Στον ισπανικό σύλλογο θεωρήθηκε ένα πολύτιμο «γρανάζι» της καταλανικής «μηχανής», χωρίς ωστόσο να συμπεριλαμβάνεται στις ηγετικές της φυσιογνωμίες. Στην Μπαρτσελόνα (2012-2015), ο ταλαντούχος αθλητής κατάφερε να αγωνιστεί σε 93 παιχνίδια (ACB και Ευρωλίγκα), με μέσο όρο 4.8 πόντους, 1.8 ριμπάουντ και 1.0 ασίστ, σε 12.8 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Οι Ορλάντο Μάτζικ τον διάλεξαν στο νούμερο πέντε του «Draft 2015», γεγονός που έδειξε ότι πιστεύουν πολύ στις δυνατότητές του και πως μπορεί να τους βοηθήσει να δημιουργήσουν μια καλή βάση παικτών για τα επόμενα χρόνια. Στην πρώτη του χρονιά, θα πραγματοποιήσει 79 συμμετοχές με τους Μάτζικ, με μέσο όρο 6.1 πόντους, 2.2. ριμπάουντ και 1.4 ασίστ, σε 17.9 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Έπειτα από τρία χρόνια στο Ορλάντο, η φετινή σεζόν τον βρίσκει στην Νέα Υόρκη και τους Νικς, σε μια προσπάθεια του οργανισμού να «ανοικοδομηθεί». Γενικά στο NBA, ο Χεζόνια σε 219 συνολικά παιχνίδια, έχει μέσο όρο 6.9 πόντους, 2.8 ριμπάουντ και 1.3 ασίστ, σε 18.4 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.


Ντράγκαν Μπέντερ (2016 «Draft», νούμερο 4, επιλογή από τους Φοίνιξ Σανς)

Ο Ντράγκαν Μπέντερ κλείνει τον κύκλο των Ευρωπαίων αθλητών, οι οποίοι έπαιξαν αρχικά στην Ευρώπη και στην συνέχεια μετακόμισαν στο ΝΒΑ, όντας μέσα στις πρώτες πέντε θέσεις του «Draft».

Στην περίπτωση του 20χρονου Κροάτη, πάουερ φόργουορντ, οι Φοίνιξ Σανς αποφάσισαν να του δώσουν την ευκαιρία να αγωνιστεί στον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ, αφού στο «Draft 2015» θα τον επιλέξουν στην πέμπτη θέση.

Η κίνηση αυτή των «Ήλιων», έγινε περισσότερο βλέποντας το μέλλον παρά για το παρόν. Ο νεαρός ταλαντούχος αθλητής, δεν είχε επιδείξει μεγάλα δείγματα γραφής στην Ευρώπη, μέσω διαφόρων συλλόγων της Κροατίας και κυρίως της Μακάμπι Τελ Αβίβ, όπου αγωνίστηκε και στην Ευρωλίγκα, δίχως να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση με τις εμφανίσεις του. Χαρακτηριστικά, την σεζόν 2015-2016 όπου αγωνίστηκε στην Ευρωλίγκα με την Μακάμπι, ο Μπέντερ σε 10 αγώνες είχε κατά μέσο όρο 1.5 πόντους, 1.2 ριμπάουντ και 0.4 ασίστ, σε 8.6 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Όσον αφορά το πέρασμά του από το ΝΒΑ, στην πρώτη του χρονιά (2016-2017) θα αγωνιστεί σε 43 παιχνίδια, με μέσο όρο 3.4 πόντους, 2.4 ριμπάουντ και 0.5 ασίστ, σε 13.3 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι. Γενικά, στις δύο σεζόν που έχει πραγματοποιήσει στην λίγκα, ο νεαρός φόργουορντ έχει λάβει μέρος σε 125 αγώνες, με μέσο όρο 5.4 πόντους, 3.7 ριμπάουντ και 1.2 ασίστ, σε 21.1 λεπτά συμμετοχής ανά παιχνίδι.

Οι Σανς εμφανίζονται διατεθειμένοι να δουλέψουν τον υψηλόσωμο (2μ. και 16εκ.) φόργουορντ, να του προσφέρουν τον κατάλληλο χρόνο και ρόλο, με σκοπό να εξελιχθεί και να αποτελέσει σταθερό μέλος του οργανισμού, για το μέλλον.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, ότι τα ονόματα των Ρικ Σμιτς (Ολλανδός), Σον Μπράντλεϊ (Γερμανός) Μάικλ Ολοβοκάντι (Νιγηριανός / Άγγλος), Άλεξ Λεν (Ουκρανός), Ενές Καντέρ (Τούρκος) και Μπεν Γκόρντον (Άγγλος), δεν συμπεριλαμβάνονται στην παραπάνω λίστα, διότι επιλέχθηκαν ανάμεσα στην πρώτη πεντάδα των «drafts», προερχόμενοι από κάποιο αμερικανικό κολέγιο. Σε αντίθεση δηλαδή με τον Ντόντσιτς και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους αθλητές, οι οποίοι επιλέχθηκαν απευθείας από την Ευρώπη.

Επιμέλεια: Γιώργος Μαργέτης

Αποδοχή Cookies
Το site sport-fm.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ