Εξ ορισμού αιχμάλωτος της μοίρας. Ακροβατώντας ανάμεσα στην απόλυτη ανέχεια και στην ανείπωτη θλίψη της απώλειας. Προορισμένος να γυαλίζει παπούτσια και να πουλάει φιστίκια. Παιδί τον φώναζαν Νιγκουέμ που σημαίνει κανένας.

Γιος ενός λευκού εργάτη σιδηροδρόμων από το Μαλάνζε της Αγκόλας, έχασε τον πατέρα του στα οκτώ του, όταν εκείνος προσεβλήθη από τέτανο. Τότε, η μητέρα του Ελίζα ανέλαβε αποκλειστικά την ανατροφή του.

Γράφει ο Παναγιώτης Ιωάννου

Γεννήθηκε στην πορτογαλική αποικία της Μοζαμβίκης στις 25 Ιανουαρίου του 1942. Συνήθιζε να παίζει ξυπόλητος ποδόσφαιρο μαζί με τα πολλά αδέλφια του στις φτωχογειτονιές, ώρες αμέτρητες, μέχρι που δειλά- δειλά η πόλη τυλιγόταν στο σκοτάδι.

Ο χτύπος της αυτοσχέδιας μπάλας, φτιαγμένης από κάλτσες και παλιές εφημερίδες, συμβόλιζε για αυτόν την φωνή της ελπίδας που έγινε όχημα επιβίωσης και φεγγίτης προς ένα νεφελώδες μέλλον. Αυτός έμελλε να τον οδηγήσει στο ξέφωτο της καταξίωσης και της ουράνιας δόξας.

Εκστασιασμένος από την λάμψη της Εθνικής ομάδας της Βραζιλίας, στη δεκαετία του 1950, αποφασίζει μαζί με τους φίλους του να ιδρύσει μια τοπική ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου με το όνομα «Οι Βραζιλιάνοι».

Η πρώτη απόπειρά του να ενταχθεί στη θυγατρική ομάδα της Μπενφίκα, Γκρούπο Ντεσπορτίβο δε Λουρένσο Ντε Μάρκες, που αποτελούσε ουσιαστικά την πηγή δεξαμενής ταλέντων για την αντρική ομάδα, θα πέσει στο κενό, αφού θα απορριφθεί χωρίς δεύτερη σκέψη.

Όμως, δεν απογοητεύτηκε και εν συνεχεία απευθύνθηκε στη μισητή αντίπαλο των «αετών» Σπόρτινγκ Λορέντσο Μαρκές (θυγατρική της Σπόρτινγκ Λισσαβόνας). Ο Εουσέμπιο αγωνίστηκε με τα χρώματά της για δύο σεζόν, κατακτώντας το τοπικό πρωτάθλημα της περιοχής και μετέπειτα το περιφερειακό πρωτάθλημα Μοζαμβίκης.

Η απόρριψη και η παρ’ ολίγον απαγωγή!
Ο πρώτος ο οποίος διέκρινε ψήγματα του ταλέντου του ήταν ο Βραζιλιάνος παλαίμαχος ποδοσφαιριστής Χοσέ Κάρλος Μπάουερ. Η απίστευτη ταχύτητα του, που μπορούσε να συγκριθεί μόνο με εκείνη ενός επαγγελματία σπρίντερ (έτρεχε τα 100 μέτρα σε 11’’), σε συνδυασμό με την εξαιρετική τεχνική κατάρτιση που διέθετε, τον καθιστούσαν ένα μικρό ακατέργαστο διαμάντι.

Χωρίς περαιτέρω χρονοτριβές, ο Μπάουερ πρότεινε τον νεαρό αρχικά στη Σάο Πάολο, αλλά αυτή αρνήθηκε. Πού να ήξερε… Η επόμενη κίνηση ήταν να απευθυνθεί στον τότε προπονητή της Μπενφίκα, τον θρυλικό Μπέλα Γκούτμαν.

Εκείνος έδωσε το «πράσινο φως» για την μεταγραφή του. Ωστόσο, η μετακίνηση του τέθηκε εν αμφιβόλω, αφού η θυγατρική ομάδα της Σπόρτινγκ προέβαλε τεράστια εμπόδια.

Μάλιστα, υπό το φόβο μιας πιθανής απαγωγής από τους «πράσινους», οι «κόκκινοι» χρειάστηκε, όταν συμφώνησαν με τον ποδοσφαιριστή, να τον φυγαδεύσουν στη Νιγηρία επί δώδεκα ολόκληρες μέρες σε ένα ψαροχώρι.

Διηγείται χαρακτηριστικά: «Έπαιζα στην ομάδα-τροφοδότη της Σπόρτινγκ στη Μοζαμβίκη, η Μπενφίκα ήθελε να με πληρώσει με ένα συμβόλαιο για να πάω, ενώ η Σπόρτινγκ επιθυμούσε να με εντάξει στο δυναμικό της ως ταλέντο για να αποκτήσω εμπειρία χωρίς να λαμβάνω χρηματικές απολαβές.

Η Μπενφίκα έκανε μια καλή προσέγγιση. Πήγαν να μιλήσουν με τη μητέρα μου και τον αδελφό μου και προσέφεραν 1000 ευρώ για τρία χρόνια. Ο αδερφός μου αξίωνε τα διπλάσια και εκείνοι τα έδωσαν. Υπέγραψαν συμβόλαιο με τη μητέρα μου και πήρε τα χρήματ
α».

Εν τέλει οι σκόπελοι υπερκεράστηκαν και στις 23 Μάιου 1961 πραγματοποίησε ονειρικό ντεμπούτο, βρίσκοντας δίχτυα τρεις φορές σε ένα φιλικό κόντρα στην Ατλέτικο Ντε Πορτουγκάλ. Οι ιθύνοντες τον σύλλογο δεν άργησαν να αντιληφθούν ότι είχαν χτύπησαν φλέβα χρυσού.

Οι εμφανίσεις της επόμενης σεζόν θα αποτελέσουν το βατήρα εκτόξευσής του στην παγκόσμια ποδοσφαιρική σκηνή. Εξελίσσεται σε έναν από τους πυλώνες και με απολογισμό δώδεκα γκολ σε δεκαεπτά αναμετρήσεις πρωταθλήματος τραβάει τα βλέμματα.

«Μαύρος Πάνθηρας»
Σύντομα του αποδίδονται τα προσωνύμια ο «Μαύρος Πάνθηρας», το «Μαύρο Μαργαριτάρι» και ο «Βασιλιάς». Παράλληλα, με μια μοναδική παράσταση στον τελικό ενάντια στη Βιτόρια Σετούμπαλ, «χτυπώντας» δις, στέφεται Κυπελλούχος Πορτογαλίας.

Το 1962 θα ολοκληρωθεί με παραμυθένιο τρόπο, αφού στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών οι «κόκκινοι», με τον άσο από την Μοζαμβίκη να σημειώνει εκ νέου δύο γκολ, θα επιβληθούν με σκορ 5-3 της Ρεάλ Μαδρίτης. Ως αποτέλεσμα, σκαρφάλωσαν για δεύτερη συνεχόμενη φορά και τελευταία έως σήμερα, στο Έβερεστ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Ο 19χρονος Εουσέμπιο κατετάγη δεύτερος στην ψηφοφορία της Χρυσής Μπάλας εκείνη την σεζόν. Με αυτόν μπροστάρη, η ομάδα «άγγιξε» άλλες τρεις φορές το ασημικό με τα «μεγάλα αυτιά», φτάνοντας έως τον τελικό, εντούτοις ισάριθμες ήπιε το… κώνειο της ήττας.

Το 1963 ηττήθηκε από την Μίλαν με σκορ 2-1, το 1965 από την Ίντερ με σκορ 1-0 και το 1968 «λύγισε» από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 4-1 στην παράταση.

Εν τέλει, το 1965 αναδείχθηκε νικητής της Χρυσής Μπάλας, ενώ ένα χρόνο μετά έφτασε ξανά πολύ κοντά (δεύτερος). Το 1968 έγινε ο πρώτος άνθρωπος που παρέλαβε το βραβείο του Χρυσού Παπουτσιού, κάτι που επανέλαβε και πέντε χρόνια αργότερα.

Τα επιτεύγματά του με την φανέλα της Μπενφίκα προκαλούν ίλιγγο. Απίθανο να υπάρξει ξανά όμοια παντοκρατορία με εκείνη τη «χρυσή» περίοδο. Απίθανο να εμφανιστεί ξανά παίκτης με το «φονικό» ένστικτο που τον διέκρινε: έντεκα φορές ανέβηκε στον εγχώριο θρόνο του πρωταθλητή και τις επτά από αυτές αναδείχθηκε «αρχιμπόμπερ».

Επιπρόσθετα, πέντε φορές κατέκτησε το Κύπελλο Πορτογαλίας και μία το Κύπελλο Πρωταθλητριών.

Σημείωσε 319 γκολ σε 313 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα και 638 γκολ σε 614 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις. Φυσικά συνιστά τον πρώτο σκόρερ της ιστορίας του συλλόγου. Σε σύνολο 745 αναμετρήσεων με όλες τις ομάδες που αγωνίστηκε πέτυχε 733 γκολ.

Στη συνέχεια αγωνίστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα σε συλλόγους της Βορείου Αμερικής και έπειτα από συνεχείς τραυματισμούς στο γόνατο, έριξε τίτλους τέλους στην λαμπρή καριέρα του τη σεζόν 1979-1980 στην Αμερική.

«Το παιχνίδι των Δακρύων»
Η τρίτη θέση που κατέλαβε στο Μουντιάλ της Αγγλίας το 1966 με την Πορτογαλία είναι ένα από τα πιο λαμπερά γαλόνια στην ποδοσφαιρική του στολή. Στον ημιτελικό οι Ίβηρες ηττήθηκαν από τους μετέπειτα Παγκόσμιους Πρωταθλητές Άγγλους με σκορ 2-1.

Ο «Μαύρος Πάνθηρας» σε μια συγκινητική εμφάνιση χρίστηκε σκόρερ, όμως δεν μπόρεσε να αποτρέψει το μοιραίο. Με το σφύριγμα της λήξης αποχώρησε από τον αγωνιστικό χώρο, ξεσπώντας σε λυγμούς και η αναμέτρηση έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «το Παιχνίδι των Δακρύων». Ήταν το πρώτο «κανόνι» της διοργάνωσης με εννέα γκολ και ψηφίστηκε ως ο καλύτερος παίκτης του θεσμού.



Μετρώντας στο ενεργητικό του 41 γκολ σε 64 παρουσίες με το εθνόσημο στο στήθος αποτέλεσε τον πρώτο σκόρερ της μέχρι να τον ξεπεράσει ο Παουλέτα το 2005.

Ο Πελέ τον συμπεριέλαβε στην λίστα με τους 125 καλύτερους ποδοσφαιριστές εν ζωή το 2004». Η λίστα των διακρίσεων είναι πραγματικά ατελείωτη.

Το «ύστατο χαίρε»


Τέσσερις ημέρες μετά το θάνατό του, ύστερα από επιθυμία που είχε εκφράσει, η σορός του τυλιγμένη με σημαία της ομάδας της καρδιάς του μεταφέρθηκε στο «Ντα Λουζ».

Πάνω από 10.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν μέσα στο στάδιο αποχαιρετώντας τον βουβά. Το «παρών» έδωσε και ο Πρωθυπουργός, ο οποίος κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος ,ενώ από τις 12 Ιανουαρίου ένα άγαλμα του κοσμεί την είσοδο του «ναού», όπου λατρεύτηκε σαν θεός.

Στις 5 Ιανουαρίου 2015 το όνομά του δόθηκε στη λεωφόρο μπροστά από το «Ντα Λουζ». Πλέον έχει εισέλθει στο πάνθεον της ποδοσφαιρικής αθανασίας. Μόνο που τώρα, σαν ένας πραγματικός αετός, έχει ανοίξει τα φτερά του πετώντας στην αυλή του Παραδείσου…