Στο προαύλιο του σχολείου της, η Μπάρμπαρα ήξερε ότι η αγάπη της για το ποδόσφαιρο θα την έφερνε αντιμέτωπη με τον σεξισμό, τον κατάφωρο φθόνο και την ματαιοδοξία της επιτυχίας. Όταν άλλα αυτά πήραν τη μορφή ενός αγοριού της ηλικίας της, που της απαγόρευσε να παίξει μπάλα με τους φίλους του, εκείνη άρπαξε τη μπάλα, τη κλώτσησε με όλη της τη δύναμη και έσπασε το τζάμι πίσω από τα όρια που είχαν θεσπίσει ως τέρμα οι συμμαθητές της. Για να σπάσει την «οροφή» που οριοθετεί το ποδόσφαιρο γυναικών στην χώρα της, θα χρειαστεί σήμερα κάτι πολύ περισσότερο από μια δερμάτινη μπάλα.

Στην Ιταλία ο ίδιος νόμος που ορίζει το γυναικείο ποδόσφαιρο ως ερασιτεχνικό σπορ, απαγορεύει στις παίκτριες και το δικαίωμα να κερδίζουν παραπάνω από 30.000 ευρώ τον χρόνο. Ο νόμος που μετρά 38 χρόνια ανελλιπούς εφαρμογής, κωλυσιεργεί τον σκοπό των αθλητριών που δικαιωματικά έχουν επιλέξει ως επαγγελματικό τους προσανατολισμό το ποδόσφαιρο λειτουργώντας ουσιαστικά, όπως αποκαλούν οι πατέρες της κοινωνιολογίας, ως «γυάλινη οροφή» στην προδιαγεγραμμένη ανάπτυξη του σπορ στην χώρα.



Η Μπονανσέα γνωρίζει ότι οι αλλαγές στο χώρο του ποδοσφαίρου δεν συμβαίνουν εν μία νυκτί. Προηγείται πάντα η συζήτηση περί δικαιωμάτων πρωτού στο τραπέζι τεθούν για συζήτηση οι οικονομικές απολαβές. «Δεν παίζω για να κερδίζω όσα οι άνδρες, επειδή αυτό δεν θα έβγαζε νόημα» είπε, γνωρίζοντας ότι το αντίθετο φύλο διαθέτει πολύ μεγαλύτερο κοινό, χορηγούς και εταιρίες που δαπανούν υπέρογκα ποσά για να εξασφαλίσουν τα τηλεοπτικά δικαιώματα ομάδων – κολοσσών. «Οι άνδρες κερδίζουν τόσα πολλά χρήματα που δεν το συλλαμβάνει ο νους μου! Εμείς απλά διεκδικούμε ό,τι δικαιωματικά μας αξίζει» πρόσθεσε η αθλήτρια της Γιουβέντους.



Η Μπονανσέα ονειρευόταν από μικρή με τα μάτια ανοιχτά. Μέσα στη σχολική της τάξη, ενώ το φως του ήλιου χτυπούσε το πρόσωπό της και οι ψίθυροι των συμμαθητών της διέκοπταν το όραμά της• ότι μια μέρα θα αγωνίζεται μπροστά σε κατάμεστα γήπεδα 40 και 50 χιλιάδων θεατών με το εθνόσημο στο στήθος. Όταν στο Μουντιάλ του καλοκαιριού πέτυχε και τα δύο τέρματα στη νίκη της Ιταλίας με 2-1 επί της Αυστραλίας και οι συμπαίκτριές της μετά το τέλος του αγώνα την σήκωσαν ψηλά μπροστά σε χιλιάδες οπαδούς αλλά και τους γονείς της που έκαναν πάνω από 1.000 χιλιόμετρα για να την παρακολουθήσουν από κοντά, η Μπάρμπαρα ήξερε ότι η σπίθα που χρειαζόταν είχε ανάψει, και το άλλοτε σκοτεινό δάσος μίσους που περιέβαλλε το ποδόσφαιρο γυναικών, θα καιγόταν διθυραμβικά σαν καρνάβαλος.



Γεννήθηκε στο Πιεμόντε του Τορίνο, στην ίδια περιοχή όπου μεγάλωσε και έζησε η αγαπημένη Ιταλίδα επαναστάτρια και σύμβολο της γυναικείας δύναμης και αντίστασης της χώρας, Λίντια Ποέτ, που διεκδίκησε και κέρδισε την δυνατότητα να παρέχεται άδεια άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος στις γυναίκες, καθώς και της δημιουργίας δικηγορικών γραφείων στην Ιταλία.



Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην πόλη που είχε συνηθίσει να διαθέτει ισχυρό το γυναικείο επαναστατικό στοιχείο, όταν είδε τον αδερφό και τον πατέρα της να ανταλλάσσουν μπαλιές στην πίσω αυλή του σπιτιού τους. Μια μέρα στην προπόνηση του μεγαλύτερου αδερφού της ήταν αρκετή, για να της μεταλαμπαδευτεί η τρέλα και το πάθος για το σπορ.

Οι εμφανίσεις της με τις φανέλες των Τορίνο και Μπρέσια, κέντρισαν το ενδιαφέρον της Λυών, της απόλυτης υπερδύναμης του γυναικείου ποδοσφαίρου στον πλανήτη. Παρ’όλα αυτά, το καλοκαίρι του 2017, η διοίκηση της «Γηραιάς Κυρίας» αποφάσισε να δημιουργήσει γυναικείο τμήμα ποδοσφαίρου και κάπου εκεί, η καρδιά της Μπάρμπαρα είχε βρει την θέση της, στην ομάδα που μεγάλωσε παρακολουθώντας στην τηλεόραση.



Όταν στις 24 Μαρτίου οι πόρτες του «Juventus Stadium» άνοιξαν για να υποδεχθούν 40.000 φίλαθλους των «Μπιανκονέρι», οι οποίοι παρευρέθηκαν για να παρακολουθήσουν από κοντά τις «Ζέβρες» να αγωνίζονται ενάντια στην Φιορεντίνα (κάνοντας και ρεκόρ προσέλευσης οπαδών), οι σκοτεινές μέρες της διοίκησης του πρώην προέδρου του ιταλικού πρωταθλήματος, Κάρλο Ταβέτσιο, που καταδικάστηκε για σεξιστική και ρατσιστική συμπεριφορά, είχαν γίνει «βορά» για το κτήνος της λήθης του χρόνου.



Το παγκόσμιο κύπελλο στη Γαλλία ήταν η τέλεια ευκαιρία για την εθνική ομάδα της Ιταλίας να αποδείξει ότι τα μίζερα χρόνια του ιταλικού ποδοσφαίρου άνηκαν οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν. Εντούτοις, η δύσκολη κλήρωση με Βραζιλία και Αυστραλία στους ομίλους και η αμφιβολία των ιταλικών μέσων, δημιούργησαν παροξυσμό άγχους και έθεσαν τις παίκτριες της Μιλένα Μπερτολίνι ουσιαστικά με την πλάτη στον τοίχο, λίγες μέρες πριν την έναρξη του τουρνουά.

Ωστόσο, το συγκροτημένο και ετοιμοπόλεμο σύνολο της 53χρονης τεχνικού, πέρασε τους ομίλους πετυχαίνοντας δύο νίκες στα τρία ματς που έδωσε, με την Μπάρμπαρα Μπονανσέα να πετυχαίνει δύο τέρματα κόντρα στα φαβορί «κανγκουρό» της καλύτερης παίκτριας του αμερικανικού πρωταθλήματος για φέτος, Σαμ Κερ. Η πορεία τους μάλιστα ως τα προημιτελικά του τουρνουά ήταν η καλύτερη επίδοση της εθνικής Ιταλίας από το Μουντιάλ της Κίνας το 1991.



Επιπροσθέτως, τις επιδόσεις τους παρακολούθησαν 20 εκατομμύρια συμπατριώτες τους, κάτι που σημαίνει πως τουλάχιστον το 1/3 της χώρας άνοιξε την τηλεόρασή του και απόλαυσε τους πέντε αγώνες που έδωσαν οι Ιταλίδες ως τα προημιτελικά της διοργάνωσης. Κάτι που αποτελεί ρεκόρ για την χώρα στο πλαίσιο του γυναικείου αθλητισμού.



«Είναι το λιγότερο που αξίζουν» είχε δηλώσει η Μιλένα Μπερτολίνι, η οποία μικρή χρειαζόταν να κουρεύει τα μαλλιά της ανδρικά, ούτως ώστε να μπορεί να παίζει ποδόσφαιρο με τα αγόρια της ομάδας. «Με φώναζαν Μάριο και όταν ήμουν 9 με 10 χρονών δεν ήξεραν αν είμαι αγόρι ή κορίτσι» πρόσθεσε, αποκαλύπτοντας το ψυχολογικό βάρος που είχε να κουβαλήσει μαζί της κάθε μέρα για να παρευρεθεί στην προπόνηση.



Ο σεξισμός, όπως ακριβώς και ο ρατσισμός, είναι «ιοί» άρτια προσκολλημένοι στο σώμα του ιταλικού αθλητισμού και της κοινωνίας γενικότερα. Αν το πρόσφατο περιστατικό με τον Ιταλό δημοσιογράφο να λέει δημοσίως, ότι «για να σταματήσουν τον Λουκάκου θα πρέπει να του δώσουν μπανάνες να φάει» δεν ριγεί με αποστροφή την ραχοκοκκαλιά της ιταλικής κουλτούρας, τότε το γεγονός πως ο σεξισμός αναδύεται στην επιφάνεια ακόμη και στην απλή καθημερινότητα, τότε σίγουρα θα πρέπει. «Αποκαλούμε την προπονήτρια (Μπερτολίνι) ‘κύριε’, αφού έτσι μας έμαθαν. Είναι κάτι που παραμένει κατάλοιπο από το ποδόσφαιρο στην Αγγλία και τον 19ο αιώνα και οφείλει να αλλάξει» αποκάλυψε η Μπονανσέα.



Ακόμη και όταν θέλουν να προειδοποιήσουν ότι κάποια αντίπαλος έρχεται από πίσω για μαρκάρισμα, χρησιμοποιούν την λέξη «uomo» (άντρας), όπως και καθολική είναι η χρήση του «marcatura a uomo» για το γνωστό «man to man» στην άμυνα. «Η ορολογία που χρησιμοποιείται στο γήπεδο είναι αντεγραμμένη από το ανδρικό ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρό μας κάνει ακόμη τα πρώτα του βήματα και πιστεύω ότι θα ήταν καλό αυτό να αλλάξει από τώρα» είπε η Μπερτολίνι, ενώ πρόσθεσε ότι «η πιο χρησιμοποιημένη λέξη στο γήπεδο είναι το «uomo» κάτι το οποίο η ίδια απεχθάνεται.



Την περασμένη βδομάδα η Έλενα Λινάρι, που αγωνίζεται στην γυναικεία ομάδα της Ατλέτικο Μαδρίτης στην Ισπανία, έγινε η πρώτη Ιταλίδα παίκτρια που αποκάλυψε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, λέγοντας ανοικτά ότι είναι ομοφυλόφιλη. «Εδώ στην Μαδρίτη δεν υπάρχει πρόβλημα με αυτό το ζήτημα, ενώ στην Ιταλία, φοβάμαι να συζητήσω ένα τέτοιο θέμα, επειδή δεν γνωρίζω ποια θα είναι η αντίδραση» αποκάλυψε η 25χρονη πρώην αμυντικός της Φιορεντίνα, ενώ συγκίνηση προκάλεσε ο τρόπος με τον οποίο παραδέχεται ότι το εξέλαβε η γιαγιά της: «Ήταν χαρούμενη για εμένα και στεναχωρημένη, διότι ξέρει ότι δεν είμαστε προστατευμένες».



Την ίδια ώρα που στην Ιταλία οι αθλήτριες διεκδικούν τα αυτονόητα, οι παίκτριες της πρώτης κατηγορίας της Ισπανίας θα πραγματοποιήσουν απεργία με σκοπό την αναγνώριση της επαγγελματικής τους κατάρτισης από το κράτος και των συμβολέων τους, καθώς και την δημιουργία κατώτατου μισθολόγιου για όλες τις επαγγελματίες αθλήτριες της Primera Iberdrola.



Αχτίδα ελπίδας και ζωογόνας υποστήριξης προσφέρει ο νέος υπουργός Αθλητισμού της Ιταλίας, Βινσέντζο Σπανταφόρα, ο οποίος δηλώνει θετικά προσκείμενος στο ενδεχόμενο να αλλάξει ο νόμος στη χώρα και να κάνει το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου γυναικών επιτέλους επαγγελματικό.



Με τους μεγάλους συλλόγους της χώρας, όπως η Γιουβέντους, η Μίλαν, η Ρόμα, η Ίντερ, να έχουν δημιουργήσει τις κατάλληλες υποδόμες για την περαιτέρω ανάπτυξη του γυναικείου ποδοσφαίρου και το Sky Italia να προβάλει εβδομαδιαίως παιχνίδια του πρωταθλήματος, το σπορ οδεύει απαρέγκλιτα προς την καταξίωση που χρόνια τώρα επιζητά μανιωδώς.

Πριν 31 χρόνια, η Νικολέτα Γκριφόνι, έγινε η πρώτη γυναίκα που περιέγραψε ζωντανά παιχνίδι ποδοσφαίρου, δημιουργώντας μια εξελεγκτική τομή στην πατριαρχικά δομημένη ιστορία της αθλητικής δημοσιογραφίας. «Η γυναίκα που καταλαβαίνει το ποδόσφαιρο», όπως ονομάστηκε από τα μίντια της εποχής, έθεσε τις βάσεις για να φτάσει σήμερα παιχνίδι γυναικείου ποδοσφαίρου να προβάλλεται στο RAI Ιταλίας και χωρίς να το γνωρίζει, άφησε εχέγγυο και κληρονομιά στην Μπάρμπαρα Μπονανσέα, την πίστη και την ελπίδα, να γίνει εκείνη η πιονέρος που το ιταλικό ποδόσφαιρο χρειάζεται σήμερα.



Επιμέλεια: Γιάννης Γατσούλης