Ήταν τρελός. Τόσο τρελός που ανάγκασε τον εχθρό του να χαραμίσει μια σφαίρα, όπως εξέφρασαν άλλωστε οι στίχοι του τραγουδιού που ερμήνευσε εις μνήμην του ο Νότης Σφακιανάκης. Ο Σολωμός Σολωμού και το τελευταίο εκείνο τσιγάρο του έμελλε να γίνει μια για πάντα το σύμβολο της ελευθερίας για ολόκληρο το Κυπριακό ιδεώδες. 23 χρόνια και άπειρες συζητήσεις μετά, η πιο πιστή και σύγχρονη αναπαράσταση της εξόδου του Μεσολογγίου παλεύει για να μην ξεθωριάζει στον βωμό του ανθρώπινου εγωισμού.

Το κουβάρι της ιστορίας που αποκορυφώθηκε από τους κρότους των τουρκικών όπλων, πρέπει να ξετυλιχθεί 12 μέρες και 2.500 χιλιόμετρα μακριά. Η δεύτερη μέρα του Αυγούστου του 1996 αποτελούσε κάτι πολύ περισσότερο από μια ημέρα συνώνυμο της καλοκαιρινής ραστώνης. 22 χρόνια μετά την παράνομη τουρκική εισβολή στην Κύπρο, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη του 1/3 του νησιού, ο οργανισμός μοτοσικλετιστών της Μεγαλονήσου οργάνωσε μια άνευ προηγουμένου κινητή διαμαρτυρία με αφετηρία την πύλη του Βραδεμβούργου και τερματισμό την νεκρή ζώνη της Δερύνειας στην περιοχή της Αμμοχώστου. Με συμμετοχή που ξεπέρασε τα σύνορα των Ελληνόφωνων, ένας πληθυσμός 7.000 ανθρώπων ξεκίνησε να κατηφορίζει προς τις ακτές της Μεσογείου. Η άφιξη τους στην Κύπρο πραγματοποιήθηκε με τιμές εθνικών ηρώων. Ουδείς όμως περίμενε πως μερικά 24ωρα μετά, πολλοί από αυτούς θα αποτελούσαν τον επιτύμβιο μιας εξέγερσης που δεν ήρθε ποτέ…



Οι ταραχές ξεκίνησαν με την… έμμεση βοήθεια της Κυπριακής κυβέρνησης. Την ημέρα της άφιξης, ο φύσει και θέσει ηγέτης των διαμαρτυρόμενων, Γιώργος Χατζηκώστας αποφάνθηκε την διακοπή της πορείας προς την νεκρή ζώνη, ύστερα από συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Γλαύκο Κληρίδη. Η κατά πολλούς στιγμή δειλίας έκρυβε από πίσω της κάτι πολύ σημαντικότερο από απλό φόβο. Στα προάστια της Αμμοχώστου είχαν παραταχθεί κατά σειρά δυνάμεις των Τούρκων και Ισλαμιστικές οργανώσεις, με κορωνίδα αυτών τους «Γκρίζους Λύκους». Όλοι με όπλα στα χεριά, γεμάτους γεμιστήρες και μια καθαρή εντολή: Ότι κινείται πέρα των συνόρων, εκτελείται.

Βέβαια, η κίνηση ματαίωσης εξελίχθηκε σε λάδι στην ήδη αναμμένη φωτιά. Αμέσως, το αίσθημα αδικίας κατέκλυσε τους μοτοσικλετιστές οι οποίοι ξεκίνησαν σωρεία επεισοδίων δίχως σαφές προσανατολισμό και καθοδήγηση. Κατά την διάρκεια αυτών, ο Τάσος Ισαάκ, στην προσπάθεια του να διασώσει έναν συμπατριώτη του πέφτει θύμα της μανίας των Τούρκων πολιτών και αστυνομικών. Θάνατος λόγω ξυλοδαρμού το τελικό πόρισμα για τον 26χρονο, ο οποίος «πλήρωσε» τα σπασμένα δύο δεκαετιών.



Οι επίμαχες σκηνές της δολοφονίας έκαναν αμέσως τον γύρο του κόσμου, προκαλώντας σοκ και μούδιασμα. Η ημέρα της κηδείας του, τρεις μέρες αργότερα, έμεινε στην ιστορία ως το πρόγευμα για την κορύφωση της βαναυσότητας. Μέχρι το μεσημέρι της 14ης Αυγούστου, ο Σολωμός Σολωμού δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας ημιμαθής εργάτης που ζούσε μέσα στην «κανονικότητα». Η όψη του νεκρού ξαδέρφου του «σκότωσε» μέσα του κάθε ίχνος λογικής σκέψης. Μέσα στον παροξυσμό της στιγμής, το τσιγάρο στο στόμα του έκαιγε όπως εκείνος. Η λύτρωση του εν τέλει, θα ερχόταν με τον πλέον τραγικό τρόπο.



Κατά την διάρκεια της ειρηνικής πορείας στα χώματα που «πότισαν» με το αίμα του Ισαάκ, ο Σολωμού ξεφεύγει στιγμιαία από την επίβλεψη των κυανοκράνων (Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ), περνά στη νεκρή ζώνη με στόχο να κατεβάσει την τούρκικη σημαία από τον ιστό, παρά τις παρεκκλίσεις των παρευρισκόμενων. Η νεκρική σιγή καθόλη την προσπάθεια ανάβασης του, ήταν γραφτό να σπάσει από την ιαχή του θανάτου. Οι ελεύθεροι σκοπευτές που ήταν παραταγμένοι στο τουρκικό φυλάκιο ανοίγουν πυρ. Η σφαίρα από το όπλο του Κενάν Ακίν, υπουργού του ψευδοκράτους και πράκτορα των μυστικών δυνάμεων της χώρας, διαπερνά τον λαιμό του 28χρονου, ο οποίος σωριάζεται στο έδαφος. Ένα ακόμα χτύπημα στο στομάχι έρχεται να επιβεβαιώσει το αναπόφευκτο. Μπροστά στην εικόνα του πτώματος ενός νεαρού, οι Τούρκοι πυροβολούν ακατάπαυστα εναντίων των διαδηλωτών, τραυματίζοντας πολλούς εξ αυτών. Ο Σολωμού μεταφέρεται κάτω από συνθήκες ζωής ή θανάτου στο νοσοκομείο του Παραλιμνίου, εκεί όπου μερικές ώρες αργότερα ο πατέρας του θα τον έβρισκε (όπως εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος) «πεταμένο σαν το ζώο σε μια γωνίτσα».

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Σολωμός Σολωμού είχε πάψει να θεωρείτο άλλο ένα παράδειγμα ενός ανειδίκευτου λαού. Αποτελούσε «σημαία» ειρήνης, μα πάνω από όλα, την σπίθα για μια φωτιά που δεν άναψε ποτέ. Έγινε τραγούδι στα χείλη πολλών, ενώ η ιστορία του μελοποιήθηκε από τραγουδιστές όπως ο Στέλιος Ρόκκος και ο Δημήτρης Μητροπάνος. Στο ζειμπέκικο του με τίτλο «Πάντα γελαστοί» περιέχεται ένας στίχος που προοικονομεύει όσο τίποτα όλα εκείνα που ακολούθησαν εκείνων των ημερών.



«Στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι, πάντα γελαστοί και γελασμένοι».

Τα όνειρα περί τιμωρίας των δολοφόνων και αλλαγής στο γεωπολιτικό σκηνικό αποδείχθηκαν…θερινής νυκτός.

23 χρόνια μετά, ο Ακίν αποτελεί κοντινό πρόσωπο της κυβέρνησης Ερντόγαν, ενώ με περίσσεια δόση ανθρωπιάς μοιάζει απορημένος από το γεγονός ότι «τόσοι πολλοί ασχολούνται με τον θάνατο ενός σκύλου». Οι Τούρκοι, ανήμερα της επετείου οδηγούνται σε συνεχείς παραβιάσεις της Κυπριακής ΑΟΖ και διαμηνύουν μεταξύ σοβαρού και αστείου πως μια επιχείρηση παρόμοια του «Αττίλα» μόνο προσοδοφόρα θα ήταν για την Μεγαλόνησο.

Προκαλώντας σε κοινή θέα, η δια ροπάλου γείτονες των Κυπρίων φαίνεται πως λησμονούν με κάθε τρόπο τα τεκταινόμενα του 1996. Δεν έχουν λόγο άλλωστε να πράξουν διαφορετικά. Εκείνοι που όφειλαν να πράξουν διαφορετικά είναι όσοι υποστήριξαν ακράδαντα την ειρηνική πορεία που εξελίχθηκε σε λουτρό αίματος. Εκείνοι που πίστεψαν πως ένας άνδρας κατάφερε μέσα σε μία στιγμή να ρεζιλέψει ένα ολόκληρο έθνος, ενώ η μετέπειτα ιστορία έδειξε πως η ντροπή βαραίνει περισσότερο τις δικές τους άεργες πλάτες.

Ίσως, ο σπουδαιότερος βραχνάς στην προσπάθεια πολλών να αποκτήσουν τα κατά γενική ομολογία κεκτημένα τους, είναι η συνειδητοποίηση πως «η ελευθερία δεν είναι αυτό που κάνεις, αλλά ότι πράττεις μετά από αυτό που σου κάνουν». Ουδείς θέλει εν τέλει να βρεθεί ενώπιον των ευθυνών του. Εκείνος που το τόλμησε, είδε πολύ γρήγορα την ταινία της ζωής του.

Όσο αγράμματος κι αν ήταν όμως, ήξερε πως «ο ελεύθερος άνθρωπος είναι ελεύθερος και στο κλουβί της φυλακής του». Πόσο μάλλον στα χώματα απ’ όπου αναδύθηκαν ήρωες που κινδυνεύουν να «σκουριάσουν» γιατί δεν φορούσαν φουστανέλες…

Επιμέλεια: Γιάννης Γιανναράκης