Έχει εργαστεί σε αρκετές χώρες που πολλοί δεν... γνωρίζουν καν. Όπως το Νεπάλ και το Μαλάουι.

Έχει περάσει, επίσης, από τον πάγκο της εθνικής Ινδίας, ορισμένων κυπριακών ομάδων αλλά και του Απόλλωνα Σμύρνης ως βοηθός του Λόρι Σάντσες. Ο Στιβ Κωνσταντινίδης, περί ου ο λόγος, έχει αμέτρητες εμπειρίες και ιστορίες που θέλησε να διηγηθεί στο sportfm.gr.

Ο πολύπειρος τεχνικός αναφέρεται στο πέρασμά του από το Νεπάλ, το Μαλάουι και την Ινδία, όπου το καθένα από αυτά συνοδεύτηκε με τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα και με διάφορες ατομικές διακρίσεις. Μέχρι και... ιππότης χρίστηκε από τον Βασιλιά του Νεπάλ, ενώ ανακυρήχθηκε ως ο καλύτερος προπονητής σε όλα τα αθλήματα στην Ινδία. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να μην μιλήσει και για το πέρασμά του από την Ελλάδα αλλά και να εκφράσει την επιθυμία του για επιστροφή στην χώρα μας, ενώ αναλύει και την φιλοσοφία του ως προπονητής.

Αναλυτικά η συνέντευξη του Στιβ Κωνσταντινίδη στο sportfm.gr και στην Αναστασία Βοσνάκη:

-Η πρώτη ομάδα που προπονήσατε είναι το Νεπάλ. Πως έγινε η προσέγγιση και πως αποφασίσατε να ξεκινήσετε από αυτήν την ομάδα;
«Επικοινώνησε μαζί μου η ομοσπονδία της Αγγλίας, στην οποία ήμουν μέλος της ένωσης προπονητών, και μου προσέφεραν την θέση και την ευκαιρία στην οποία δεν μπορούσα να αρνηθώ. Ήταν ένα από τα καλύτερα πράγματα που έχω κάνει ποτέ, έμαθα τόσα πολλά τόσο εντός όσο και εκτός αγωνιστικού χώρου. Τα αποτελέσματά μας ήταν τόσο καλά που μου έδωσαν την ύψιστη τιμή που θα μπορούσε να λάβει κάθε “ξένος” στη χώρα αφού ο Βασιλιάς του Νεπάλ με έχρισε ιππότη».

-Λίγα χρόνια αργότερα, προπονήσατε το Μαλάουι. Πως είναι να προπονείτε μια χώρα σαν αυτή που δεν έχει ιδιαίτερες διακρίσεις ούτε έχει βγάλει πολλούς σημαντικούς ποδοσφαιριστές;
«Φυσικά και ήταν δύσκολα ορισμένες φορές και μπορείς να καταλάβεις ότι πριν αναλάβω τη δουλειά, ήμουν πλήρως ενημερωμένος για την κατάσταση και ήξερα τι πρέπει να κάνω πριν πάω εκεί. Υπήρχαν αρκετοί παίκτες που αγωνίζονταν σε ευρωπαϊκές λίγκες και επίσης στην Νότιο Αφρική. Ο επιθετικός μου, Εσάου Κανιέντα έπαιξε στην Λοκομοτίβ, οπότε σίγουρα υπήρχε η ικανότητα από την πλευρά των ποδοσφαιριστών.

Εννοείται πως η ζωή είναι σκληρή, αλλά είσαι εκεί για να τους βοηθήσεις και να τους βελτιώσεις. Πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω αυτό και να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου, η οποία είναι να φτιάξω μια ομάδα που θα κερδίζει τους αγώνες. Φυσικά και παίρνει χρόνο και πρέπει να έχεις τους σωστούς ανθρώπους γύρω σου και να αντιληφθείς τι πρέπει να κάνεις στη δουλειά σου».




-Έχετε προπονήσει αρκετές ομάδες. Ποιος σύλλογος είναι εκείνος που δεθήκατε περισσότερο και όταν αποχωρήσατε σας πείραξε πιο πολύ;
«Συνήθως νιώθω σύνδεση όπου και να πηγαίνω, είναι στην φύση μου. Προσπαθώ να καταλάβω την κουλτούρα, τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους. Μπορώ να πω ότι, 3 και 4 χρόνια που ήμουν στην Ινδία, είχα πολύ καλή προσαρμογή εκεί.

Στην Ελλάδα στα αλήθεια απόλαυσα τον χρόνο μου εκεί και συνάντησα υπέροχους ανθρώπους. Στην Κύπρο είχα εκπληκτικές εμπειρίες με την ΑΠΕΠ και τη Νέα Σαλαμίνα, όπως επίσης και στην Αγγλία και την Μπόρνμουθ, έχω ακόμα φίλους από όπου και αν έχω πάει.

Η πρώτη ομάδα που προπόνησα επίσης, η εθνική του Νεπάλ και στη συνέχεια έλαβα την ύψιστη τιμή από τον Βασιλιά της χώρας. Δεν γίνεται να ξεχάσω όλες αυτές τις στιγμές που έζησα τότε. Ή όταν προκριθήκαμε στους ομίλους του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής με την Ρουάντα. Όλα αυτά είναι πράγματα που σε δένουν με τις ομάδες και σου μένουν αξέχαστα».




-Ποια είναι η φιλοσοφία σας ως προπονητής; Πριν ξεκινήσετε την προπονητική σας καριέρα, είχατε κάποιον μέντορα, ή κάποιον άνθρωπο που θαυμάζατε και σας έδωσε κίνητρο;
«Έχω μια ολιστική προσέγγιση στην προπονητική και δείχνω ενδιαφέρον στα πάντα, στα αθλήματα, στην επιστήμη, στο σκάουτινγκ, στην εκπαίδευση προπονητών, στην ανάπτυξη των νεαρών ποδοσφαιριστών σε ηλικία, στην ανάλυση και φυσικά στο «χτίσιμο» των ομάδων. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να καταλάβεις όλα τα παραπάνω εάν θέλεις να είσαι επιτυχημένος και να πάρεις την καλύτερη δυνατή πιθανότητα για να κερδίζεις τα παιχνίδια.

Δεν είχα συγκεκριμένο μέντορα, αλλά υπάρχουν τόσοι καλοί προπονητές εκεί έξω. Το να συμμετέχεις σε σεμινάρια, να παίρνεις διπλώματα και να βλέπεις άλλους τεχνικούς να προπονούν, είναι πολύ ενδιαφέρον και με κάνει καλύτερο.

Το κίνητρό μου είναι η αγάπη μου για το ποδόσφαιρο και το συναίσθημα που νιώθω όταν κερδίζω αγώνες και μπορώ να βλέπω νέους παίκτες να γίνονται πετυχημένοι. Το καλύτερο συναίσθημα είναι να δίνεις την ευκαιρία να αγωνιστεί και να τον βλέπεις να βελτιώνεται και να γίνεται αυτός ο ιδιαίτερος παίκτης που ήξερες ότι θα γίνει. Και είναι μοναδικό να είσαι σε θέση να το καταφέρεις αυτό. Αυτό είναι το κίνητρό μου!».




-Το 2013/14 ήσασταν βοηθός του Λόρι Σάντσες στον Απόλλωνα Σμύρνης. Τι κρατάτε από τον συγκεκριμένο τεχνικό, τι μάθατε δίπλα του και πώς ήταν η εμπειρία σας στην Ελλάδα και σε μια ελληνική ομάδα;
«Ο Λόρι Σάντσες είναι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος και έχει ένα ποδοσφαιρικό μυαλό που λίγοι από όσους έχω γνωρίσει έχουν. Θυμάμαι σε έναν αγώνα του Απόλλωνα κόντρα στον Παναθηναϊκό, μου ζητήθηκε να μεταφράσω τις δηλώσεις που είχε κάνει στο flash interview, αμέσως μετά το τέλος του αγώνα που είχε λήξει ισόπαλος 1-1.

Στην ερώτηση λοιπόν ενός δημοσιογράφου, για το αποτέλεσμα του παιχνιδιού, ο Σάντσες με έπιασε από τον ώμο, σαν να με αγκαλιάζει, και του είπε ‘’ΕΙΜΑΣΤΕ πολύ χαρούμενοι από την απόδοση, ήταν ένα καλό αποτέλεσμα για εμάς και προσπαθούμε για το καλύτερο κάθε εβδομάδα’’. Η λέξη κλειδί ήταν το ΕΜΕΙΣ, όχι το εγώ και αυτό για εμένα ήταν ένα τεράστιο σημάδι σεβασμού απέναντι σε εμένα και την ομάδα.

Ήταν φυσικά μια δύσκολη περίοδος για τον Απόλλωνα και για όλους όσοι ήμασταν στην ομάδα. Παίζαμε καλό ποδόσφαιρο, αλλά ήμασταν άτυχοι και δεν μείναμε στην Super League εκείνη τη χρονιά, αλλά δεν πειράζει γιατί έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Γενικά ήταν ωραία η ζωή στην Ελλάδα και οι άνθρωποι ήταν πολύ καλοί».




-Θα θέλατε να γυρίσετε ξανά στην Ελλάδα και να αναλάβετε κάποια ομάδα;
«Φυσικά θα μου άρεσε πάρα πολύ να γυρίσω στην Ελλάδα και να προπονήσω κάποια ομάδα. Το πάθος που έχουν στα παιχνίδια και στις ομάδες είναι φανταστικό. Ήταν αδύνατον να μην ενθουσιαστώ με την ατμόσφαιρα σε γήπεδα όπως η Τούμπα, το Κλεάνθης Βικελίδης και το Καραϊσκάκη, ήταν απίστευτη εμπειρία».

-Πριν λίγο καιρό, είχε ακουστεί το όνομά σας για τον πάγκο της Εθνικής Ελλάδας, αλλά τελικά αποκτήθηκε ο Τζον Φαν’τ Σιπ. Τι άλλαξε τελικά και δεν αναλάβατε την ομάδα;
«Ναι ενδιαφερόμουν πολύ για αυτήν τη θέση και μου είχαν πει ότι ήμουν στη λίστα. Από την μεριά μου δεν άλλαξε τίποτα και ήμουν έτοιμος να αναλάβω την θέση, καθώς και να βοηθήσω την ομάδα, αλλά η ΕΠΟ διάλεξε τον κύριο Φαν’τ Σιπ και έπρεπε να το σεβαστώ. Εύχομαι σε εκείνον και στην ομάδα τα καλύτερα!»

-Αναδειχθήκατε καλύτερος προπονητής στην Ινδία από το 2018 και ύστερα. Πόσο σημαντικό ήταν αυτό για εσάς και πώς νιώσατε;
«Για μένα ήταν μια τεράστια τιμή, γιατί δεν ήταν μόνο για το ποδόσφαιρο, αλλά για όλα τα αθλήματα στην Ινδία, κάτι το οποίο ήταν υπέροχο. Είμαι πολύ περήφανος για αυτή τη διάκριση και πρέπει να πω ευχαριστώ στους παίκτες μου και σε όλο το επιτελείο, όπως επίσης και στην Ομοσπονδία της Ινδίας. Είμαι απλά ένα μέλος της ομάδας και νιώθω τόσο ευγνώμων που έχω εξαιρετικούς ανθρώπους γύρω μου».



-Ποιος είναι ο ρόλος σας στην FIFA;
«Είμαι εκπαιδευτής και συνεργάζομαι μαζί τους 20 χρόνια. Ο ρόλος μου είναι να εκπαιδεύω προπονητές, πώς να προπονούν τους παίκτες τους και η FIFA με έστειλε σε ολόκληρο τον κόσμο να το κάνω αυτό. Φυσικά και είμαι περήφανος που είμαι μέλος της FIFA Elite και να μεταλαμπαδεύω τη γνώση μου και την εμπειρία μου στους προπονητές, είναι κάτι που απολαμβάνω και χαίρομαι που το κάνω»