Γεννημένος στη Βιέννη στις 22 Φεβρουαρίου 1969 ο πατέρας του, Φιν Λάουντρουπ, ο οποίος ήταν παλιός διεθνής ποδοσφαιριστής ήταν ο πρώτος που εμφύσησε στο μικρό Μπρίαν την αγάπη για τη «στρογγυλή θέα». Έχοντας τέτοιο υπόβαθρο, η ενασχόληση του με τον αθλητισμό αποτελούσε μονόδρομο. Έτσι, προς τέρψιν των πατρικών φιλοδοξιών έκανε τα πρώτα του βήματα στις ακαδημίες της Μπρόντμπι.

Σύντομα ξεδίπλωσε πτυχές από το πλούσιο ταλέντο του και μετατράπηκε σε αταλάντευτο πυλώνα της ομάδας. Οι καταπληκτικές του εμφανίσεις αποτέλεσαν το διαβατήριο προώθησης του στην πρώτη ομάδα της Κοπεγχάγης. Εκεί έμεινε μέχρι το 1989 και κατέκτησε μαζί της δύο πρωταθλήματα. Η Μπάγερν Ίρντιγκεν, διαβλέποντας τις ευοίωνες προοπτικές εξέλιξης του θέλησε να τον εντάξει στο δυναμικό της. Ο σύλλογος από τη Βαυαρία δεν άργησε να αντιληφθεί ότι πέτυχε φλέβα χρυσού.

Ο 20χρονος πολυσχιδής μέσος διέθετε ένα χαρακτηριστικό που σπανίζει ακόμα και στο σύγχρονο ποδόσφαιρο: είχε την ευκαιρία να αγωνιστεί σε όλες τις θέσεις της επίθεσης (ακραίος επιθετικός, κυνηγός και μέσος). Όπως είναι φυσικό, ένα τέτοιο στοιχείο τον καθιστούσε ένα σπουδαίο πολυεργαλείο στα χέρια του εκάστοτε προπονητή του. Μάλιστα, όταν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό συνδυάζεται με την άριστη τεχνική κατάρτιση είναι ικανό να προκαλέσει το ενδιαφέρον πολλών ομάδων. Και πράγματι έτσι έγινε, αφού η Μπάγερν Μονάχου το 1990 έσπευσε να τον εντάξει στο δυναμικό της, καταβάλλοντας στη συμπολίτισσα Ίρντιγκεν 6 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα.

Ταφόπλακα στις προσδοκίες

Μπορεί η πρώτη χρονιά να εξελίχθηκε θαυμάσια για τον Λάουντρουπ, καθώς σκόραρε 9 φορές σε 33 ματς, καλλιεργώντας διάπλατα χαμόγελα και κρυφές προσδοκίες στους ιθύνοντες των «κόκκινων», ωστόσο ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο στην εκκίνηση της δεύτερης χρονιάς, άλλαξε άρδην τις ισορροπίες, μετατρέποντας τη συνέχεια σε εφιάλτη.

Τι και αν επανήλθε στην ενεργό δράση, ύστερα από πολλούς μήνες, ποτέ ξανά δεν ήταν ο ίδιος, ποτέ ξανά δεν τον εμπιστεύτηκαν οι Βαυαροί. Λίγο καιρό μετά αποδεσμεύτηκε και επιδιώκοντας να δραπετεύσει από τη μέγγενη των προβλημάτων υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με τη Φιορεντίνα.



Από τη Β’ Ιταλίας στην κορυφή του κόσμου

Και αν η ιταλική ομάδα έμοιαζε με θεόσταλτη σανίδα σωτηρίας, προκειμένου ο περί ου ο λόγος να αναπτερώσει την πληγωμένη του αυτοπεποίθηση, γοργά αυτή η σκέψη αποδείχθηκε ότι πόρρω απείχε από την πραγματικότητα. 365 ημέρες αργότερα, οι «βιόλα» σε μια σεζόν που οι φίλοι του συλλόγου θα επιθυμούν να κρύψουν παντοτινά σε κάποια σκοτεινή καταπακτή του μυαλού τους υποβιβάστηκαν.

Παρόλα αυτά, όντας η μοναδική όαση στο κυκεώνα των αγωνιστικών προβλημάτων, η Μίλαν τον πήρε το 1994 στο ρόστερ της ως δανεικό. Μολονότι φυσιολογικά δεν βρήκε χρόνο συμμετοχής ανάμεσα στην πλειάδα αστεριών που είχαν στη γραμμή κρούσης οι «ροσονέρι» (Σαβίσεβιτς, Μασάρο, Μπόμπαν και άλλους), σκαρφάλωσε στην Αψίδα του Θριάμβου του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου το 1994. Η Μίλαν-αν και αποδεκατισμένη- διέλυσε την Μπαρτσελόνα με σκορ 4-0 στον τελικό που διεξήχθη στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας. Επίσης, κατέκτησε και ένα πρωτάθλημα, φορώντας τη φανέλα της.



Το όχημα προς την καταξίωση

Μπορεί η αποχώρηση από την πρωταθλήτρια Ευρώπης και ακολούθως η μετακόμιση στην σκωτσέζικη Ρέιντζερς να φάνταζε στα μάτια πολλών ως πισωγύρισμα, όμως η πορεία έδειξε ότι μόνο τέτοια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Και πώς όχι άλλωστε από την στιγμή που διήρκησε τέσσερα χρόνια και σε 116 αναμετρήσεις σημείωσε 33 γκολ, κέρδισε 3 πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας μαζί της. Αντιθέτως, έγινε το όχημα που τον έβγαλε στον αφρό. Το πέρασμα του στην Τσέλσι θα ξεχαστεί γρήγορα, καθώς ούτε εκεί δεν κατάφερε να ξορκίσει την κακοτυχία των τραυματισμών.

Η Εθνική και το «αντίο»

Η επιστροφή στα πατρογονικά εδάφη για χάρη της Κοπεγχάγης δεν στέφθηκε από επιτυχία και ακολούθησε ο Άγιαξ. Βυθισμένος στη δίνη των τραυματισμών, ο Λάουντρουπ υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση μόλις στα 31 του.

Στις 18 Νοεμβρίου 1987 πήρε το «βάπτισμα του πυρός» με τη φανέλα της εθνικής Δανίας απέναντι στη Δυτική Γερμανία. Συνολικά κατέγραψε 82 συμμετοχές με το εθνόσημο στο στήθος, ενώ βρήκε δίχτυα και 21 φορές. Παράλληλα, ιδιαίτερη θέση δίχως αμφιβολία κατέχει στην καρδιά του, και στο παλμαρέ του η απρόσμενη κατάκτηση του Euro του 1992 και το Κυπέλλου Συνομοσπονδιών το 1995. Αναδείχθηκε τέσσερις φορές κορυφαίος Δανός ποδοσφαιριστής της σεζόν (1989, 1992, 1995, 1997). Επίσης ιδιαίτερης μνείας χρήζει ότι και ο αδερφός του, Μίκαελ Λάουντρουπ, διέγραψε έξοχη πορεία και έγινε ένα από τα σπουδαιότερα «10άρια» της εποχής του.

Η φλόγα του έρωτα που σιγόκαιγε στα σωθικά του δεν έσβησε ποτέ. Πλέον, αποτελεί επικεφαλής ακαδημίας ποδοσφαίρου στη γενέτειρά του, συμβάλλοντας στην ομαλή επανένταξη περιθωριοποιημένων ατόμων στο κοινωνικό σύνολο. Και ίσως τελικά αυτό το πανανθρώπινο μήνυμα που στέλνει να έχει μεγαλύτερη αξία από όλους τους τίτλους του κόσμου.

Επιμέλεια: Παναγιώτης Ιωάννου