«Η μόνη μου λύπη, είναι ότι έχω μόνο μία καριέρα να προσφέρω στην Ρόμα», είχε δηλώσει ο Ντανιέλε Ντε Ρόσι, ο άνθρωπος που κατάφερε να γίνει «βασιλιάς» και «στρατιώτης» μαζί και το σήμα της Ρόμα, κοσμούσε το στέρνο που χτυπούσε σε κάθε γκολ.

Δεν πήρε τίτλους, δεν έκανε ρεκόρ αλλά κατάφερε να συνδυάσει την γενναιότητα και το πάθος της ιστορίας του τόπου του, κάνοντας το εθνικό γήπεδο της Ιταλίας, το δικό του Κολοσσαίο.

Η παρουσία του Φρανσέσκο Τότι ήταν η προσωπική του ατυχία, αφού έμεινε στην «σκιά» του με την στιγμή που φόρεσε στο μανίκι του το σήμα του τελευταίο αγώνα του «λαπιτάνο». Τότε, το δικό του μπράτσο σφίχτηκε από το περιβραχιόνιο του αρχηγού, το πρόσωπο του μπήκε στις σημαίες και η δική του καριέρα ξεκίναγε, όταν όλοι οι άλλοι τελείωναν. Η σημαία της Ρόμα είχε ένα αλύγιστο “ιστό”.



Η αφετηρία του από την άσημη Όστια Μάρε ως επιθετικός ήταν απλά η αφορμή για να φορέσει την φανέλα της ομάδας που θα έμενε στην καρδιά του. Η κίνηση του Φάμπιο Καπέλο να του προσφέρει το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα στις 10 Οκτωβρίου του 2001, στο παιχνίδι με την Άντερλεχτ για το Champions League, ήταν η αρχή μίας καριέρας ενός από τους ρομαντικούς αρχηγούς στην ιστορία του ποδόσφαιρου.



Εκ τότε, το κοντέρ σταμάτησε στις 616 επίσημες εμφάνισες και η δεύτερη θέση στην ιστορία της Ρόμα σε συμμετοχές απέκτησε το όνομα του. Μαζί με αυτές, πρόσφερε και 63 τέρματα, όλα τους πανηγυρισμένα με όσο πάθος μπορούσε να βγάλει προς τα έξω η φωνή του.



Η λογική «σκιά» του Φρανσέσκο Τότι, τον κάλυπτε όσο χρειαζόταν για να μην βγαίνει προς τα έξω τα πόσα έδινε εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, χωρίς να κάνει τον ίδιο να τα παρατάει ούτε στιγμή.

Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του να αφήσει το “Ολίμπικο” για κάποια άλλη ομάδα, είτε για τα χρήματα, είτε για την δημοσιότητα, με τον χαρακτήρα του να αποκτάει «ανοσία» σε τέτοιους πειρασμούς που απλά καταστρέφουν καριέρες.

Αξέχαστη η φράση που έλεγε: «Ήξερα πάντα ότι οι επιλογές στην καριέρα μου ήταν 'λάθος' σε επαγγελματικό επίπεδο. Ήταν εγωιστικές γιατί είχα πάντα ανάγκη να παίζω για την Ρόμα. Λαμβάνω σωματική και ψυχική ευχαρίστηση παίζοντας με την φανέλα της Ρόμα».

Κατακτητής του άξονα και επιβλητική μορφή σε όλο το γήπεδο, ήταν τα στοιχεία που έκαναν τον, πλέον, 36χρονο μέσο να ξεχωρίζει στον αγωνιστικό χώρο. Φυσικά, όλα αυτά δεν έφευγαν από πάνω του ούτε με το εθνόσημο της Ιταλίας στο στήθος. Στα 22 του χρόνια, γίνεται ο νεότερος Ιταλός



ποδοσφαιριστής που θα κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο, το 2006 και μέσα σε 13 χρόνια, θα φορέσει 117 φορές τα χρώματα των «ατζούρι», ενώ τα 21 γκολ, θα του προσφέρουν μία πολύ ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Στην κατηγορία των Μέσων, θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στα μεταπολεμικά χρόνια και δεύτερος όλων των εποχών, πίσω από τον αείμνηστο Αντόλφο Μπαλοντσιέρι. Δίπλα από το «βαρύ» του όνομα, υπάρχει και ο μόνιμος αριθμός που φορούσε από το 2005, το «16».

«Το 16 το φοράω γιατί στις 16 Ιουνίου του 2005 γεννήθηκε η κόρη μου, Γκάια αλλά και επειδή το φορούσε ο τεράστιο Ρόι Κιν της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ήταν ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που έβγαλα φωτογραφία», ήταν η εξήγηση πίσω από τον αριθμό που τον συνόδευσε μέχρι την «δύση» της καριέρας του.



Ο πρώτος λόγος που ανέφερε, αποτέλεσε και την αιτία να βάλει τέλος στην 19χρονη πορεία του ως ποδοσφαιριστής, καθώς η απόσταση που χώριζε εκείνον και την κόρη του, ήταν αρκετή για να τερματίσει το συμβόλαιό του με την αργεντίνικη Μπόκα Τζούνιορς.



Ωστόσο, το δικό τους «τέλος» ήρθε στις 26 Μαΐου του 2019, την ημέρα που ο μεγαλύτερος φόβος του, πήρε «σάρκα και οστά». Δεν ήταν άλλος από το να πατήσει στον αγωνιστικό χώρο και να ακούσει την λέξη “αντίο”, από ένα γήπεδο γεμάτο με τον κόσμο με τον οποίο γέλασε, πανηγύρισε, θύμωσε, γέλασε και παθιάστηκε όσο κανείς άλλος.

Ένας μοναχικός πολεμιστής που τίμησε όσο λίγοι την φανέλα τους και όσο ελάχιστοι την ομάδα που τους “γέννησε” και έγινε το δεύτερο τους σπίτι.

Συγκίνηση ή υπερηφάνεια το ερώτημα που ταλαντεύει το μυαλό των ποδοσφαιρόφιλων στο άκουσμα του επίλογου αυτής της καριέρας. Σίγουρα, η απάντηση που προσφέρεται χωρίς ερώτημα, είναι ότι αυτός ο άνθρωπος έκανε αυτό το άθλημα να ευχαριστεί που τον είχε μέλος της και οι καρέκλες των γηπέδων να νιώθουν δέος που τον απολαύσανε. Αυτός ήταν ο Ντανιέλε Ντε Ρόσι, ένας μουσάτος βασιλιάς που ήξερε να «υπηρετεί»

Επιμέλεια: Νότης Χάλαρης