Μ’ένα προσδόκιμο αγωνιστικής ζωής αμφιλεγόμενα πιο ευρύ από τα μόλις 11 χρόνια καριέρας, ο μικρός αδερφός του Μίκαελ άφησε το στίγμα του, βάζοντας τον Ραλφ μπροστά από ένα επώνυμο που πάσχιζε να αποδείξει ότι ήταν δικό του.

Η πορεία του Ραλφ Σουμάχερ στις πίστες της Φόρμουλα 1 θύμιζε πάντα καρδιογράφημα ετοιμοθάνατου βαρυποινίτη. Οι ενέσεις αδρεναλίνης κρατούσαν την καρδιά του σε αγωνιστική εγρήγορση, ωθώντας το πόδι του να πατά στιβαρά το γκάζι, πάλλοντας τους μύες της καρδιάς που τροφοδοτούσαν με καύσιμο το σώμα του. Στον απολογισμό της καριέρας του, ο Ραλφ πασχίζει έως και σήμερα, να αποδείξει ότι τα «πάνω» της καριέρας του ήταν περισσότερα από τα «κάτω», τραβώντας γραμμή σε πράξεις απλών μαθηματικών που ελπίζει στο τέλος της ημέρας να μην βγάλουν αρνητικό πρόσημο.



Αυτοκριτική και πρόοδος. Ο μικρός αδερφός της γνωστής οικογένειας του βαρόνου Μίκαελ Σουμάχερ, γνώριζε πως το επώνυμό του θα αποτελούσε εισιτήριο στη τσέπη του για την αμαξοστοιχία της κορυφαίας κατηγορίας μηχανοκίνητου αθλητισμού, αφού όταν έφτασε σε αυτή, ο αδερφός του είχε ήδη κατακτήσει δύο παγκόσμια πρωταθλήματα με την Μπένετον. Στην πρόσφατη συνέντευξή του, όταν ο δημοσιογράφος Τομ Κλάρκσον τον ρώτησε αυτό που όλοι μας αναρωτιόμαστε επί χρόνια, ο Ραλφ δεν δίστασε και δίχως να επιθυμεί να κρυφτεί πίσω από ευτελείς δικαιολογίες, αποκρίθηκε: «Αν θα είχα καταφέρει να φτάσω ως την Φόρμουλα 1 χωρίς τον αδερφό μου; Πιθανώς όχι. Όπως κύλησαν τα πράγματα ήταν αρκετά καλά, απλά δεν πέτυχε».



Η θέση του συνεντευξιαζόμενου δεν του ταίριαζε από παλιά. Σαν κοστούμι γάμου, που το κοίταζες και γνώριζες ότι ποτέ δεν θα μπορούσες να χωρέσεις μέσα, ο Ραλφ μισούσε τις συνεντεύξεις και απεχθανόταν να κάνει δηλώσεις. Ακόμη και τώρα που εργάζεται ως σχολιαστής στο γερμανικό SkySports, αποφεύγει εντέχνως να αναλαμβάνει συνεντεύξεις, αφού όπως λέει «τον κάνουν να βαριέται» και προτιμάει να τις «πασάρει» στον Νικ Χάιντφιλντ για να τις κάνει εκείνος για το κανάλι.

Αν και έχουν περάσει 12 χρόνια από την τελευταία του σεζόν σε μονοθέσιο, εμφανίστηκε πλήρως συνειδητοποιημένος και συμφιλιωμένος με τον εαυτό του, αναγνώρισε τα λάθη του και έμοιαζε ικανοποιημένος που ποτέ δεν προσπάθησε να βρει εξιλαστήρια θύματα για τα κακώς κείμενα της καριέρας του. «Είχα τις ευκαιρίες μου για επιτυχίες αλλά έκανα λάθη. Έπρεπε να είχα μεγαλύτερη επίγνωση του τι κάνω πρωτού υπογράψω με την Γουίλιαμς» παραδέχθηκε.



Και αν το πέρασμά του από την BMW Γουίλιαμς των πολλών προβλημάτων ήταν ο σάκος με τα βάρη στον ένα ώμο του, αφού ποτέ δεν μπόρεσε να διεκδικήσει ένα πρωτάθλημα, στον άλλο θα κρατάει για πάντα έναν σωρό από «αν» που επιζητούν απαντήσεις μαζί με την ασταθή λυκοφιλία του με τον εκκεντρικό και ευέξαπτο Χουάν Πάμπλο Μοντόγια που θα «ξυλοφορτώνει» αδέκαστα τον εγωισμό του.



Η νέα γενιά πιλότων που έρχονται με φόρα από τις μικρότερες κατηγορίες πρωταθλητισμού των στρωμάτων της Φόρμουλα 1, όπως ο γιος του, Ντέιβιντ, έχουν τον πατέρα τους ως το απόλυτο πρότυπο. «Ίσως αυτό που μπορώ να χρησιμοποιήσω και να περάσω στον γιο μου, είναι οι γνώσεις που απέκτησα από τα δικά μου λάθη, ώστε να μην κάνει τα ίδια και εκείνος» λέει, σαφώς μετανιωμένος που δεν έδινε - μολονότι μπορούσε - το 100% του εαυτού του όταν χρειαζόταν.

Και αν η είσοδος του αδερφού του Μίκαελ στην Φόρμουλα 1, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται, συνέβη «τυχαία», (ακριβώς επειδή ο Μπέρτραντ Γκασό μπήκε φυλακή γιατί ψέκασε με σπρέι τα μάτια ενός οδηγού ταξί), ο Ραλφ ήξερε ότι θα χρειαζόταν να παλέψει ακόμα πιο σκληρά, ούτως ώστε να ενισχύσει τις πιθανότητες του να φτάσει τα υψηλά κλιμάκια του μηχανοκίνητου αθλητισμού.



Η ένταξή του στην Τζόρνταν (από όπου ξεκίνησε και ο Μίκαελ εντελώς τυχαία), τον έφερε πλάι στον Τζιανκάρλο Φισικέλα, με τον οποίο «συγκρούστηκε» μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά. Ο αγώνας στην Αργεντινή το 1997, βρήκε τον Ραλφ να κυνηγά τον αργότερό του, αλλά και προπορευόμενο Φισικέλα, τον οποίο επιχείρησε να προσπεράσει. Κάτι που ο Ιταλός δεν επέτρεψε, οδηγώντας τον ίδιο στην εγκατάλειψη και τον Ραλφ να τερματίζει τρίτος πίσω από τον Ζακ Βιλνέβ, σ’έναν αγώνα που η Τζόρνταν ήταν έτοιμη να πάρει διπλή βαθμολόγηση ανεβαίνοντας και στο βάθρο. «Ήμασταν 22 ετών παιδιά και η ομάδα όφειλε να πάρει μια απόφαση, διότι το αίμα μας έβραζε και θέλαμε την νίκη» είπε ενθυμούμενος το περιστατικό.



Παρόμοια αμφίδρομα ολέθρια σχέση είχε και με τον Ντέιμον Χιλ. Η κόντρα των δύο ωθούταν στα άκρα διαρκώς καθώς ο γεμάτος έπαρση Χιλ ένιωθε την ανάγκη συνεχώς να θυμίζει στον Ραλφ ποιος είναι το αφεντικό στην βρετανική ομάδα. Ο αγώνας στο Σπα επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ο Χιλ αρνούνταν να αφήσει τον Ραλφ να περάσει, αν και ο δεύτερος ήταν καθολικά πιο γρήγορος, αφού όπως έλεγε, «αν προσπαθήσει να με περάσει θα τον χτυπήσω, γιατί προτιμώ να μην τερματίσει κανείς μας παρά να χάσω από τον Ραλφ». Άλλωστε ο Χιλ είχε προηγούμενα με την οικογένεια Σουμάχερ, αφού και με τον αδερφό του Μίκαελ, επεδείκνυε αυτό που θα ορίζαμε ως όχι και τόσο επαγγελματική συμπεριφορά, με αποκορύφωμα στην σχέση των δύο το φινάλε του πρωταθλήματος του 1994, που ο Ντείμον Χιλ αποκάλεσε τον Σουμάχερ άτομο χωρίς αίσθηση του χιούμορ και αρκετά ψεύτικο εκτός πίστας.


«Η Φόρμουλα 1 ήταν ιδιαιτέρως ανταγωνιστική για μένα και πάντα πίστευα ότι οι teammates δεν μπορούν να είναι φίλοι» απάντησε όταν ρωτήθηκε εάν μετάνιωσε για τις κόντρες με τους ομόσταβλούς του, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η παραδοχή του, πως ο μόνος με τον οποίο μίλησε και εκτός αγώνων, ήταν ο Μοντόγια, με τον οποίο πολλάκις βρέθηκαν στα μαχαίρια, όντας και οι δύο ευέξαπτοι νεαροί στα ντουζένια τους.



Αν και στην παρθενική του εμφάνιση στην Φόρμουλα 1 κατόρθωσε μόλις στον τρίτο αγώνα του να κατακτήσει την δεύτερη θέση στο αργεντίνικο Γκραν Πρι, ο κόσμος είδε την αληθινή πνοή έκρηξης οδηγικού ταλέντου και κορύφωσης της αδρεναλίνης να ξεχύνεται στο βροχερό Σίλβερστοουν του 1998 δια χειρός Ραλφ Σουμάχερ. Μια συνθήκη αγώνα στην οποία έως τότε, ο Γερμανός δεν είχε κατορθώσει να ολοκληρώσει με επιτυχία την παράστασή του.

Αν και εκκίνησε από την 21η θέση, το τέλος του πρώτου γύρου τον βρήκε να φιγουράρει στην 14η. Εν τέλει κατόρθωσε να σκοράρει τον πρώτο πόντο της Τζόρνταν στη χρονιά, καταλαμβάνοντας μόλις την 6η θέση και έχοντας πραγματοποιήσει οδήγηση αντάξια του... ονόματός του, ίσως ακόμη και του αείμνηστου Άιρτον Σένα. Κάπου εκεί, απέδειξε πως το ντεπόζιτο του ταλέντου του έμοιαζε να μην έχει τέλμα...



Πριν το 1999 τον βρει πίσω στην Γερμανία να ασχολείται με οτιδήποτε άλλο εκτός της Φόρμουλα 1, ο δαιμόνιος Σερ Φρανκ Γουίλιαμς, προέβη σε μια κίνηση που απέδειξε γιατί είναι όσο παρορμητικός και απύθμενα αφελής όσο έχει ανάγκη ο κόσμος της Φόρμουλα 1.

Εντούτοις, κάτι η κόντρα Γερμανίας – Αγγλίας με την βρετανική ομάδα να αρνείται οποιαδήποτε προσφορά βοήθειας από την BMW και η ασυμφωνία ρόλων σε συνδυασμό με την απόκλιση απόψεων μεταξύ του «μοιραίου» Φρανκ Γουίλιαμς και του Πάτρικ Χεντ (διαμάχη που αποδείχθηκε καταλυτικά καταστροφική για την πορεία της συνεργασίας των δύο πλευρών), μείωσαν δραστικά τις πιθανότητες για τίτλο του Ραλφ. «Το μονοθέσιο της Γουίλιαμς είχε την ταχύτητα να καταφέρει να διεκδικήσει τον τίτλο το 2000 και το 2001, αλλά ο Φρανκ (Γουίλιαμς) και ο Πάτρικ (Χεντ) ήταν πολύ ξεροκέφαλοι για να συνεργαστούν» πρόσθεσε ο Γερμανός γυρνώντας το χρόνο πίσω, την στιγμή που όπως λέει «η Γουίλιαμς ήταν 30 με 40 χιλιόμετρα την ώρα πιο γρήγορη ακόμη και από την ηγεμονική Φεράρι.



Το 2007 έβαλε άδοξα τελεία (και παύλα) σε μια καριέρα «εξ επωνύμου χαρισάμενη μα κόπων ελλιπών», ωστόσο ο Ραλφ δεν αποχώρησε κατεβάζοντας το κεφάλι ούτε τοποθέτησε την ουρά κάτω από τα σκέλια από ντροπή. Τόλμησε να αυτοπροταθεί στην ΜακΛάρεν, την χρονιά που ο Αλόνσο αποχώρησε έχοντας κάνει άνω κάτω τα paddock της βρετανικής ομάδας και ο Χάμιλτον ήθελε να είναι απόλυτα σίγουρος ότι θα επιτελεί ως απόλυτο αφεντικό στη πίστα για τα ασημένια βέλη. Φυσικά, οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι κάτι τέτοιο με τον Ραλφ θα ήταν αδύνατον...



Στην τελική, ποιος δύναται να αποφασίσει ποιος θα γραφτεί στα βιβλία της ιστορίας και ποιος όχι; Ποιος είναι ο υπεύθυνος και αμίμητα δίκαιος κλειδοκράτορας της αθανασίας της βίβλου του αθλητισμού; Οι μόλις έξι νίκες και έξι pole positions σε συνδυασμό με τα 27 βάθρα και τους οχτώ ταχύτερους γύρους του Ραλφ, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο αριθμοί στο χαρτί.

Αν λογαριάζαμε τα πάντα με βάση νούμερα στοιχισμένα σε σειρές, θα έπρεπε να συμφωνήσουμε ότι ο Ρικάρντο Πατρέζε ήταν καλύτερος από τον Μίκαελ Σουμάχερ το 1992, ότι ο Έντι Ίρβαϊν ήταν ένας από τους ταχύτερους του grid του 1999 και ότι ο Ζακ Βιλνέβ δεν άξιζε τον τίτλο του 1997 επειδή ο Μίκαελ μετέπειτα αποδείχθηκε ο κορυφαίος πιλότος που γνώρισε ο πλανήτης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αριθμοί έχουν τόση σημασία στο κόσμο της Φόρμουλα 1, όση και οι «πολιτικές» που αποτελούσαν μόνιμο επιχείρημα του Σένα απέναντι στον Προστ.

Ο Ραλφ είναι η περίτρανη απόδειξη ότι τα μαθηματικά μπορούν να κάνουν λάθη. Παρά ταύτα, δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει τον αδερφό του Μίκαελ πίσω από το τιμόνι ενός μονοθεσίου στο μακροπρόθεσμο κομμάτι της καριέρας του, γιατί πολύ απλά «αδυνατούσε να φανταστεί τον εαυτό του για πολύ καιρό πίσω από αυτό». Ακόμη και αν κάποιοι τον κατηγόρησαν για έλλειψη ενδιαφέροντος για το σπορ, όταν στην Ιντιανάπολις τραυματίστηκε δεχόμενος 78 κιλά πίεσης στην κλίμακα των G, βγαίνοντας από το μονοθέσιο με διάσειση και δύο σπασμένους σπονδύλους, επέστρεψε έπειτα από έξι γκραν πρι για να πάρει την δεύτερη θέση στην Ιαπωνία και να αποστομώσει τους επικριτές του.



Όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος, «ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν να δει τον εαυτό του, να κάθεται για πολύ καιρό μέσα στο μονοθέσιο». Όταν στο μέλλον θα μας ρωτούν πόσο καλός ήταν ο αδερφός του Μίκαελ Σουμάχερ, θα τους απαντάμε ότι το επώνυμο είχε δύο άξιους κληρονόμους: τον επτάκις παγκόσμιο πρωταθλητή Μίκαελ και τον Ραλφ, που επέλεξε την δόξα της «εξορίας» από το στέμμα του πρωταθλητή.

Επιμέλεια: Γιάννης Γατσούλης