Η μεγάλη του καψούρα ήταν η Ρόμα, στην οποία αναδείχθηκε και αγωνίστηκε από το 2001 μέχρι το καλοκαίρι.

Ποτέ δεν του άρεσε η ιδέα και δεν συμφωνούσε με τους παίκτες που παίρνουν συνεχώς μεταγραφές. Δέθηκε με τον σύλλογο των Ρωμαίων και αφοσιώθηκε πλήρως. Κέρδισε και πανηγύρισε τίτλους και το τέλος του κάθε αγώνα τον έβρισκε με ένα χαμόγελο ευτυχίας, ζωγραφισμένο στα χείλη του. Μπορούσε πολύ εύκολα να διακρίνει κανείς, ότι το ποδόσφαιρο είναι από τις μεγαλύτερες του αγάπες.

Το καλοκαίρι του 2019, μετακόμισε στην Μπόκα Τζούνιορς, καθώς τα νέα «αφεντικά» της Ρόμα, αποφάσισαν να αλλάξουν ολόκληρο το ρόστερ και να απομακρύνουν τους παλιούς ποδοσφαιριστές. Την Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου του 2020, παίρνει την απόφαση στα 36 του χρόνια, να «κρεμάσει» τα παπούτσια του, αποχαιρετώντας με δάκρυα την ομάδα του και παραμένοντας ένας άνθρωπος με ρομαντική ψυχή, πάθος και άπειρη αγάπη για το θηλυκό που του άλλαξε για πάντα τη ζωή, την μπάλα!

«Κανείς… Ούτε εγώ, ούτε η οικογένειά μου έχουν πρόβλημα υγείας. Θέλω μόνο να επιστρέψω στην οικογένειά μου, η οποία μου λείπει και νομίζω ότι αυτή είναι απόφαση κατανοητή στα 36 μου χρόνια. Λέω αντίο σε ένα κλαμπ που έχει μπει στην καρδιά μου, αλλά και στο άθλημά μου. Είμαι λυπημένος, ήθελα να παίξω άλλα 10 χρόνια. Σίγουρα θα συνεχίσω να δουλεύω στον χώρο του ποδοσφαίρου. Ακόμα δεν ξέρω σε τι ρόλο.

Κανείς δεν πίστευε ότι θα μπορούσα να αγαπήσω τόσο πολύ μία ομάδα, μετά τη ζωή μου στη Ρώμη. Ποτέ δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα εδώ στην Μπόκα, ούτε με τους συμπαίκτες μου, ούτε με τη διοίκηση. Θα συνεχίσω πάντα να είμαι μέλος της Μπόκα και ποιος ξέρει, ίσως οι δρόμοι μας να συναντηθούν και πάλι. Οι άνθρωποι που γνώρισα εδώ τους τελευταίους μήνες μετέτρεψαν αυτήν την εμπειρία σε κάτι μαγικό, ακόμα μεγαλύτερο και από αυτό που περίμενα. Με υποδέχτηκαν εμένα και την οικογένειά μου ως αδέρφια.

Θέλω να στείλω μια θετική εικόνα της Αργεντινής, υπάρχουν πολλά να μάθουν από αυτόν τον λαό. Ένα κομμάτι της καρδιάς μου θα μείνει εδώ. Ακόμα κι αν διήρκησε μόνο λίγους μήνες, έζησα κάτι σημαντικό, το ποίο θα παραμείνει για πάντα μέσα μου.
Άρχισα να το σκέφτομαι (σ.σ. να αποσυρθεί) από τον Οκτώβρη. Ξυπνούσα συχνά μέσα στη νύχτα και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Θα ήθελα να παίζω ποδόσφαιρο ακόμα και στα 50. Είχα μια καλή καριέρα, έπαιξα κόντρα στους καλύτερους στον κόσμο. Όμως, η καριέρα ενός παίκτη τελειώνει κάποια μέρα.

Θα υποφέρω λίγο όταν βλέπω ποδοσφαιρικούς αγώνες, αλλά αυτή είναι η ζωή ενός ποδοσφαιριστή. Η ισχυρότερη ανάμνηση από την Μπόκα; Η αγκαλιά με κάθε συνεργάτη σήμερα, η συνάντηση με τον Μαραντόνα και πολλούς άλλους ανθρώπους της Μπόκα που έκλαιγαν μετά την ήττα από τη Ρίβερ. Αυτή είναι μία εικόνα που δεν θα ξεχάσω ποτέ».


Με αυτά τα λόγια, ο Ντανιέλε Ντε Ρόσι αποχαιρέτησε μια και καλή το ποδόσφαιρο. Δεν θα φορέσει ξανά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και η αλήθεια είναι πως θα μας λείψει. Για το πάθος που έβγαζε μέσα στο γήπεδο αλλά και το γεγονός πως ήταν ένας από τους τελευταίους ρομαντικούς που... κλωτσούσε το τόπι.

Επιμέλεια: Αναστασία Βοσνάκη