Για να παίξεις ποδόσφαιρο χρειάζεται καρδιά. Τον Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες, ωστόσο, που αυτή την εβδομάδα θα γιόρταζε τα 75α γενέθλιά του, τον «πρόδωσε» όταν σταμάτησε να τροφοδοτεί με «ζωή» το σώμα του πριν τρία χρόνια. Εντούτοις, ενώ η μοίρα του έκοβε το νήμα της ζωής, του έπλεκε ένα άλλο με το οποίο θα μετοικούσε στους ουρανούς, στο πάνθεο του ποδοσφαιρικού παραδείσου, πλάι στους υπόλοιπους «καρδιακούς» και εγκάρδιους σαγηνευτές της στρογγυλής θεάς. Για πάντα στην κορυφή της ποδοσφαιρικής καταξίωσης και συνείδησης των φίλων του «jogo bonito».

«Κανείς δεν παίρνει σοβαρά τον Τόρες» είχε απαντήσει ο Πελέ στον «Capitao do Tri», όταν ο δεύτερος τον είχε κατηγορήσει για ασέβεια προς το πρόσωπό του. Κανείς, έως εκείνη την στιγμή, δεν είχε επιχειρήσει να σταθεί όρθιος με επιτυχία απέναντι στον σπουδαιότερο κελευστή της μπάλας εντός του θεάτρου που αποκαλείται γήπεδο, πόσο μάλλον εκτός αυτού. «Κανείς δεν έχει το θάρρος να κρίνει τον Πελέ, αλλά θα το κάνω εγώ. Είχαμε μία φιλία που διήρκεσε 20 χρόνια και με απογοήτευσε στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι μου. Μου έδειξε πόσο υποκριτής είναι αφού δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση μου προτιμώντας να πάει σ’ένα σινεμά», είχε πει ο αρχηγός της εθνικής Βραζιλίας στο Μουντιάλ του 1970, ψήγμα της άτυπης (ή και σκληρής) κόντρας τους.

inner

Στο πρώτο πραγματικά «Παγκόσμιο» Κύπελλο, αφού μόλις το 1970 έγινε εφικτή η μετάδοση της «γιορτής του ποδοσφαίρου» στο πλείστο της Γης μέσω δορυφόρων σε έγχρωμη εικόνα, ο κόσμος έμελλε να νιώσει την συγκίνηση διά χειρός ενός από τους πιονέρους του παιχνιδιού “box-to-box”, όντας σπεσιαλίστας τόσο στα αμυντικά του καθήκοντα όσο και σε αυτά της επίθεσης.

Μπορεί σήμερα σπάνια να γίνεται αναφορά στο πρόσωπο μιας ποδοσφαιρικής αυθεντίας της οποίας οι αρμοδιότητες δεν είναι και επιθετικές, αλλά στο άναρχο, θεαματικό, αγαπησιάρικο και παθιασμένο ποδόσφαιρο του 1970, ο Κάρλος Αλμπέρτο ήταν πραγματικά κάτι το ανεπανάληπτο. Έκανε την γραμμή κρούσης των Βραζιλιάνων να μοιάζει με κοπάδι άγριες ύαινες, που μυρίζονταν το πίσω μέρος των αντίπαλων διχτυών σαν την λεία τους, αφού μαζί με τον Ζέρσον «γέμιζαν» (αν και ακραία μπακ) την επίθεση, μαζί φυσικά με τους Ζαϊρζίνιο, Τοστάο, Πελέ και Ριβελίνο.

inner

Ο τρόπος με τον οποίο ολοκληρώθηκε η διοργάνωση, χαράκτηκε αλησμόνητος στους απανταχού κλινικά άρρωστους ποδοσφαιρόφιλους. «Ο Κάρλος Αλμπέρτο έρχεται… ο Κάρλος Αλμπέρτο!» φώναζε ο Τοστάο στον Πελέ, την στιγμή που από το πλάνο της μετάδοσης δεν υπήρχε τίποτα άλλο, παρά μόνο φανέλες της «σκουάντρα τζούρα».

Σαν μηχανής θεός, ο Βραζιλιάνος φουλ μπακ εμφανίζεται και ο τρόμος μεταφέρεται από τα πόδια του Πελέ με την μπάλα αγωγό του συναισθήματος αυτού, στα πόδια του αρχηγού… Το τηλεκατευθυνόμενο γκολ του, αχρήστευσε την αντίπαλη άμυνα και μαζί, έκαψε σαν καρνάβαλο την επιτομή του αντιποδοσφαίρου, το «κατενάτσιο» των Ιταλών, δίνοντας το βαρύτιμο τρόπαιο του Μουντιάλ στην μητέρα του «όμορφου ποδοσφαίρου», την Βραζιλία. Έναν τίτλο που ήρθε αήττητος και για τρίτη φορά στα χέρια των Βραζιλιάνων με αποτέλεσμα το τρόπαιο «Τζιλ Ριμέτ», που απεικόνιζε την αρχαία Ελληνίδα θεά της Νίκης, να παραμείνει στην χώρα του «jogo bonito», μέχρι που κλάπηκε το 1983 και από τότε δεν είδε ξανά το φως του ήλιου.

Αργότερα όταν οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Πελέ, πώς είναι δυνατόν να είδε τον συμπαίκτη του ενώ αυτός ήταν πίσω του, εκείνος τους απάντησε: «δεν τον ειδα, τον άκουσα».

inner

Μετά από 43 χρόνια ο Κάρλος θα δήλωνε με δακρύβρεχτα τα μαγουλά του υπερήφανος που υπήρξε μέρος της χρυσής εποχής του βραζιλιάνικου «jogo bonito»: «Για μας τους Βραζιλιάνους, η επιτυχία εκείνη είναι πιο σημαντική από το ποδόσφαιρο. Μας ξεχώρισε από τον υπόλοιπο κόσμο και το να είσαι μέρος αυτού είναι κάτι το ιδιαίτερο». Άλλωστε τότε ήταν που ο Βραζιλιάνος συγγραφέας Νέλσον Ροντρίγκες έγραψε ότι «οι Βραζιλιάνοι έπαψαν να φοβούνται ότι θα πάνε σαν σκυλιά στ’αμπέλι και έγιναν όλοι βασιλιάδες με μανδύα και κορώνα». Εύλογη απόρροια, της εφιαλτικής νύχτας του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950 στο Μαρακανάο.

inner

Για τους περισσότερους συμπατριώτες του ήταν ο «Αρχηγός». Ακόμα και για τους επιστήθιους φίλους και την οικογένειά του. «Ήταν περισσότερο από απλώς ένας αρχηγός, ήταν ένας καινοτόμος και εφευρετικός παίκτης. Γι’αυτό είναι ο παντοτινός μας αρχηγός» είπε ο Κάρλος Άλμπερτ Παρέιρα, φυσιοθεραπευτής και παρών στον θρίαμβο του 1970 και αργότερα προπονητής στο «ντέζα βου» που έπαθαν οι λατινοαμερικάνοι στον τελικό του 1994 με τους Ιταλούς. Όλα αυτά, 24 χρόνια από το τέρμα που μπήκε από τον Κάρλος Αλμπέρτο σαν κερασάκι στην τούρτα της πρώτης διθυραμβικής επικράτησης των Βραζιλιάνων με 4-1 επί της Ιταλίας.

inner

Ενώ την ίδια χρονιά που ο κόσμος έχανε την μουσική του από τον θάνατο από υπερβολική δόση του Τζίμι Χέντριξ και της τραγουδίστριας Τζάνις Τζόπλιν, στο Λονδίνο ο Βρετανός φιλόσοφος Μπέρτραν Ράσελ πέθαινε μετά από μισό αιώνα αχαλίνωτης ζωής και ο ποιητής Ρουγκάμ ξεψυχούσε στην Μανάγκουα πολεμώντας μόνος του εναντίον ενός τάγματος του δικτάτορα Σομόζα, ένας Βραζιλιάνος από τις κακόφημες γειτονιές του Ρίο, έγραφε ανεξίτηλο το όνομά του στην ιερή Βίβλο του ποδοσφαίρου, δίνοντας σφυγμό στη καρδιά ενός ολόκληρου έθνους που λάτρευε να παρακολουθεί την «χοντρούλα» (gorduchinha όπως αποκαλούν την μπάλα οι συμπατριώτες του) να ανταλλάσσεται μεταξύ ημίθεων.

inner

Επιμέλεια: Γιάννης Γατσούλης

Αποδοχή Cookies
Το site sport-fm.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ