«Όταν η καρδιά μιλάει, το μυαλό θεωρεί μεγάλη απρέπεια να φέρει αντίρρηση», είχε πει ο Τσέχος συγγραφέας, Μίλαν Κούντερα.

Ο Πίτου Γκαρσία μάλλον αυτό έπραττε τόσα χρόνια. Από το 2007 που ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, κανείς δεν φανταζόταν ότι θα παραμείνει στη χώρα μας μέχρι να «κρεμάσει τα παπούτσια του».

Πλέον νιώθει Έλληνας και όπως λέει παρακάτω, έζησε δώδεκα πανέμορφα χρόνια, που τον κάνουν να μην θέλει να παρατήσει την ζωή του εδώ, αν και προσωπικοί λόγοι τον ανάγκασαν να αποσυρθεί από την ενεργό δράση μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τον ΠΑΣ Γιάννινα.

Αναλυτικά η συνέντευξη του Πίτου Γκαρσία στον Νίκο Μπιντέλα

Για ποιο λόγο αποφάσισες να αποχωρήσεις από την ενεργό δράση;

«Για πολλούς λόγους. Κάποιους προσωπικούς και άλλους που αφορούν την κατάσταση στην ομάδα. Έκατσα να σκεφτώ τα πράγματα ξεκάθαρα και να τα βάλω σε μία ζυγαριά, κατά κάποιον τρόπο. Εν τέλει νομίζω πως έκανα μία λογική επιλογή».

Φανταζόσουνα έτσι το τέλος της καριέρας σου;

«Η αλήθεια είναι πως όχι. Μου αρέσει πάρα πολύ η δουλειά μου και η καθημερινή ζωή, μέσα στην προπόνηση, με τους συμπαίκτες μου, τον προπονητή και όλα αυτά. Δεν περίμενα να πάρω μία τέτοια απόφαση, ούτε μου ήταν εύκολο. Αλλά, όπως είπα και προηγουμένως, ήταν μία απόφαση μέσα στη λογική».

Ποια είναι η καλύτερη στιγμή στην καριέρα σου στην Ελλάδα;

«Νομίζω πως από κάθε στιγμή, είτε αυτή είναι ευχάριστη, είτε δυσάρεστη, παίρνουμε μαθήματα. Εμπειρίες ζωής. Είναι δύσκολο να διαλέξω κάποια συγκεκριμένη στιγμή. Προσπαθώ να κρατήσω πολλές αναμνήσεις, από αυτά τα δώδεκα χρόνια. Ανθρώπους που γνώρισα στο επάγγελμά μου και έξω από αυτό. Πιστεύω, ότι η εικόνα που έχω από όλα αυτά, είναι πανέμορφη».

Η χειρότερη;

«Στο ποδόσφαιρο οι περισσότερες στιγμές είναι δύσκολες. Λίγες είναι οι χαρούμενες. Όμως αυτές οι χαρές, είναι πανέμορφες και κρατάνε μια ζωή, μέσα στο μυαλό μας. Ευτυχώς, δεν τραυματίστηκα ποτέ σοβαρά. Δεν είναι εύκολο να επιλέξω την χειρότερή μου εμπειρία, κατά τη διάρκεια της καριέρας μου στην Ελλάδα. Σε γενικές γραμμές, ήταν πολύ ωραία τα χρόνια που πέρασα εδώ».

Με ποια ομάδα δέθηκες περισσότερο;

«Η κάθε μια ήταν ξεχωριστή εμπειρία. Ο Ηρακλής, ήταν η πρώτη μου στην Ελλάδα. Περάσαμε πολλές δυσκολίες, όμως έμαθα πολλά πράγματα. Ο Άρης είναι κάτι ξεχωριστό. Είναι πάθος, κόσμος, γήπεδο. Είναι μία ποδοσφαιρική ομάδα που δεν ξεχνιέται εύκολα. Στον Ατρόμητο καταφέραμε πολλά. Τέσσερα πετυχημένα χρόνια, με ισάριθμες συμμετοχές στα πλέι-οφς και στην Ευρώπη και έναν τελικό κυπέλλου. Ο Βόλος είναι μία καινούργια ομάδα. Με κάποιον τρόπο την πήραμε από το μηδέν και φθάσαμε στην Σούπερ Λιγκ. Όπως είπα και προηγουμένως, η κάθε ομάδα, είναι ξεχωριστή και υπήρχαν τόσο καλές, όσο και κακές στιγμές».

Υπήρχε στιγμή που να έφθασες κοντά σε κάποια άλλη ομάδα;

«Όχι. Κάθε φορά που έμενα σε μία ομάδα αυτά τα δώδεκα χρόνια που είμαι στην Ελλάδα, ήταν επιλογή μου. Ένιωθα καλά και ποτέ δεν κυνηγούσα το οικονομικό κομμάτι. Προσπάθησα πάντα να παίζω και να μένω εκεί που ήμουνα ευτυχισμένος και έτσι το κατάφερα. Εννοείται, πως πάντα είχα το όνειρο να κάνω ένα βήμα μπροστά, αλλά είμαι ικανοποιημένος από την καριέρα που έκανα εδώ».

Από ποιον προπονητή πήρες τα περισσότερα πράγματα;

«Από όλους πήρα κάτι. Συνεργάστηκα με πολλούς προπονητές, οι οποίοι μου έδωσαν μαθήματα ζωής, που με βοήθησαν και σαν ποδοσφαιριστή και σαν άνθρωπο. Όπως ο Δώνης, ο Παράσχος, ο Σα Πίντο, ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ, ακόμα και ο Μπάγιεβιτς, που κάποτε είχαμε κάποια προβλήματα. Το να πω έναν, μου φαίνεται λίγο άσχημο και άδικο».

Στο τελευταίο σου παιχνίδι, πήρες ένα θερμό χειροκρότημα από τους φιλάθλους του ΠΑΣ, όταν μπήκες ως αλλαγή στον αγωνιστικό χώρο. Το βλέπεις σαν ανταμοιβή για όσα προσέφερες τόσα χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο;

«Αυτές είναι λεπτομέρειες και πράγματα που μου γεμίζουν την ψυχή, ως ποδοσφαιριστή και ως άνθρωπο. Όπως λέω πάντα, μετά από τόσα χρόνια στην Ελλάδα, είμαι πολύ περήφανος με τον εαυτό μου. Νομίζω, ότι κανείς δεν έχει παράπονο από μένα, ως άνθρωπο και τον χαρακτήρα μου. Σαν αθλητής, εννοείται. Δεν έχουμε όλοι το ίδιο γούστο. Δεν αρέσει σε όλους το ίδιο ποδόσφαιρο. Πιστεύω, ότι έχω αφήσει μία εικόνα ως επαγγελματίας και το χειροκρότημα μου έδειξε πως κάτι καλό έχω δείξει».

Πως ήταν η εμπειρία σου στη Νότια Κορέα και γιατί επέλεξες να πας εκεί;

«Επειδή ήταν μία πρόταση που μου έγινε στα 32, το είδα ως μία καλή ευκαιρία να αποδείξω στον εαυτό μου, πως μπορώ να παίζω ακόμα σε υψηλό επίπεδο. Ήταν μία ωραία εμπειρία, σε μία διαφορετική, καινούργια χώρα. Μετά από τόσα χρόνια, μπορώ να πω πως αυτή η αλλαγή, με βοήθησε και ψυχολογικά, ώστε να συνεχίσω να δουλεύω. Το να γνωρίσω έναν άλλο κόσμο και μία διαφορετική φιλοσοφία, ήταν το κίνητρο που με οδήγησε στην Νότια Κορέα».

Τι θα κάνεις τώρα; Θα πας στην Αργεντινή;

«Θα πάω. Δεν ξέρω πότε, γιατί δεν έχω λύσει ακόμα το συμβόλαιο μου με τον ΠΑΣ Γιάννινα. Δεν τα έχουμε βρει ακόμα με τον πρόεδρο. Μένουν κάποιες λεπτομέρειες. Όταν θα τακτοποιηθούν όλα, θα φύγω και θα χαρώ την οικογένειά μου μετά από καιρό. Από κει πέρα, ο χρόνος θα δείξει σύντομα, με τι θα ασχοληθώ».

Θες να ασχοληθείς με το ελληνικό ποδόσφαιρο από άλλο πόστο;

«Θα μου άρεσε πάρα πολύ, κάποια στιγμή, να ασχοληθώ με την προπονητική. Σίγουρα, θα γυρίσω στην Ελλάδα. Έζησα δώδεκα πανέμορφα χρόνια και θα μου είναι πολύ δύσκολο, να φύγω εντελώς από τον τρόπο ζωής, που είχα φτιάξει εδώ».