Στον τόπο που φυλακίστηκε για εσχάτη προδοσία ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μάλλον όποιος περίμενε καλύτερη αντιμετώπιση απέναντι σε έναν παίκτη μπάσκετ, ακόμη και τον MVP του ΝΒΑ, είναι μάλλον αφελής ή αδαής από την ελληνική πραγματικότητα.

Γράφει από την Κίνα, ο Χρήστος Ρομπόλης

Σύμφωνοι, η Εθνική απέτυχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο δεν κατάφερε να είναι όσο κυρίαρχος όλοι περιμέναμε, αλλά από το σημείο αυτό μέχρι την απαξίωση του ανθρώπου που λατρεύεται από εκατομμύρια από άκρη σε άκρη της γης, η απόσταση δεν μετριέται ούτε σε έτη φωτός.

Η προσαρμογή του στο παιχνίδι της Εθνικής και του παιχνιδιού της Εθνικής σε αυτόν αποδείχτηκε πολύ δύσκολη εξίσωση. Και θα ήταν τέτοια ακόμη κι αν στην άκρη του πάγκου καθόταν όχι ο εύκολος στόχος Θανάσης Σκουρτόπουλος, αλλά και ένα πολύ βαρύτερο όνομα της προπονητικής.

Τα αμερικανικά δίκτυα με περισσή ευκολία έκαναν λόγο για αχρήστευσή του από την Εθνική, αλλά πρόκειται μάλλον για υπερβολή και εύκολη κριτική. Οι εξαιρετικοί συνάδελφοι ξεχνούν πως μια εθνική ομάδα δεν είναι franchise του ΝΒΑ, που μπορεί με δεκάδες εκατομμύρια στην διάθεσή του και δυνατότητες ανταλλαγών να διορθώσει ανά πάσα στιγμή κάθε ανορθογραφία και να πλαισιώσει τον σταρ της ομάδας με το κατάλληλο supporting cast για να αναδείξει το ταλέντο του. Οι Μπακς έπρεπε να περάσουν τον Γιάννη από όλες τις θέσεις της πεντάδας, μέχρι και πλέι μέικερ έπαιξε, ενώ χρειάστηκαν 3-4 χρόνια για να καταλάβουν πως ο Greek Freak έπρεπε να πλαισιωθεί από φονικούς σουτέρ για να του ανοίξουν το γήπεδο. Μια εθνική ομάδα δεν διαθέτει αυτή την πολυτέλεια. Πρέπει να απαρτίζεται από ό,τι καλύτερο διαθέτει μια χώρα, στην προκειμένη περίπτωση μόνο 10 εκατομμυρίων ανθρώπων σαν τη δική μας και με χρόνιο πρόβλημα παραγωγής σουτέρ. Και πρέπει να τους «παντρέψει» όλους αυτούς με τον σταρ της μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες…



Ο Γιάννης ασφαλώς και δεν έκανε κακό στο παιχνίδι της Εθνικής, αλλά η παρουσία του στην ομάδα και η διάθεση των υπολοίπων να παίξουν γι’ αυτόν εγκλώβιζε το σύνολο σε μια μονοδιάστατη λειτουργία. Οι αντίπαλοι με το προηγμένο επίπεδο σκάουτινγκ είχαν πάρει τα μαθήματα από τον Νικ Νερς και τα έφεραν στα δικά τους μέτρα. Το καθαρόαιμο του Μιλγουόκι κάλπαζε συχνά πάνω σε οδόφραγμα που έστηναν οι αντίπαλοι. Η υπόλοιπη πεντάδα έμοιαζε στατική και μπερδεμένη, ενώ όταν ερχόταν η ευκαιρία για σουτ με καλές προϋποθέσεις συνήθως σπαταλιόταν. Εκεί έμπαινε η αμφιβολία, το άγχος και η αποτυχία ερχόταν όλο και πιο κοντά.

Πίεση αφόρητη ένιωσε και ο ίδιος ο Γιάννης. Όσο κι αν νομίζουν πολλοί ότι όλα είναι πια εύκολα για έναν άνθρωπο που κάποτε πάσχιζε να επιβιώσει και πλέον είναι εκατομμυριούχος και θαυμάζεται παγκοσμίως, αυτό δεν ισχύει. Είναι μια διαφορετικού τύπου πίεση, που βάρυνε τα πόδια του και είναι κάπου λογικό, όταν είσαι ακόμη μόνο 25 ετών. Ο Αντετοκούνμπο ένιωθε υποχρέωση όχι μόνο να αποδείξει σε όλη την υφήλιο πως δικαίως θεωρείται αν όχι ο κορυφαίος ένας από τους 4-5 καλύτερους του αθλήματος, αλλά και υποχρέωση να αποδείξει πως μπορεί να ηγηθεί της εθνικής του ομάδας. Κι αυτό το άγχος δεν ήταν πάντα δημιουργικό. Θα μάθει όμως να το διαχειρίζεται, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι ακόμη μεγάλοι.

Μέσα σε όλα, είχε να αντιμετωπίσει και την διαιτητική ασέβεια. Πώς γίνεται ένας άνθρωπος που καλύπτει όλη την επιφάνεια της μπάλας με τις δύο παλάμες του να δέχεται 5-6 χέρια πάνω του κι όλα να βρίσκουν… πορτοκαλί; Πώς γίνεται αυτός ο αθεόφοβος Λίτσκα να είδε επιθετικό φάουλ μια πεντακάθαρη παράβαση που θα σφύριζε και ο ίδιος Μπάλβιν; Ο παίκτης που θα έπρεπε να κατασκηνώνει στην γραμμή των βολών σε κάθε αγώνα πήρε όχι περισσότερα σφυρίγματα, όπως θα περίμενε κανείς βάσει του ονόματός του, αλλά ούτε καν αυτά που δικαιούτο. Η FIBA που εισέπραξε αναρίθμητες χυλόπιτες από ΝΒΑερ είχε την ευλογία να δει για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο τον MVP κι αντί να τον «προστατέψει» τού φέρθηκε με αυτόν τον τρόπο. Μάλλον θα προτιμά στην οκτάδα τον Πούμπρλα και τον Κούλιγκ (με όλο τον σεβασμό στην τίμια προσπάθεια Τσέχων και Πολωνών) κι όχι το κορυφαίο brand name της διοργάνωσης, που γέμισε όλα τα γήπεδα και προκαλούσε φρενίτιδα σε κάθε του βήμα.

Για την προσπάθεια απαξίωσης του Γιάννη ακόμη κι από Έλληνες, δεν αξίζει να ειπωθούν πολλά. Τσάμπα σάλιο και μελάνι για αυτούς που υποστηρίζουν τέτοιες ανοησίες, είτε από μπασκετική ασχετοσύνη, είτε από ρατσιστική βάση. Ο Αντετοκούνμπο είναι μεγάλη ευλογία, όχι μόνο ως παίκτης αλλά και ως προσωπικότητα, για το μπάσκετ της Ελλαδίτσας μας για να τον απαξιώσουμε μετά από μια διοργάνωση που «στράβωσε». Προς Θεού, μην κάνουμε τον Γιάννη τον Μέσι του μπάσκετ και του ρίξουμε όλο το ανάθεμα για κάθε εθνική αποτυχία! Οφείλουμε να τον προστατέψουμε ως κόρη οφθαλμού και να είστε σίγουροι πως θα τον ξαναδούμε. Ο τύπος αυτός δεν συμβιβάζεται με την αποτυχία και θα δουλέψει δυο και τρεις φορές περισσότερο για να επιστρέψει δριμύτερος, καλύτερος και πιο έτοιμος να αντιμετωπίσει τις κακοτοπιές.

Το πότε θα τον ξαναδούμε με τα γαλανόλευκα, στο Προολυμπιακό το 2020, στο Ευρωμπάσκετ το 2021 ή σε αρκετά χρόνια από τώρα, είναι ρίσκο να το πει κανείς. Το ερχόμενο καλοκαίρι θα υπογράψει το μεγαλύτερο συμβόλαιο στην ιστορία του ΝΒΑ, περίπου 247 εκατομμύρια δολάρια για πέντε χρόνια! Οι Μπακς είναι λογικό να θέλουν να προστατέψουν όχι απλώς το περιουσιακό τους στοιχείο, αλλά τον άνθρωπο που τους ξανάβαλε στον χάρτη του ΝΒΑ και εκτόξευσε τα έσοδα της ομάδας. Όμως περισσότερο από την στάση των Μπακς μάλλον θα παίξει ρόλο η επιθυμία του ίδιου. Κι από τέτοια, ξεχειλίζει. Το έβλεπες και στο Παγκόσμιο, όταν σιγοψιθύριζε τον εθνικό ύμνο με κλειστά μάτια, όταν βουτούσε για τις μπάλες σαν να μην υπήρχε αύριο χωρίς να φυλά τα πανάκριβα χέρια και πόδια του, από τον τρόπο που πανηγύριζε σαν τρελός μια άμυνα συμπαίκτη του… Ακόμη κι από τον εκκωφαντικό ήχο της σιωπής του μετά την απογοήτευση του αποκλεισμού.



Στο τέλος της ημέρας, σε μια διοργάνωση την οποία δεκάδες αστέρες σνόμπαραν αποφεύγοντας έναν δίμηνο εγκλεισμό ή το ταξίδι σε μια ιδιαίτερη χώρα και προτίμησαν να φυλάξουν τα πόδια τους για την επόμενη σεζόν ή το επόμενο συμβόλαιο, επέλεξαν τις παρατεταμένες διακοπές ή την προπόνηση για ατομική βελτίωση, ο Γιάννης ήταν εδώ. Και ήταν 100% αφοσιωμένος, δίπλα στους συμπαίκτες του, δίχως ίχνος βεντετισμού και σαν απλό μέλος της ομάδας. Διαφήμισε την Ελλάδα μας ακόμη και χωρίς να πετύχει μαζί της στο παρκέ. Κι αυτό από μόνο του είναι ανεκτίμητο.

*Κάθε Κυριακή τα λέμε σταθερά στον ΣΠΟΡ FM, 12:00-14:00, παρέα με τον Παναγιώτη Κεφαλά. Κουβέντα με πολύ μπάσκετ (όχι μόνο για «αιώνιους» αλλά για όλους), ρεπορτάζ, ενδιαφέροντες καλεσμένους, κουιζάκια. Όσοι πιστοί της πορτοκαλί, κοπιάστε στην παρέα μας.