«Θα προτιμούσα να είμαι τυχερός παρά καλός», είχε πει κάποτε ο Βέρνον Λούις Γκόμεζ, γνωστός και ως «Λέφτι» (αριστερόχειρας), ο οποίος ήταν παίκτης μπέιζμπολ των Γιάνκις της δεκατίας του '30 και σίγουρα από τη φράση του αυτή γίνεται αντιληπτό ότι έβλεπε βαθιά μέσα στην ζωή.

Η αλήθεια είναι ότι πολλοί φοβούνται να συνειδητοποιήσουν πόσα πράγματα στην ζωή τους εξαρτώνται από την τύχη. Όπως μια απόφαση που φαντάζει αρχικά ασήμαντη, μπορεί να κρίνει την καριέρα, την καθημερινότητα ή ακόμα και την ζωή σου.

Ο θάνατος του θρύλου της Φόρμουλα 1, Τζιμ Κλαρκ, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακοδαιμονίας και κακοτυχίας, αφού στον μηχανοκίνητο αθλητισμό για να προοδεύσεις, χρειάζεσαι και τύχη εκτός από ταλέντο.

inner

Στο Χόκενχαϊμ, την πίστα που πριν από μερικές μέρες παρακολουθήσαμε τον πιο συναρπαστικό αγώνα της φετινής σεζόν (εκτός απροόπτου, αφού ο Χάμιλτον μοιάζει ασυναγώνιστος στο τιμόνι της W10), ο θρύλος του Τζιμ Κλαρκ έμελλε να γεννηθεί, ενώ ο ίδιος ξεψυχούσε. Πολλά χρόνια πριν ο θαυμαστός κόσμος της Φόρμουλα 1 στερηθεί τον Άιρτον Σένα και ξαφνικά, γίνει και αυτός, αυθεντία και ιερό είδωλο στις πιο απόκρυφες σελίδες της ιστορίας της Φόρμουλα 1.

Στις 7 Απρίλη του 1968, ο Τζιμ Κλαρκ είχε αποφασίσει να τρέξει στον εξάωρο αγώνα κατηγορίας BOAC 1000 στο Brands Hatch, ωστόσο η τελική απόφασή του, επηρεασμένη από την συμφωνία της Λότους με την Firestone, που προμήθευε με ελαστικά την ομάδα του, τον οδήγησε να συμμετέχει στον μοιραίο εκείνο αγώνα της Φόρμουλα 2 στην πίστα του Χόκενχαϊμ.

inner

Στον πέμπτο γύρο του πρώτου ρεύματος (μιας και οι συμμετοχές ήταν πέρα από κάθε προσδοκία πολλές), ο Βρετανός έχασε τον έλεγχο, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στα δέντρα που βρίσκονταν στο πλάι του δρόμου και να σπάσει τον αυχένα καθώς και μέρος του κρανίου του. Η ψυχή του είχει ήδη περάσει στους ουρανούς, πριν προλάβει να φτάσει στο νοσοκομείο.

Οι έρευνες που διενεργήθηκαν αμέσως μετά για τα αίτια του ατυχήματος, απέδειξαν ότι είχε απώλεια πίεσης στο πίσω ελαστικό του, κάτι που με τα σημερινά δεδομένα τηλεμετρίας θα είχε εντοπιστεί έγκαιρα από το team wall της ομάδος του. Παρά ταύτα, δεν μπόρεσε μέχρι και σήμερα να τεκμηριωθεί ο βαθύτερος λόγος στον οποίο οφείλεται η πρόκληση του συγκεκριμένου δυστυχήματος.

Φυσικά, κανείς δεν πίστεψε ότι η σύγκρουση προήλθε από οδηγικό λάθος του «αψεγάδιαστου» Κλαρκ, αφού ήταν γνωστό για την εποχή, ότι πιο πιθανό ήταν να μην ανατείλει ο ήλιος το πρωί, παρά το σκωτσέζικο ρομπότ να οδηγηθεί σε σφάλμα.

inner

Έτσι, βαθιά στην καρδιά ενός ήσυχου δάσους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, στέκεται ακόμα λυπηρά σιωπηλός, αλλά ταυτόχρονα εκκωφαντικά ηχηρός, ένας ξύλινος σταυρός, για να θυμίζει σε όποιον επισκεφτεί το σημείο, μια από τις σκοτεινότερες ιστορίες των αγώνων αυτοκινήτου.

Ο θρύλος μάλιστα λέει, ότι αν πλησιάσεις αρκετά, ακόμα μπορείς να ακούσεις τον ήχο του οκτακύλινδρο Κόνσγουορθ κινητήρα της Λότους να ουρλιάζει, καθώς ο Τζιμ Κλαρκ προσπερνά με μανία τα δέντρα του σκοτεινού δάσους.

inner

Αρκετά χρόνια αργότερα, η Φόρμουλα 1 μοιάζει να κυνηγά την τελειότητα στην ασφάλεια, πολύ περισσότερο από ότι την παραγωγή θεάματος και μαχών εντός της πίστας. Είναι φυσικό και επόμενο, αφού αρκετοί θάνατοι στο παρελθόν ταρακούνησαν συθέμελα τις βάσεις πάνω στις οποίες είχαν γαλουχηθεί οι αξίες και τα πρότυπα της αγωνιστικής οδήγησης.

inner

Την ημέρα του θανάτου του Τζίμι, ο Τζάκι Στιούαρτ δήλωνε ότι: «ήμασταν γνωστοί ως Μπάτμαν και Ρόμπιν, αλλά κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ποιος. Ήταν μια προσωπικότητα που όλοι αγαπούσαν, ακόμα και οι πιο μεγάλοι αντίπαλοί του».

Κάλλιστα, κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι εκείνο το δυστύχημα ήταν το «turning point» όσον αφορά την ασφάλεια του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Ο μετέπειτα τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής, Τζάκι Στιούαρτ, αναδιοργάνωσε την ασφάλεια των μονοθεσίων και έθεσε τις βάσεις για την Φόρμουλα 1 όπως την γνωρίζουμε σήμερα.

Η επιγραφή «Πρώτα αγρότης, μετά οδηγός» που αναγράφεται στο μνήμα του στην Τσιρνσάιντ, περιοχή κοντά στο πατρικό του σπίτι, συνοψίζει τόσο κυνικά όσο και τευτικά (αφού πέθανε σε γερμανική γη), το «ποιόν» του ατόμου του Τζιμ Κλαρκ. Η επιλογή του σημείου δεν είναι τυχαία, μιας και ο «Ιπτάμενος Σκωτσέζος» απεχθανόταν τον Τύπο και την φασαρία που αυτός επισύρει.

Προτιμούσε να απομονώνεται στο χωριό του και να περνά ξέγνοιαστες μέρες στο πατρικό του, μαζί με την οικογένειά του. Αν και οι γονείς του ήταν βοσκοί προβάτων στα σύνορα της Αγγλίας με την Σκωτία, ο ίδιος αποτέλεσε το μαύρο πρόβατο της οικογενείας του, που παραλίγο να θεωρηθεί απωλολό ξεστρατίζοντας, μιας και η μητέρα και ο πατέρας του ήταν εντελώς αντίθετοι με το πάθος που τον κυρίευε για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό.

inner

Παρότι εσωστρεφής, παρέμεινε στις μνήμες των αντιπάλων και φίλων του, ως ένας σεμνός και ταπεινός άνθρωπος, αγαπητός από όλους, ακόμα και από τον ασυνεπή και παράταιρο Κόλιν Τσάπμαν. Ο Ζαν-Πιερ Μπελτουάζ, δεν δίστασε μάλιστα να τον αποκαλέσει «ημίθεο και πολύ καλύτερο από όλους τους», δείγμα της εκτίμησης που έτρεφε προς το πρόσωπό του και το οδηγικό του ταλέντο.

Ειδικά το δεύτερο, αποτυπώνεται με γλαφυρό τρόπο, από την αντίδραση του τότε οδηγού της Φεράρι, Κρις Άμον, στο ολέθριο ατύχημα του Βρετανού: «Αν αυτό συνέβη στον Τζίμι, τότε ποιες είναι οι πιθανότητες μας;».

inner

Ο «οδηγός τζέντλεμαν», όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν, αποτέλεσε ένα πρότυπο επαγγελματία εντός και εκτός των αγώνων. Σε μιά εποχή που η Φόρμουλα 1 ήταν ακόμη χώρος για «ιππότες», ο Τζίμι ποτέ δεν είχε την πρόθεση να προσβάλει κανέναν και μάλιστα πολλές φορές αναρωτιόταν γιατί οι υπόλοιποι δεν ήταν το ίδιο γρήγοροι με τον ίδιο, αφού δεν ένιωθε ότι έπραττε κάτι το ξεχωριστό.

Ο Αλέν Προστ, αργότερα δήλωνε ότι: «Το στυλ οδήγησής του είναι μοναδικό. Δεν ήταν τρομακτικά γρήγορο σαν αυτό του Σένα ή του Μάνσελ, αλλά έπαιρνε τα πάντα από το μονοθέσιο τόσο ήρεμα και προσεκτικά, που νόμιζες ότι το χαϊδεύει».

Ένιωθες ότι «χόρευε» στη πίστα, ακριβώς όπως ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ χόρευε στη σκηνή του μπαλέτου. Αβίαστα, ψύχραιμα και χωρίς να παρεκκλίνει ούτε εκατοστό από την πορεία του. Θύμιζε τρένο πάνω σε ράγες, πύραυλο σε τροχιά προς το διάστημα, σφαίρα σε πεδίο μάχης.

inner

Η μηχανική του συμπεριφορά στο cock-pit του μονοθεσίου του, έκανε πολλούς να φαντάζονται ότι ήταν συνδεδεμένος με όλα τα μέρη του οχήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού, ήταν όταν σε ένα δοκιμαστικό ένιωσε μια μικρή δόνηση στο μονοθέσιό του και το μετέφερε στους μηχανικούς του για να το διορθώσουν.

Αν και οι ίδιοι το έλεγξαν και έκαναν τις απαραίτητες ρυθμίσεις, ο ίδιος συνέχισε να το αισθάνεται, αναγκάζοντάς τους να διαλύσουν και να συναρμολογήσουν εκ νέου την πίσω ανάρτηση, για να παρατηρήσουν, ότι υπήρχε πράγματι μια μικρή αστοχία στο ρουλεμάν του πίσω αριστερού τροχού.

inner

Ο Σέντρικ Σέλζερ, μηχανικός του Σκωτσέζου την περίοδο που κέρδισε τα δύο του πρωταθλήματα με την Λότους και συγγραφέας του βιβλίου «Αν έρθεις δεύτερος, είσαι χαμένος» που αναφερόταν στο πρόσωπο του αείμνηστου Βρετανού, είχε παραδεχτεί κάποτε ότι τα λάστιχα του μονοθεσίου του Κλαρκ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για άλλους τρεις με τέσσερις αγώνες, χάρις στην βελούδινη οδήγησή του.

Ο Ντέρεκ Γουάιλντ, αρχιμηχανικός του Τζίμι, διαμήνυε ότι η εναλλαγή των ταχυτήτων του, ήταν τόσο τρυφερά και εκνευριστικά μαλακή, που μπορούσε να διακρίνει με ευκολία πάνω σ΄έναν πάγκο, ποιο από όλα τα κιβώτια ταχυτήτων άνηκε στο μονοθέσιο που οδηγούσε ο Κλαρκ, εξαιτίας της λιγοστής φθοράς που τους προκαλούσε.

Το αδιανόητο ποσοστό λαθών της τάξης του 0.55% σε σύνολο 72 αγώνων μαζί με τα ελεύθερα δοκιμαστικά, μοιάζει απίστευτο, αφού μεταφράζεται σε μόλις τέσσερα λάθη σε όλη του την καριέρα. Η απόλυτη κυριαρχία του αποδεικνύεται στατιστικά από το ότι στον ίδιο αριθμό αγώνων στην επταετούς διάρκειας καριέρα του, βρέθηκε πρώτος από την αρχή ως το τέλος σε 13 αγώνες, έξι λιγότερους από τον αείμνηστο Άυρτον Σένα. Επιπροσθέτως, αν και έχουν περάσει πάνω από 50 χρόνια από τον τελευταίο του αγώνα, μετρά οχτώ Γκραν Σλαμ έναντι πέντε των Αλμπέρτο Ασκάρι, Μίκαελ Σουμάχερ και Λιούις Χάμιλτον.

inner

Αποτυπωμένος στις μνήμες και το μυαλό πολλών οδηγών θρύλων ως ο κορυφαίος πιλότος όλων των εποχών, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ίσως επειδή ένιωθε δεσμευμένος από τον έρωτά του με το σπορ και τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες, που σαν ναρκωτικό έτρεχε στις φλέβες του.

Μετά τον θάνατό του, ο πατέρας του πλησίασε τον Νταν Γκέρνεϊ και του εκμυστηρεύτηκε, ότι ο Τζίμι τον θεωρούσε τον σπουδαιότερο αντίπαλο που είχε ποτέ.

Όταν στο Σπα του Βελγίου, χρειάστηκε να κόψει ταχύτητα αφού όπως του διαμήνυαν οι μηχανικοί του, δεν θα κατάφερνε να ολοκληρώσει τον αγώνα, ο ίδιος αργότερα αποκάλυψε σ’έναν φίλο του, όλη του την οδηγική φιλοσοφία: «Αν με βλέπει και θεωρήσει ότι μπορεί να με φτάσει και τελικά με φτάσει, τότε θα θεωρήσει ότι μπορεί να με περάσει και αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να επιτρέψω» σκέφτηκε, ενώ ο Νταν Γκέρνεϊ τον πλησίαζε απειλητικά μερικούς γύρους πριν πέσει η καρό σημαία. Εννοείται ότι αμέσως μετά, πάτησε με την μοναδική ηρεμία που τον διακατείχε το γκάζι και δίχως να ζορίσει το μονοθέσιο χάθηκε από το οπτικό πεδίο του διώκτη του.

inner

Η φύση του οδηγού αγώνων την δεκαετία του 60 και για μερικά χρόνια ακόμη (πριν εμφανιστεί η πρώτη ντίβα της Φόρμουλα 1, ο Τζέιμς Χαντ και όλα περάσουν σαν ασπρόμαυρεςφωτογραφίες στην ιστορία), ήταν σαφώς πολύ διαφορετική σε σχέση με την σημερινή. Εξέλειπε σχεδόν καθολικά το περιτύλιγμα που επικαλύπτει τις «πριμαντόνες» του σήμερα και η ανεξέλεγκτη γοητεία της διόγκωσης του «εγώ» τους κυριαρχούσε εντός της πίστας και όχι εκτός αυτής.

Κανείς δεν τόλμησε να του επισυνάψει ούτε μία παρατυπία, να του βρει μία ατέλεια ή κάποιο ψεγάδι στον χαρακτήρα του. Αν κάποιος ήθελε οπωσδήποτε να εντοπίσει κάποιο ελάττωμα αυτό ήταν ότι έτρωγε τα νύχια του. Στην προσωπική του ζωή ήταν αναποφάσιστος ακόμα και για ασήμαντα θέματα, πάντα χαμένος στις σκέψεις του περί ταχύτητας που συνεχώς τον βασάνιζαν.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι την δεκαετία του 60’, κάθε φορά που κάποιος άλλος τερμάτιζε πρώτος εκτός του Κλαρκ, άπαντες αναρωτιόντουσαν «τι συνέβη στον Κλαρκ». Πολλοί δημοσιογράφοι της εποχής, τον χαρακτήριζαν «καλύτερο από τον Φάντζιο, πιο μυαλωμένο από τον Μος».

inner

Τι ήταν τελικά ο Τζιμ Κλαρκ; Ο χρόνος έχει την ιδιότητα να πριονίζει τις μνήμες των ανθρώπων, να επικαλύπτει με χρυσή αστερόσκονη ωραιοποιώντας το παρελθόν και να δοκιμάζει τις αντοχές τους στο παρόν και στο μέλλον. Ωστόσο, όσο ο χρόνος παραμένει αστάθμητος παράγοντας, το χρονόμετρο θα είναι πάντα ακριβές, έμπιστο και αληθές. Ο Τζιμ προσπάθησε να τα σπάσει, γι’αυτό ό,τι μονοθέσιο είχε τιθασεύσει έμοιαζε να έχει όρια, ενώ ο ίδιος όχι.

Επιμέλεια: Γιάννης Γατσούλης

Αποδοχή Cookies
Το site sport-fm.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ