«Είναι καλός παίκτης ο Τζιόλης;», «Κάνει για τον Παναθηναϊκό ο Τζιόλης;», «Γιατί πρέπει να παίζει συνέχεια στην Εθνική ο Τζιόλης;». Πρόκειται για ερωτήματα που επανήλθαν μονομιάς στο μυαλό στο άκουσμα της είδησης ότι «κρέμασε» τα παπούτσιά του, καθώς έπαιξαν πολύ τα προηγούμενα χρόνια στις κουβέντες που γινόντουσαν για την αξία του παλαίμαχου -πλέον- άσου.

Παρότι (εύλογα) δεν έχουμε σαφή εικόνα από αυτόν για τα τελευταία χρόνια, όπου αγωνίστηκε στη Σαουδική Αραβία, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι πήρε σε καλό σημείο μια απόφαση που είναι δύσκολη για κάθε ποδοσφαιριστή, γενικότερα για κάθε αθλητή.

Πάμε στο... παρασύνθημα. Και στο τέλος τι μένει, τι φάνηκε στο χειροκρότημα για την πολυετή παρουσία του -σε επαγγελματικό επίπεδο- στα γήπεδα... Καταρχάς, για να οδηγηθείς σε ένα σωστό και δίκαιο συμπέρασμα, πρέπει να γίνει σαφές για τέτοιες περιπτώσεις ποδοσφαιριστών, το πού πρέπει να τοποθετηθεί ο πήχης. Διότι, ο κάθε παίκτης έχει τα δικά του κυβικά στον ποδοσφαιρικό χάρτη και δημιουργεί διαφορετικές προσδοκίες. Άλλες οι προοπτικές για παράδειγμα του Κατσουράνη στο ξεκίνημα, με τον οποίο συνυπήρξε μαζί του στην Εθνική, άλλος ο ρόλος του ιδίου.

Ο Αλέξανδρος Τζιόλης έμοιαζε στο ξεκίνημα του με «λαβράκι» (καλύτερος νέος το 2004) για τους μεγάλους σε ό,τι αφορά τη λίστα της εγχώριας αγοράς με το «φρέσκο αίμα» της εποχής, αλλά όταν αποφάσισε να παίξει στην επόμενη... πίστα, παίρνοντας μεταγραφή για έναν σύλλογο με υψηλούς στόχους και μεγάλες απαιτήσεις, όπως είναι ο Παναθηναϊκός, αμφισβητήθηκε έντονα. Πήγε, πάντως, σε μια εποχή που δεν υπήρχε η απαραίτητη ηρεμία στους «πράσινους», παρότι είχαν επιστρέψει στους τίτλους σχετικά πρόσφατα και η ομάδα δεν ήταν «θωρακισμένη» σε πολλά επίπεδα.

Δεν ήταν ο ποδοσφαιριστής που λάτρευε η εξέδρα, δεν ήταν ασφαλώς παίκτης που θα την ξεσήκωνε. Για την ακρίβεια σε πολλές περιπτώσεις, στα αρνητικά αποτελέσματα ήταν αυτός που έφταιγε για όλα! Κάτι σαν τον Μπουχαλάκη στον Ολυμπιακό τώρα. Δεν ήταν -καλώς ή κακώς- τόσο εμπορικός. Σίγουρα ένα κομμάτι στο οποίο υστερούσε ήταν η ταχύτητα. Μην ξεχνάμε βέβαια ότι ήταν 1,90 μ. Έκανε αρκετή «βρώμικη» δουλειά, αν και δεν είχε τόσο στο ρεπερτόριό του το τάκλιν, όσο επιβάλλεται για παίκτη που παίζει στο κέντρο.

Δεν ήταν ακριβώς ο παίκτης που ονειρευόντουσαν οι φίλοι του Παναθηναϊκού για να φιγουράρει στο κέντρο τους, όταν εκπονήθηκε το πλάνο για πολυμετοχικότητα στο «τριφύλλι», που σχεδίαζε να χτίσει ένα αστραφτερό (από κάθε άποψη) ρόστερ. Αλλά σίγουρα ήταν ένας τίμιος χαφ συνολικά στην καριέρα του, από τον οποίο μπορούσες να πάρεις πράγματα. Έδειξε, ακόμα και σε εκείνη την περίοδο ότι υπήρχε χώρος και για τον ίδιο στην ομάδα. Σε μια γρήγορη σκέψη, σου έρχεται στη μνήμη το πολύ καλό ματς που είχε κάνει στο 3-0 επί της Βέρντερ στη Βρέμη, αγωνιζόμενος στο πλευρό του Ζιλμπέρτο Σίλβα και του Σιμάο, που ήταν η σταθερά στα χαφ της ομάδας του Τεν Κάτε. Και στον ΠΑΟΚ έδωσε πράγματα, έχοντας ρόλο σε μια ομάδα που ήθελε και είχε μεγάλο στόχο να «ψηλώσει» κάπως απότομα.

Κοντολογίς, σε αρκετές περιπτώσεις, ο Αλέξανδρος Τζιόλης τα... άκουσε σε υπερβολικό βαθμό. Κρίθηκε πιο αυστηρά από όσο θα έπρεπε, τόσο από τους οπαδούς της ομάδας του (κατά βάση απ' αυτούς του Παναθηναικου, αλλά και από τους Έλληνες γενικά για την παρουσία του στην Εθνική), αλλά και από μερίδα δημοσιογράφων. Ίσως να υποτιμήθηκε αρκετά η αξία του κι η χρησιμότητά του.

Υπάρχει, ωστόσο, κι η άλλη όψη του νομίσματος. Που δείχνει ότι πέτυχε πράγματα για τα οποία μπορεί να καυχιέται και να δηλώνει τυχερός (όπως έκανε το Σάββατο). Για πολλούς παίκτες η συμμετοχή στην Εθνική Ομάδα αποτελεί το μεγάλο όνειρο κι όταν αυτό πραγματοποιείται, την ύψιστη τιμή. Κι ο υψηλόσωμος χαφ έπαιξε σε Μουντιάλ και σε δύο EURO, φόρεσε 75 φορές (50 ως βασικός και 25 ως αλλαγή) τη γαλανόλευκη, ενώ έβαλε στο αριστερό μπράτσο και το περιβραχιόνιο. Δεν τις λες και λίγες. Ειδικά αν σκεφτεί κάποιος ότι ποδοσφαιριστές υψηλότερης αξίας από τον ίδιο αγωνίστηκαν πολύ λιγότερες φορές για τους χ, ψ λόγους.

Όπως για παράδειγμα ο Στολτίδης και ο Ζήκος, που ήταν παίκτες προηγούμενης γενιάς και πλήρωσαν μεταξύ άλλων το γεγονός ότι ο Ρεχάγκελ είχε (δικαιολογημένα μέχρι ενός σημείου) τυφλή εμπιστοσύνη στα παιδιά του EURO για αρκετό καιρό μετά το 2004. Στο τελικό ταμείο εννοείται ότι συνυπολογίζονται τα όσα κατάφερε σε συλλογικό επίπεδο. Με ομάδες του εξωτερικού κατά ένα σημαντικό ποσοστό. Μετά το πολυσυζητημένο πέρασμά του από τον Παναθηναϊκό, αγωνίστηκε μεταξύ άλλων σε Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία, προτού επιστρέψει στην Ελλάδα για τον ΠΑΟΚ, ενώ έπαιξε και σε τελικό του UEFA Cup με τη Βέρντερ Βρέμης το 2009. Όταν οι «πράσινοι» είχαν άλλο αγωνιστικό status. Και για όλα αυτά έχει να λέει ότι μπορούν να τον... ζηλέψουν οι συμπατριώτες του και συνάδελφοι του.