Επτά χρόνια συμπληρώνονται από την ημέρα που ο Γιάννης Αντετοκούνμπο έγινε draft στο ΝΒΑ σοκάροντας τους πάντες και το sport-fm.gr θυμάται πως από το τίποτα έφτασε στην κορυφή.



Πώς ξεκίνησε το μπάσκετ

Πριν λίγα χρόνια ο Γιάννης είχε αποκαλύψει πως μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο αν και ήξερε πως δεν θα γίνει σούπερ σταρ ποτέ.

Ωστόσο, μια μέρα ο μεγάλος του αδερφός Θανάσης του είπε πως θέλει να παίξει μπάσκετ, με την αντίδραση του Γιάννη να μην είναι και τόσο θετική.

Όταν ο πατέρας τους έμαθε για αυτήν την απόφαση τους έκανε κήρυγμα για περίπου τρεις ώρες λέγοντας τους «πραγματικά μιλάτε για μπάσκετ;». Λίγο αργότερα όμως τους είπε πως μπορούν να παίξουν αφού το θέλουν, τουλάχιστον αυτό ήθελε ο Θανάσης.

Ο Γιάννης ως μικρότερος ήθελε να περνάει χρόνο με τον μεγάλο του αδερφό και έτσι ακολούθησε και αυτός εκείνο τον δρόμο, που όπως φαίνεται ήταν η καλύτερη επιλογή.

Η επιλογή στο draft

Ο Γιάννης πριν γίνει draft αγωνιζόταν στον Φιλαθλητικό, αλλά δεν ήταν γνωστός ούτε καν στο ελληνικό κοινό, πόσο μάλλον στην αμερικάνικο.

Οι σκάουτερ των Μιλγουόκι Μπακς εντόπισαν τον Γιάννη μια μέρα να προπονείται σε ένα μικρό γυμναστήριο στην Αθήνα, όπως έχουν πει, και αμέσως κατάλαβαν ότι έχει πολύ ταλέντο και πως μπορεί να εξελιχθεί σε σούπερ σταρ.

Ωστόσο, λόγω της γραφειοκρατίας στην Ελλάδα δεν είχε ακόμη κάποια χαρτιά, οπότε ήταν πολύ δύσκολο να εντοπιστεί από οποιαδήποτε άλλη ομάδα του ΝΒΑ, παρά μόνο από ελάχιστους σκάουτερ.

Τελικά, προς έκπληξη όλων, επιλέχτηκε στο νούμερο 15 και ασκήθηκε έντονη κριτική στην ομάδα που τον διάλεξε και τον πίστεψε από την πρώτη στιγμή, καθώς δεν ήξερε κανείς ούτε αυτόν, ούτε τις δυνατότητες που είχε.



Μέσα στα επόμενα χρόνια, ο Γιάννης δικαίωσε και με το παραπάνω αυτούς που του έδωσαν την ευκαιρία, ενώ άλλες ομάδες που επέλεξαν παίκτη πριν τα «ελάφια» χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο που δεν τον είχαν ανακαλύψει αυτοί.

Μάλιστα, σε εκείνη την χρονιά έγιναν draft πολλοί παίκτες οι οποίοι δεν δικαίωσαν σε καμία περίπτωση τις προσδοκίες που υπήρχαν για αυτούς, κάνοντας τον Γιάννη το μεγάλο όνομα της χρονιάς.

Οι μόνοι που έχουν σημαντικό ρόλο στην ομάδα τους και επιλέχθηκαν πριν το νούμερο 15 είναι ο Βίκτορ Ολαντίπο (2), ο ΣιΤζέιΜακόλουμ (10) και στο Στίβεν Άνταμς (12).

Η πρώτη επιλογή του draft ήταν ο Άντονι Μπένετ, ο οποίος ήρθε και στην Φενέρ για λίγο αλλά ούτε εκεί τα κατάφερε, από τους ΚλίβελαντΚαβαλίερς και θεωρείται ως μια από τις χειρότερες επιλογές στην ιστορία του ΝΒΑ.

Πλέον, επτά χρόνια μετά η επιλογή του Γιάννη φαίνεται πως ήταν τέλεια. Όχι μόνο έκανε τους Μπακς διεκδικητές του τίτλου έπειτα από πάρα πολλά χρόνια, αλλά κατάφερε να κατακτήσει και τον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ κερδίζοντας το βραβείο του MVP, εκτός από τις καρδιές των φιλάθλων.

Οι πρώτες χρονιές στο ΝΒΑ

Το ξεκίνημα της καριέρας του στο ΝΒΑ δεν θυμίζει σε τίποτα την συνέχεια, αν και οι δυνατότητες του Γιάννη φαινόταν και στην ομάδα δεν βιαζόταν να εξελιχθεί, αλλά ήθελαν αυτό να γίνει σωστά.

Στην πρώτη του σεζόν ο Έλληνας σταρ είχε ύψος 2,07 περίπου και ήταν 87 κιλά και στην αρχή της επόμενης είχε ψηλώσει 4-5 πόντους ενώ είχε αυξήσει το βάρος του και κατά 10 κιλά.

Έτσι, δυνάμωσε το σώμα του πάρα πολύ και με την εντατική γυμναστική που έκανε κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο δυνατούς παίκτες στην ομάδα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Παράλληλα, από εκεί που την πρώτη χρονιά είχε μέσο όρο 6,8 πόντους το παιχνίδι, την δεύτερη βελτιώθηκε αισθητά σκοράροντας 12,7 πλέον, σε 31,4 λεπτά ανά παιχνίδι.



Η MVP χρόνια

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του μέχρι στιγμής είναι ότι κατάφερε να πάρει το βραβείο του πιο πολύτιμου παίκτη της σεζόν, έχοντας αντιμέτωπουςπαίκτες όπως ο Τζέιμς Χάρντεν, ο Πολ Τζορτζ, ο Καουάι Λέοναρντ και ο Στεφ Κάρι.

Η ιστορία ενός παιδιού που ήταν μετανάστης σε άλλη χώρα και για να βγάλει λεφτά αναγκάζονταν να πουλάει γυαλιά ηλίου στα φανάρια και λίγα χρόνια μετά να έχει κατακτήσει τον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ έγινε παντού γνωστή.



Χιλιάδες παιδιά εμπνεύστηκαν από αυτόν και συνέχισαν να προσπαθούν να τα καταφέρουν παρά τις αντίξοες συνθήκες στις οποίες ζούνε.

Άλλωστε, ένας αθλητής πρέπει να είναι πρώτα παράδειγμα για τα παιδιά που τον θαυμάζουν και μετά όλα τα υπόλοιπα.



Επιμέλεια: Γιάννης Λύκος