Κανονικότητα στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι σχεδόν ανέφικτο να επιτευχθεί. Από τη στιγμή που ακόμα και οι εκλογές (αν αυτή η διαδικασία μπορεί να ονομαστεί έτσι) της ΕΠΟ γίνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε οι «μεγάλοι» να έχουν τις λιγότερες αφορμές να διαμαρτυρηθούν, είναι ενδεικτικό της «αρρωστημένης» κατάστασης που επικρατεί. Τα όσα συμβαίνουν αυτή την περίοδο με την περίπτωση του Θόδωρου Ζαγοράκη και την πιθανή ανάληψη καθηκόντων στην προεδρία της Ομοσπονδίας είναι απλά η σταγόνα σε ένα ξεχειλισμένο ποτήρι. «Μόνο αν συμφωνήσουν οι Big-4», θα είναι λέει ο εκλεκτός για την προεδρία.

Λογικό, αφού προφανώς κάθε εβδομάδα μάλλον αγωνίζονται τέσσερις-πέντε ομάδες στο πρωτάθλημα και οι υπόλοιπες έχουν ρόλο κομπάρσου. Βέβαια, η ευθύνη για αυτό είναι των ίδιων των «μικρών», που κάθονται σε μια γωνία και πότε-πότε διαμαρτύρονται. Οκ, θα «φωνάξεις» τη Δευτέρα το πρωί, θα βγάλεις και μια ανακοίνωση και τη Δευτέρα το απόγευμα έχεις ήδη καταφέρεις να καταντήσεις γραφικός.

Κάπως έτσι θα πάει και το μοτίβο μετά τα όσα έγιναν στο Περιστέρι, που πραγματικά αξίζει ένας διεστραμμένος νους να φανταστεί τι θα είχε συμβεί μέσα στην ίδια ώρα του αγώνα, αν οι φάσεις για τις οποίες διαμαρτύρεται ο Ατρόμητος, γίνονταν για την αντίθετη πλευρά.

Και επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλλεται να μιλάς για ποδόσφαιρο, αφού σύμφωνα με το γνωμικό που καθιερώθηκε τα προηγούμενα χρόνια, δεν έχει το δικαίωμα κάποιος να «φωνάζει» για τη διαιτησία, αν πρώτα δεν έχει παίξει την μπάλα της ζωής του με τουλάχιστον 7-8 κλασικές ευκαιρίες, προφανώς ο Ολυμπιακός ήταν ανώτερος του Ατρόμητου. Βέβαια, πώς θα γινόταν για παράδειγμα οι τελικές να μην είναι 4-13, οι αποκρούσεις 6-1 κλπ., κλπ., τη στιγμή που παίζει ένα προβληματικό καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν σύνολο, κόντρα σε μία ομάδα που χάνει στο πρωτάθλημα κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα και αυτό χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο. Ωστόσο, η έννοια του ποδοσφαίρου, τουλάχιστον όπως τη μάθαμε από μικροί, είναι ότι κάθε ματς αρχίζει από το 0-0, όπως έγινε στο Αλκογιάνο-Ρεάλ Μαδρίτης ή στο Κορνεγιά-Ατλέτικο Μαδρίτης.

Πάμε να δούμε, λοιπόν, τι ορίζεται ως παράβαση για χέρι που συνιστά και πέναλτι αν φυσικά γίνεται εντός περιοχής.

1) Αν το χέρι κάνει το σώμα αφύσικα μεγαλύτερο
2) Αν το χέρι σηκώνεται πάνω από το ύψος του ώμου

Δεν προκύπτει παράβαση:

1) Όταν η μπάλα βρίσκει χέρι από προσπάθεια του ίδιου του αμυντικού
2) Όταν η μπάλα έρχεται από αντίπαλο και πολύ κοντά
3) Όταν το χέρι είναι κοντά στο σώμα και δεν το κάνει «αφύσικα μεγαλύτερο».



Πραγματικά, αναμένεται με αγωνία η ετυμηγορία του Μαρκ Κλάτενμπεργκ για τη φάση του 41’ με το χέρι του Σεμέδο, που είναι απλωμένο, πάνω από τον ώμο και του έρχεται από κεφαλιά του Μπα, άρα όχι από δικό του κακό διώξιμο. Προφανώς είναι ακούσιο, όπως το 90% των χεριών πλέον στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, αλλά ο κανονισμός δεν αναφέρει πουθενά για πρόθεση όταν η μπάλα έρχεται από μία απόσταση και όχι εξ επαφής. Ωστόσο, θα είχε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ο διεθνής Παπαπέτρου, που ψηφίζεται πλέον και κορυφαίος διαιτητής στην Ελλάδα, να μορφώσει κοινό και δημοσιογράφους, εξηγώντας για ποιον λόγο από το VAR δεν είδε τίποτα επιλήψιμο. Εκτός πια αν εντάσσεται και εκείνος στο δόγμα Κάκου, που κανείς εκτός από τους ίδιους δεν έχει δικαίωμα άποψης.

Προσπερνώτας το μαρκάρισμα του Μπουχαλάκη στον Χαρίση (αλήθεια πόσο πιο σκληρό ήταν το τάκλιν του Μάτιτς στον πρώτο γύρο που ΣΩΣΤΑ αποβλήθηκε), καθώς για άλλους είναι κίτρινη και για άλλους κόκκινη, οπότε μια κοινή αλήθεια δεν πρόκειται να βρει κανείς, πάμε στο γκολ του Μπρούμα.

Σύμφωνοι πως πραγματικά το σπρώξιμο του Ολλανδού εξτρέμ δεν είναι το «κραυγαλέο» φάουλ, άσχετα αν 9,5 στις 10 φορές σφυρίζεται ως φάουλ υπέρ του αμυντικού. Πώς γίνεται η ίδια φάση με τον Νταβιώτη και τον Ρέαμπτσιουκ στο 88’, τη στιγμή που ο παίκτης του Ατρόμητου μπαίνει στην περιοχή, από τον ίδιο άνθρωπο, στο ίδιο παιχνίδι να σφυρίζεται φάουλ; Προφανώς άλυτο μυστήριο, που ο Τσαγκαράκης δεν θα το απαντήσει ποτέ.

Και τέλος, πώς γίνεται στο 59’ η αντιαθλητικη, αντισυναδελφική, αντιεπαγγελματική κλωτσιά του Μπα στον Μάτιτς εκτός φάσης να μην τιμωρείται με κόκκινη κάρτα; Πώς γίνεται να το «παραδέχθηκε» ο Πέδρο Μαρτίνς βγάζοντας τον εκτός με αλλαγή στο 64’ και ούτε ο Τσαγκαράκης, αλλά ούτε πολύ περισσότερο ο διεθνής, Παπαπέτρου, να θεώρησε ότι είναι απλή κίτρινη.

Προφανώς απαντήσεις δεν πρόκειται να δοθούν και προφανώς επικράτησε η καλύτερη ομάδα, η φανέλα, η καρδιά κ.ο.κ. Ωστόσο, ειδικότερα για τον Τάσο Παπαπέτρου και τον Πέτρο Τσαγκαράκη αξίζει μια μικρή ιστορία. Το συγκεκριμένο δίδυμο ήταν ακριβώς ίδιο στο ματς της 9ης αγωνιστικής της Λαμίας με τον Αστέρα Τρίπολης και σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Άγγλος αρχιδιαιτητής «κάρφωσε» τον Παπαπέτρου για την απόφασή του να στείλει τον Τσαγκαράκη στην οθόνη για ένα πέναλτι στον Ντέλετιτς, καθώς επρόκειτο για κάτι αχρείαστο. Μάλιστα, στη δημόσια κριτική του ο Κλάτενμπεργκ είπε: «Η ΚΕΔ καταλήγει στο συμπέρασα ότι πρόκειται για μία πολύ δύσκολη απόφαση και συμφωνεί ότι όντως υπήρξε παράβαση από τον αμυνόμενο, ωστόσο η γωνία της κάμερας καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να αξιολογηθεί εάν η επαφή συνεχίστηκε και εντός της περιοχής πέναλτι. Η ΚΕΔ επιπρόσθετα θεωρεί ότι δεν πρόκειται για ένα ξεκάθαρο και προφανές λάθος από τη διαιτητική ομάδα και συνεπώς ο VAR (σ.σ. ο Παπαπέτρου) δεν θα έπρεπε να είχε παρέμβει, εκτός κι αν είχε μία ξεκάθαρη ένδειξη για να αλλάξει την απόφαση του διαιτητή».

Μπορεί να μαντέψει λοιπόν κανείς εύκολα από τότε, κατά πόσο ο Παπαπέτρου κάνει τη δουλειά του όταν είναι στο VAR και κατά πόσο αποφάσισε να κρατήσει… μούτρα στον Κλάτενμπεργκ, μην παρεμβαίνοντας ποτέ, καθώς «δεν έχει ξεκάθαρη ένδειξη για να αλλάξει την απόφαση του διαιτητή».

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.