Ένα έργο ετών καλό θα ήταν να εκτιμάται στην ολότητά του, ωστόσο στην περίπτωση του Last Dance ξέχωρα από την τεράστια προσμονή για τη συνέχεια κάποια συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα από τα δύο πρώτα επεισόδια του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ. Το πρώτο αφορά τους κεντρικούς πρωταγωνιστές και το δεύτερο εμάς.

Τα κατορθώματα του Μάικλ Τζόρνταν στα παρκέ είχαν αναγάγει την φύση του σε κάτι θείο. Όχι δια στόματος των συνήθως φαφλατάδικων και υπερβολικών τίτλων των media, αλλά ακόμη και στα λόγια ανταγωνιστών. Ολάκερος Λάρι Μπερντ δεν είχε κανένα κόμπλεξ να μιλήσει για έναν «Θεό που μεταμφιέστηκε σε Τζόρνταν» αφότου οι Σέλτικς είχαν «σκουπίσει» τους Μπουλς στα playoffs του 1986, παρά τα όργια του ακόμη 23χρονου Μάικ ο οποίος τελείωσε τη σειρά με 43,7 πόντους (με 50,5% στα σουτ), 6,3 ριμπάουντ και 5,7 ασίστ ανά αγώνα.

Κι όμως, παρότι όσα έκανε ο Air έμοιαζαν καμωμένα από ένα ανώτερο πλάσμα, που εστάλη στον πλανήτη μας για να μας καθηλώσει, το Last Dance πέρα από να θυμίζει στους παλιούς και να διδάσκει στους νέους ότι ο κεντρικός του πρωταγωνιστής είναι (μέχρι αποδείξεως του εναντίου) αξεπέραστος υπενθυμίζει και την ανθρώπινη φύση του. Γιατί ο τύπος που θαρρείς στεκόταν ώρες στον αέρα, που σκόραρε μπροστά σε «βουνά» και που δεν μπορούσε να σταματήσει κανένας ήταν κι αυτός ένας από μας. Η προσπάθειά του να κερδίσει την αποδοχή του δύστροπου πατέρα του, η αδυναμία του να ανταγωνιστεί αρχικά τον αδερφό του και εν συνεχεία τους πρώτους του συμπαίκτες στο σχολείο και το κολέγιο ή η ανεπάρκεια του μεγαλείου του να οδηγήσει σε τίτλους μια ομάδα προτού πλαισιωθεί από τους κατάλληλους συμπαίκτες μαρτυρούν πως ο Τζόρνταν δεν ήταν Θεός. Όμως αυτή η ανταγωνιστική του φύση ήταν, πέρα από το ταλέντο ή τα αθλητικά προσόντα, αυτή που τον ώθησε τόσο ψηλά.

Ομοίως και για τον Διόσκουρο, Σκότι Πίπεν, που έμοιαζε ατρόμητος και ικανός να σταματήσει τους κορυφαίους αντιπάλους, αλλά δεν μπορούσε να νικήσει την ανασφάλεια του να έχει μεγαλώσει σε ένα σπίτι με ανάπηρο αδερφό και πατέρα η οποία τον ώθησε σε αυτό το επταετές συμβόλαιο «σκλαβιάς». Και πέρα από τα ανώτερα όντα του αθλητισμού, ένα ανώτερο μυαλό σαν του Τζέρι Κράους φάνηκε πως ανήκε σε έναν άνθρωπο με αδυναμίες και κόμπλεξ. Δίχως το μυαλό του, που στρόφαρε πολύ πιο γρήγορα και πανούργα από τον μέσο όρο, ο Τζόρνταν ίσως να μην είχε ποτέ το supporting cast που θα τον βοηθούσε να φτάσει στη θέωση. Η ματαιοδοξία να κερδίσει το μερίδιο προβολής που του αναλογούσε και δεν του αποδιδόταν τον οδήγησε σε ένα Ναπολεόντειο Σύνδρομο με όλες τις προεκτάσεις του και τις συνέπειες πάνω στη δυναστεία των Μπουλς.

Η απόσταση ενός κοινού θνητού, λοιπόν, με τους υπεραθλητές που βλέπει ως ανώτερα όντα δεν είναι τόσο μεγάλη. Άνθρωποι είναι κι αυτοί, με αδυναμίες, ανασφάλειες, εγωισμούς… Εκεί που η απόσταση μοιάζει χαώδης και δυστυχώς αδύνατο να καλυφθεί αλλά μάλλον πιο πιθανό να μεγαλώσει, είναι σε επίπεδο νοοτροπίας. Πριν 23-24 χρόνια κάποιοι άνθρωποι, ανάμεσά τους ο παραγωγός Άντι Τόμπσον (θείος του Κλέι των Γουόριορς και αδερφός του επίσης ΝΒΑερ Μάικαλ) και ο διευθυντής των κινηματογραφικών/τηλεοπτικών παραγωγών του ΝΒΑ Άνταμ Σίλβερ (πλέον κομισάριος), είχαν την οξυδέρκεια να προτείνει ο πρώτος και να εγκρίνει ο δεύτερος το πρότζεκτ που έμελλε να αποτελέσει τη βάση που δύο δεκαετίες μετά θα καθήλωνε το κοινό αποτελώντας μια εξαιρετική παρέα εν μέσω καραντίνας. Όμως αυτή η ριζοσπαστική ιδέα δεν θα γινόταν ποτέ πράξη αν δεν άναβαν το πράσινο φως οι Μπουλς. Το γεγονός ότι το έπραξαν επιτρέποντας σε τηλεοπτικό συνεργείο να γίνει σκιά της ομάδας σε μια ταραχώδη σεζόν, με εντάσεις σε όλα τα επίπεδα, μαρτυρά πόσο πιο μακριά από τη σκιά τους έβλεπαν ορισμένοι. Από τον περασμένο αιώνα κιόλας…

Κάτι τέτοιο φαντάζει για την Ελλάδα πιο μακρινό από την προσπάθεια ενός πιτσιρικά να κάνει πετύχει όσα ο Τζόρνταν. Όχι γιατί δεν υπήρξαν και στα μέρη μας σε πολλά σπορ σπουδαίες ομάδες ή μεγάλοι αθλητές που θα πρόσφεραν άφθονο υλικό για ένα αντίστοιχο ντοκιμαντέρ, ούτε γιατί δεν υπήρξαν άνθρωποι που το πρότειναν ή με το μεράκι και το ταλέντο να το υλοποιήσουν, αλλά γιατί αυτοί που έπρεπε να δώσουν την τελική έγκριση άναψαν κόκκινο. Προτίμησαν το «τα εν οίκω μη εν δήμω», θεώρησαν πως έτσι προστατεύουν εαυτούς ή αλλήλους, ίσως και να πίστευαν πως το ελληνικό κοινό δεν έχει το ανοιχτό μυαλό που απαιτείται για να δει χωρίς παρωπίδες ένα τέτοιο έργο. Σε κάθε περίπτωση, με αυτή την άρνηση στέρησαν από όλους εμάς την ευκαιρία να τους δούμε από μια άλλη οπτική. Όχι τέτοια που θα τους αποκαθήλωνε στα μάτια μας, αλλά μάλλον που θα τους «μεγάλωνε» ακόμη περισσότερο. Γιατί ντοκιμαντέρ σαν το Last Dance, που γίνονται από ανθρώπους χωρίς «ατζέντα» ή μικροσυμφέροντα, παρά μόνο από αγάπη προς αυτό που προβάλλουν, μπορούν να προσφέρουν μόνο περισσότερους λόγους και επ’ ουδενί λιγότερους για να λατρεύουμε τα σπορ και τους ιστορικούς πρωταγωνιστές τους. Κι ας τους παρουσιάζουν λιγότερο Θεούς και περισσότερο θνητούς από όσο πιστεύαμε παρακολουθώντας τους πάνω στη «σκηνή».