Παλαιότερες

Το απόγευμα που έφυγε ο Μπούκοβι

SportDay

Αθήνα, σταθμός Λαρίσης, 23 Δεκεμβρίου 1967. Σαν σήμερα, αλλά τότε ήταν Σάββατο. Ενας πολύ μεγάλος προπονητής, ο Ούγγρος Μάρτον Μπούκοβι, έφευγε από την Ελλάδα μαζί με τον βοηθό του, Μ. Λάντος. Οι οπαδοί του Ολυμπιακού τον λάτρευαν, αλλά δεν συγκεντρώθηκαν στον σταθμό για να τον αποχαιρετήσουν. Η χούντα απαγόρευε τις συγκεντρώσεις άνω των τριών ατόμων από τις 13 του μήνα, όταν εκδηλώθηκε το λεγόμενο «κίνημα του Βασιλιά».

Πάνε χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Διονύση Χαριτόπουλου με τίτλο «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι». Μια ηθογραφία του Πειραιά της δεκαετίας του '60, που τη συνέθεταν αυθεντικοί, χαρακτηριστικοί λαϊκοί τύποι και διάλογοι. Πώς ενσωματωνόταν στο βιβλίο του Χαριτόπουλου ο Ούγγρος; Περίπου σαν αντεστραμμένος «από μηχανής θεός» των Μανιάτικων, του Αγιου Δημήτρη, των Ταμπουριών.

Ναι, αντεστραμμένος, διότι ο Χαριτόπουλος αποτύπωσε τη φυγή, όχι την έλευση. Δεν σκιαγράφησε την ελπίδα, αλλά το σοκ που απελευθέρωσε ευγνωμοσύνη, μελαγχολία του τέλους, πίκρα. Σκληροτράχηλοι νταήδες, ένας μποξέρ, ένας «που πέρναγε παραμάνες στα μάγουλά του» έκλαιγαν επειδή θα έφευγε ο «πατέρας»: ενίοτε κομματιάζονται οι «πανοπλίες» τραχύτητας, με τις οποίες οι άνθρωποι συχνά ελπίζουν να επιβιώσουν.

Οταν διάβαζα το βιβλίο του Χαριτόπουλου δεν περίμενα ότι κάποτε θα κρατούσα στα χέρια μου ένα άλλο που θα πραγματευόταν τα της άφιξης και της αποχώρησης του σημαντικού τεχνικού. Ομως τέτοιο ακριβώς βιβλίο παρέλαβα πριν από λίγες εβδομάδες από τις εκδόσεις Νόβολι. Τίτλος του: «Μπούκοβι: Πώς ήρθε και γιατί έφυγε». Συγγραφέας, ο Θανάσης Σκρουμπέλος, εκ των ιδρυτικών μελών της Ενωσης Σεναριογράφων Ελλάδας. Το υλικό βασίζεται στην έρευνα του Χρ. Πιπίνη. Προλογίζει ο Ηλίας Μπαζίνας.

Το βιβλίο το απόλαυσα πρωτίστως επειδή διακατέχεται από το «δημιουργικό άγχος» του συγγραφέα να εντοπίσει τις ακριβείς απαντήσεις στο δεύτερο ερώτημα που θέτει ο τίτλος: γιατί έφυγε ο Μπούκοβι. Η δομή του βιβλίου θυμίζει ταινία με σενάριο που βασίζεται σε δύο ιστορίες, κάνοντας τον αναγνώστη να αναρωτιέται πότε και πώς θα συναντηθούν.

Η μία ιστορία αφορά τα διοικητικά του Ολυμπιακού. Τη δυσφορία ανθρώπων της ομάδας για την προσωπικότητα του Μπούκοβι και την απροθυμία του να δεχθεί τις συνήθεις παρεμβάσεις παραγόντων στη δουλειά του προπονητή. Η άλλη αυτοτελής ιστορία παραπέμπει στις εγχώριες πολιτικές εξελίξεις από τον Ιούνιο του 1965 (τότε κατέφθασε ο Μαγυάρος) μέχρι το «αντίο».

Σε ποιο σημείο αρχίζει η σύγκλιση των δύο ιστοριών; Ανακατεύτηκε ή όχι στην υπόθεση Μπούκοβι το χουντικό καθεστώς που είχε αντικαταστήσει το διοικητικό συμβούλιο του Ολυμπιακού λίγες ημέρες προτού κοινοποιήσει ο Ούγγρος τεχνικός την πρόθεσή του να αποχωρήσει; Αν όντως επέδρασε, σε ποιο βαθμό; Τι έλεγαν οι παίκτες; Γιατί η απόδοση της ομάδας έπεσε; Γιατί ο Μπούκοβι δεν ήθελε να αποκτήσει ο Ολυμπιακός τον Κούδα, μολονότι τον θεωρούσε «εξαιρετικό παίκτη και καλό άνθρωπο;».

Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα συμπεράσματα του συγγραφέα. Οχι για να μη χαλάσω κάποιο σασπένς, αλλά επειδή στην περίπτωση αυτού του βιβλίου-έρευνα ισχύει στο έπακρο το αξίωμα πως τη μεγαλύτερη σημασία την έχει «ο δρόμος προς την Ιθάκη». Ο Σκρουμπέλος είναι παθιασμένος γαύρος και το παραδέχεται. Ευτυχώς το πάθος του όχι μόνο δεν αμβλύνει το ερευνητικό πείσμα του, όχι μόνο δεν τον ωθεί προς το «στρογγύλεμα» και τον καλλωπισμό καταστάσεων, αλλά αντιθέτως τροφοδοτεί την αυστηρότητά του για πρόσωπα και πράγματα στο εσωτερικό του Ολυμπιακού.

Σημαντικό τμήμα του βιβλίου θυμίζει… ντοκιμαντέρ. Βλέπεις πολλά αποσπάσματα δημοσιευμάτων του Τύπου της εποχής. Βλέπεις τους παίκτες του Ολυμπιακού να στάζουν μέλι για τον Μπούκοβι. Βλέπεις και τον ίδιο να αναλύει υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε μια ομάδα να αφομοιώσει επιτυχώς το σύστημα που είχε λανσάρει στην ΜΤΚ, το 4-2-4, που ήταν παραλλαγή του «WM».

Το βιβλίο σε αρκετά σημεία σε προκαλεί να σκεφτείς πόσο άλλαξαν οι εποχές. Σε άλλα πάλι σε εκπλήσει, διαπιστώνοντας ότι ορισμένα σύγχρονα φαινόμενα διαθέτουν μεγάλη προϊστορία. Παράδειγμα: ο Μπούκοβι δεν ήθελε να πάει ο Ολυμπιακός περιοδεία σε ΗΠΑ και Καναδά, φοβούμενος ότι η ομάδα θα «ξεκουρδιζόταν», αντί να προετοιμάζεται πυρετωδώς για να αντιμετωπίσει τη Γιουβέντους στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Η διοίκηση, όμως, προσέβλεπε σε εισπράξεις, δημόσιες σχέσεις και μάρκετινγκ. Δεν θυμίζει αυτό Εθνική Ελλάδας στο Μουντιάλ του 1994; Κι ήταν –τότε– μόλις 1967!

Οταν ο Ούγγρος ήρθε, σε σχόλιό της η εφημερίδα «Ομάδα» αναρωτήθηκε εάν ο παραγοντισμός θα τον ανεχόταν: «Θα αντέξει και πόσο; Ή θα φύγει νύκτα;». Αντεξε όσο χρειάστηκε για να αναδειχθεί ο Ολυμπιακός πρωταθλητής δύο φορές. Το '66 και '67 (από το '59 είχαν να δουν πρωτάθλημα οι «ερυθρόλευκοι»). Και έφυγε... απόγευμα.

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

close menu
x