Γενικά

Το ποδόσφαιρο έχει σενάριο και ηθοποιοί είναι οι παίκτες! (video)

Ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος πέρασε το κατώφλι του Μιλανέλο, κάνοντας ένα τεράστιο άλμα στην καριέρα του κι επιβεβαιώνοντας πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδί με ταλέντο να έχει το μυαλό στο κεφάλι και τα πόδια πάνω στη γη! Αν θα τα πάει καλά ή όχι είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, αλλά είμαι βέβαιος πως θα τους πείσει στο Μιλάνο πως άξιζε τα χρήματα που έδωσαν για να τον πάρουν από την Τζένοα. Γράφει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος.

Ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος πέρασε το κατώφλι του Μιλανέλο, κάνοντας ένα τεράστιο άλμα στην καριέρα του κι επιβεβαιώνοντας πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδί με ταλέντο να έχει το μυαλό στο κεφάλι και τα πόδια πάνω στη γη! Αν θα τα πάει καλά ή όχι είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, αλλά είμαι βέβαιος πως θα τους πείσει στο Μιλάνο πως άξιζε τα χρήματα που έδωσαν για να τον πάρουν από την Τζένοα. Γράφει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος

Το να ψωνίζει –και μάλιστα ακριβά– αμυντικό μέσα από το Καμπιονάτο η Μίλαν είναι άξιον αναφοράς! Δεν μιλάμε απλώς για μία ομάδα, αλλά για τον σύλλογο που άλλαξε όλο τον τρόπο με τον οποίον πρεσάρουν κι αγωνίζονται οι ομάδες τα τελευταία 20 χρόνια κι αυτό γιατί στον δρόμο της βρέθηκε ένας χαρισματικός άνθρωπος, ο οποίος τόλμησε να κάνει πράξη τα πιο τρελά όνειρά του.
Η ίδια η ιστορία της Μίλαν άλλαζε με μια συνέντευξη Τύπου το 1987, μια και περνούσε την πόρτα του προπονητικού κέντρου της για να αναλάβει την ομάδα κάποιος που γινόταν δεκτός με αμηχανία από τους ρεπόρτερ. Ο Αρίγκο Σάκι παρουσιαζόταν επίσημα στον Τύπο, έχοντας ως προϋπηρεσία μονάχα την καλή δουλειά του στην Πάρμα (που έπαιζε, ωστόσο, στη Σέριε C), αλλά αυτό που ξεχώριζε στο βιογραφικό του ήταν η δουλειά του στο εργοστάσιο του πατέρα του ως πωλητής παπουτσιών!

Στη σημερινή εποχή της μιντιακής έκρηξης ανατριχιάζω στη σκέψη ακόμα και να φανταστώ τι θα επακολουθούσε μιας τέτοιας πρόσληψης. Φυσικά εκείνη τη μέρα έμεινε στην ιστορία η ατάκα του στην ερώτηση που του έγινε, αν θεωρεί κατάλληλο τον εαυτό του για τη θέση μια και δεν είχε παίξει ποτέ ποδόσφαιρο. «Δεν γνώριζα πως για να γίνει κάποιος τζόκεϊ χρειάζεται να ήταν προηγουμένως άλογο».

Για να καταλάβει κάποιος πόσο σημαντική αποδείχτηκε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο η (ακραία όντως) επιλογή του Σίλβιο Μπερλουσκόνι να αντικαταστήσει τον σεβάσμιο Σουηδό Νιλς Λίντχολμ (τεράστιος και ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής και στη Μίλαν και στη Ρόμα) με έναν άγνωστο τεχνικό, χρειάζεται να εντρυφήσει λίγο στο πόσο δύσκολο ρόλο αναλάμβανε, όχι για το μέγεθος της Μίλαν, διότι είχε πάρει μόλις ένα πρωτάθλημα από το 1968 έως το 1987 (εκείνο του 1979, στην τελευταία σεζόν του Τζιάνι Ριβέρα), αλλά επειδή πριν καταλήξει το 1986 στα χέρια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε βιώσει μια περίοδο απαξίωσης.

Στα πρόθυρα χρεοκοπίας

Το καλοκαίρι του 1983, έχοντας περάσει την τραυματική εμπειρία δύο υποβιβασμών –τον πρώτο το 1980 λόγω της εμπλοκής του προέδρου της και κάποιων παικτών στο σκάνδαλο των στημένων παιχνιδιών και τον δεύτερο το 1982 έπειτα από μία τραγική σεζόν, η οποία οδήγησε σε πτώση και έφτασε τον σύλλογο στα πρόθυρα της χρεοκοπίας–, είχε μόλις επιστρέψει στη Σέριε A και έψαχνε στην αγορά για ενισχύσεις. Κάνει πρόταση στον Αγγλο φορ Τόνι Γούντκοκ, βασικό με τη Νότιγχαμ Φόρεστ, όταν πήρε τα δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών στα τέλη της δεκαετίας του '70, ο οποίος αγωνιζόταν στην Κολωνία. Η απάντησή του, ένα ηχηρό χαστούκι: «Προτιμώ να πάω σε μια ομάδα με φιλοδοξίες κι όχι σε ένα μέτριο κλαμπ που ανεβοκατεβαίνει κατηγορίες».

Οταν ανέλαβε ο Μπερλουσκόνι τα ηνία, η Μίλαν είχε να παίξει στην Ευρώπη από το 1979. Μέσα σε δύο δεκαετίες, έως το 2007, οι «ροσονέρι» είχαν μετατραπεί στην κορυφαία ομάδα του πλανήτη από πλευράς τίτλων και το ποδόσφαιρο που έπαιξαν μεταξύ του 1989 και του 1994 παραμένει σημείο αναφοράς, αλλά η ανάκαμψη ξεκίνησε τη μέρα που ο ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης αποφάσισε να στηρίξει την εξεζητημένη επιλογή του να προσλάβει έναν άγνωστο νέο τεχνικό και να του δώσει πανάκριβους παίκτες για να διαχειριστεί! Ο Μάρκο φαν Μπάστεν από τον Αγιαξ και ο Ρουντ Γκούλιτ από την Αϊντχόφεν ήταν προσωπικές επιλογές του Σάκι, ο οποίος είχε μεγαλώσει λατρεύοντας τις ομάδες που έπαιζαν επιθετικά (Ουγγαρία, Χόνβεντ, Ρεάλ) και είχε μαγευτεί από την τελειότητα του ολλανδικού ποδοσφαίρου. Ο Φρανκ Ράικαρντ θα γινόταν σύντομα ο τρίτος Ολλανδός της παρέας (ο οποίος έπαιξε δανεικός στη Σαραγόσα, αν και αποκτήθηκε από τον Αγιαξ), αλλά επειδή είχε χάσει τις ημερομηνίες στις οποίες όφειλε να τον δηλώσει η Μίλαν, ο Σάκι ήρθε για πρώτη φορά σε κόντρα με τον Μπερλουσκόνι, ο οποίος προτιμούσε ως τρίτο ξένο τον Αργεντινό Μπόργκι, που έπαιζε δανεικός στην Κόμο.

Στις 21 Ιουλίου 1987, όταν η Μίλαν παρουσίασε τα νέα αποκτήματά της, τα φώτα έπεσαν στον 28χρονο Κάρλο Αντσελότι, μεταγραφή από τη Ρόμα, για τον οποίον ο Σάκι επέμεινε πολύ. Αν και είχε μείνει στάσιμη η καριέρα του στην «αιώνια πόλη», ο Αρίγκο διέβλεπε πως είχε τόση ποιότητα, που το κέντρο των «ροσονέρι» τον χρειαζόταν όπως η γη το νερό της βροχής σε καιρό ξηρασίας! Γιατί ο Σάκι έκανε αμέσως γνωστό στους παίκτες του πως αυτό που ήθελε βελτίωση, και μάλιστα άμεση, ήταν η αγωνιστική φιλοσοφία, με την εφαρμογή ενός τρόπου πρέσινγκ ανάλογου με εκείνο των Ολλανδών της δεκαετίας του '70, αλλά προσαρμοσμένου στις ανάγκες της δεκαετίας που ακολουθούσε!

Κοντά οι γραμμές!

ΟΣάκι επέμενε πως ο χώρος ανάμεσα στην άμυνα και την επίθεση οφείλει να είναι σε σύμπτυξη. Η διαφορά με τη σκέψη που διατύπωσε ο Ρίνους Μίχελς σχεδόν δύο δεκαετίες νωρίτερα, γεννώντας την ιδέα του Total Football, είχε να κάνει με τον πιο επιθετικό τρόπο με τον οποίον εφάρμοζε το τεχνητό οφσάιντ η Μίλαν. Αυτό έκανε σχεδόν αδύνατο τον τρόπο παιχνιδιού του αντιπάλου με μπαλιές στην πλάτη της άμυνας. Ο μεγάλος Αγιαξ των 70s έδινε κάποια μέτρα χώρο ανάμεσα στους χαφ και την άμυνα, έχοντας μερικές φορές και μια υπέρμετρη αγωνιστική αλαζονεία, ενώ η Φέγενορντ του Ερνστ Χάπελ την ίδια περίοδο επέτρεπε ανάμεσα στους επιθετικούς της και τα χαφ να υπάρχει λίγο κενό, χαλαρώνοντας τη θηλιά στον λαιμό του αντιπάλου!

Ο Αρίγκο Σάκι, που είχε περάσει ώρες μελετώντας σε βίντεο αυτές τις συμπεριφορές, κατέληξε σε ένα σύστημα που όλες οι γραμμές ήταν πάρα πολύ κοντά, σχεδόν μέσα σε 25 μέτρα. Οσοι προσπαθούσαν να τους παίξουν κατά μέτωπον, έπρεπε να διασπάσουν τρεις γραμμές με μεγάλη συνοχή! Αυτό έδινε τη δυνατότητα στους παίκτες της Μίλαν να μην κουράζονται άσκοπα, να μην ξοδεύουν ενέργεια και να έχουν άμεσες επιλογές μόλις κέρδιζαν ξανά την κατοχή. Ακούγεται απλό, αλλά στην πράξη και μέχρι να το συνηθίσουν δεν ήταν. «Γι' αυτό η ομάδα θα έπρεπε να κινείται ολόκληρη με ενιαίο τρόπο πάνω και κάτω και από δεξιά στα αριστερά», είπε ο Σάκι μιλώντας στον Τζόναθαν Γουίλσον, συγγραφέα του βιβλίου «Αντιστρέφοντας την πυραμίδα» (εκδόσεις Polaris) και, εξηγώντας πώς το κατάφερε, είπε: «Οταν είχαμε την κατοχή, ήθελα πάντα να βρίσκονται πέντε παίκτες μπροστά από την μπάλα».

Ο Σάκι έλεγε πάντα πως το σύστημα ήταν το πιο σπουδαίο πράγμα στο ποδόσφαιρο. «Το ποδόσφαιρο έχει σενάριο», είχε πει σε μια συνέντευξή του. «Οι ηθοποιοί, αν είναι μεγάλοι, μπορούν να ερμηνεύσουν το σενάριο και τα λόγια τους σύμφωνα με τη δημιουργικότητά τους, αλλά θα πρέπει να ακολουθούν το σενάριο. Ημουν ο μόνος που θα μπορούσα να τους καθοδηγήσω και να τους βοηθήσω να αναπτύξουν ένα παιχνίδι με συλλογικά χαρακτηριστικά, κάτι που θα μπορούσε να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητες του συνόλου. Η φιλοσοφία μου ήταν να διδάξω τους ποδοσφαιριστές όσα περισσότερα μπορούσα, για να γνωρίζουν όσο το δυνατόν πιο πολλά. Αυτό θα τους έδινε την ικανότητα να πάρουν τη σωστή απόφαση –και να την πάρουν γρήγορα–, γνωρίζοντας κάθε πιθανό σενάριο μέσα στον αγωνιστικό χώρο».

Δέκα εναντίον πέντε!

Οσο κι αν ακούγεται υπερφίαλο, η αλήθεια είναι πως ο Αρίγκο Σάκι έφερε τη μεγαλύτερη επανάσταση στο ποδόσφαιρο μετά τον Μίχελς κι ουσιαστικά πάνω στη δουλειά που παρουσίασε με τη Μίλαν στο γήπεδο δομήθηκε όλη η επόμενη δεκαετία στο άθλημα.
Οπως γράφει ο Γουίλσον, ο μεγαλύτερος θρίαμβος του Σάκι ήταν ότι μπόρεσε να πείσει τους μεγάλους ποδοσφαιριστές της Μίλαν για την ορθότητα των απόψεών του. «Επεισα τον Γκούλιτ και τον Φαν Μπάστεν ότι πέντε οργανωμένοι ποδοσφαιριστές μπορούν να νικήσουν δέκα ανοργάνωτους». Και συνεχίζοντας το εξηγεί: «Πήρα πέντε ποδοσφαιριστές, τον Γκάλι στο τέρμα και τους Τασότι, Μαλντίνι, Κοστακούρτα και Μπαρέζι. Απέναντί τους υπήρχε μια δεκάδα από τους Γκούλιτ, Φαν Μπάστεν, Ράικαρντ, Βίρντις, Εβάνι, Ανσελότι, Κολόμπο, Ντοναντόνι, Λαντινιότι και Μανάρι. Είχαν ένα τέταρτο για να βάλουν γκολ ενάντια στους πέντε δικούς μου και ο μόνος κανόνας ήταν ότι αν κερδίζαμε την μπάλα ή την έχαναν, επειδή έβγαινε πλάγιο ας πούμε, έπρεπε να ξαναρχίσουν δέκα μέτρα πίσω από τη γραμμή που άρχιζε το δικό τους μισό του γηπέδου. Το κάναμε συνέχεια και δεν έβαλαν γκολ. Ποτέ».

Αυτό ήταν το νέο πρέσινγκ, ένα κλειδί για τον καινούργιο ποδοσφαιρικό παράδεισο, αλλά όχι με τον τρόπο που το έκαναν κάποτε η Ντιναμό Κιέβου, η εθνική Ολλανδίας, ο Αγιαξ, ακόμα και η Μπάγερν, που κυνηγούσαν τον παίκτη μόλις είχε κατοχή. Κι αυτό επειδή ο Σάκι είχε την ευφυΐα να διαπιστώσει πως, παρά τη λατρεία που έτρεφε στους Ολλανδούς, ήταν τελείως διαφορετικοί από τους Ιταλούς ως κορμιά και ως τρόπος σκέψης. «Αυτοί ήταν πιο αθλητικοί, ενώ εμείς βασιζόμασταν περισσότερο στην τακτική. Κάθε ποδοσφαιριστής έπρεπε να βρίσκεται στη σωστή θέση. Στο αμυντικό κομμάτι όλοι οι παίκτες μας είχαν τέσσερα σημεία αναφοράς: την μπάλα, τον χώρο, τον αντίπαλο και τους συμπαίκτες τους. Κάθε κίνηση έπρεπε να είναι μια λειτουργία αυτών των τεσσάρων σημείων αναφοράς. Κάθε ποδοσφαιριστής έπρεπε να αποφασίσει ποιο απ' αυτά τα τέσσερα σημεία θα καθόριζε τις κινήσεις του.

Το πρέσινγκ δεν έχει να κάνει με το τρέξιμο και τη σκληρή δουλειά. Εχει να κάνει με τον έλεγχο του χώρου. Ηθελα οι ποδοσφαιριστές μου να νιώθουν δυνατοί και οι αντίπαλοι αδύναμοι. Αν αφήναμε τους αντιπάλους να παίξουν με τον τρόπο που είχαν συνηθίσει, η αυτοπεποίθησή τους θα μεγάλωνε. Αν, όμως, τους εμποδίζαμε, η αυτοπεποίθησή τους θα δεχόταν πλήγμα. Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Το δικό μας πρέσινγκ βασιζόταν στην ψυχολογία όσο και στη δύναμη και ήταν πάντα μια ομαδική υπόθεση. Ηθελα και οι 11 ποδοσφαιριστές μου να βρίσκονται σε μία "ενεργή" θέση, η οποία να επηρεάζει τον αντίπαλο όταν δεν είχαμε την κατοχή. Κάθε κίνηση θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα συνεργασίας και να εξυπηρετεί ένα συλλογικό σκοπό. Επρεπε να υπάρχει μια ομοφωνία στις κινήσεις», λέει ο Σάκι κι αυτό αποδείχτηκε το εφαλτήριο για τις μεγάλες επιτυχίες των επόμενων χρόνων.

Αν παρακολουθήσει κανείς βίντεο από αγώνες της εποχής, θα μείνει με την εντύπωση πως οι ποδοσφαιριστές της Μίλαν σε όλα τα ματς είναι πιο γυμνασμένοι και δυνατοί από τους αντιπάλους τους. Αυτά, όμως, που τους έδιναν αβαντάζ ήταν η κίνηση και η σωστή θέση που είχαν στον χώρο και τους έκαναν να φαίνονται μεγαλόσωμοι!

Ο Αρίγκο Σάκι έφερε την επανάσταση με τους διαφορετικούς τύπους πρέσινγκ που εφάρμοζε η Μίλαν και τους άλλαζε ανάλογα με το παιχνίδι. «Υπήρχε το μερικό πρέσινγκ, το οποίο χρησιμοποιούσαμε περισσότερο για να κατευθύνουμε το παιχνίδι. Υπήρχε το ολοκληρωτικό πρέσινγκ, που είχε να κάνει με την ανάκτηση της κατοχής, και υπήρχε και το ψευδο-πρέσινγκ όταν προφασιζόμασταν ότι πρεσάραμε, αλλά στην ουσία χρησιμοποιούσαμε τον χρόνο για να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας», εξήγησε ο Αρίγκο Σάκι στον Τζόναθαν Γουίλσον κι αυτό το τόσο πρωτοποριακό πρέσινγκ βασιζόταν στους τέσσερις αμυντικούς που έπαιζαν όχι με λίμπερο, αλλά στην ευθεία. «Κάθε παίκτης ήταν απαραίτητος τόσο αμυντικά όσο κι επιθετικά.

Υπήρξαμε μία ομάδα που οι παίκτες ήταν το κλειδί κι όχι οι θέσεις», εξήγησε σε συνέντευξή του ο Πάολο Μαλντίνι, απονέμοντας τα εύσημα στον άνθρωπο που άλλαξε την εικόνα του ποδοσφαίρου και που έδωσε απάντηση στο αιώνιο ερώτημα αν μπορείς να κερδίζεις παίζοντας κι ωραία! Για κάποιον που έγινε τελικά εξαιρετικός τζόκεϊ, αν και δεν είχε υπάρξει ποτέ άλογο, όπως είχε πει ο ίδιος τόσο εύστοχα, η συνεισφορά του στο μοντέρνο ποδόσφαιρο υπήρξε συγκλονιστικά εντυπωσιακή!

Μίλαν-Στεάουα 4-0



Μίλαν-Ρεάλ Μαδρίτης 5-0

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Σχετικά βίντεο

close menu
x