Γεννήθηκα το 1948 στην Καλλίπολη Πειραιά. Μια εποχή, που όποιο παιδάκι δήλωνε Παναθηναϊκός το έπνιγαν στο λιμάνι και όποιο δήλωνε ΑΕΚτσής, το έβαζαν σε κλουβί σαν σπάνιο είδος. Στον Πειραιά, εκτός από τους Ολυμπιακούς, υπήρχαν κάποιοι Εθνικοί, οι οποίοι όμως έμεναν από την Ευαγγελίστρια και πέρα, μία γειτονιά που είχε τόση σχέση με την Καλλίπολη όσο τα περίχωρα του Πεκίνου. Στο συγκεκριμένο κομμάτι της Α' Πειραιά δεν γινόσουν Ολυμπιακός. Γεννιόσουν. Οπως γεννιόσουν χριστιανός ορθόδοξος. Η μόνη διαφορά ήταν ότι δεν το έγραφε η ταυτότητά σου. Πιθανότατα, επειδή υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες να είσαι μωαμεθανός.

Το 1952, σε ηλικία τεσσάρων ετών, ο θείος μου, ο Αντώνης, με πήγε στο γήπεδο της Ελευσίνας για να δούμε ένα ματς του πρωταθλήματος της ΕΠΣ Πειραιώς εναντίον του Πανελευσινιακού. «Εμείς είμαστε με αυτούς που φοράνε τα κόκκινα», μου είπε. Δεν χρειάστηκε να το επαναλάβει. Ημουν με «αυτούς με τα κόκκινα» στο πρώτο ευρωπαϊκό ματς του Ολυμπιακού εναντίον της Μίλαν στο παλιό Καραϊσκάκη. Ημουν με τους κόκκινους, όταν το 1961 σακάτεψαν στο ξύλο τους παίκτες του Παναιγιάλειου για να εκδικηθούν το σπάσιμο του ποδιού του Πολυχρονίου. Με τους κόκκινους στο ματς του 1966 εναντίον του Πανσερραϊκού στο Καραϊσκάκη, όταν ο Γιούτσος είχε κολλήσει την μπάλα στο μπούτι για να μπει στα δίχτυα και να πάρει το πρώτο πρωτάθλημα η ομάδα του Μπούκοβι. Δεκαεπτά χρόνια στο εξωτερικό, έπαιρνα κάθε Τρίτη την «Απογευματινή της Δευτέρας» για να δω τι κάνουν οι κόκκινοι. Ουδόλως με ενδιέφερε ότι ο Ολυμπιακός έκανε να πάρει 10 χρόνια πρωτάθλημα τα «πέτρινα» χρόνια. Και τι έγινε; Κύπελλα υπάρχουν πολλά. Ασε να μην κουράζουμε και τις καθαρίστριες να κάθονται να τα γυαλίζουν που σκουριάζουν, επειδή είναι κοντά στη θάλασσα... Μέχρι που μια στιγμή, σαν Παύλος στον δρόμο προς την Ιερουσαλήμ, έχασα την πίστη μου.

Αταβιστικά δηλώνω Ολυμπιακός. Λογικά πιστεύω ότι ο Ολυμπιακός πούλησε ένα κομμάτι από την ψυχή του για μερικά κιλά παλιοσίδερα. Γιατί έστω και σαν φαντασίωση από την εποχή του Μαντζαβελάκη με το «βαλιτσάκι», μέχρι τον Καπετάνιο με τους διαιτητές του, οι Ολυμπιακοί γούσταραν να πιστεύουν ότι κάθε Κύπελλο που πήραν, το πήραν με το σύστημα να τους πολεμάει. Αλήθεια; Μη γελάσω. Γιατί ούτε ο βουλευτής της ΕΡΕ και πρόεδρος του Ολυμπιακού Βασίλης Ανδριανόπουλος ήταν ακριβώς λαϊκός αγωνιστής ούτε ο Νίκος Γουλανδρής λιμενεργάτης. Οι ολυμπιακοί όμως πάντα πιστεύουν ότι ο Ολυμπιακός είναι κάτι άλλο από τους προέδρους του και απλώς τους κάνουν τη χάρη να διαχειρίζονται την ομάδα. Οχι ότι ο πρόεδρος τους κάνει χάρη και για να μένει ευχαριστημένος χρειάζεται πέντε Αλέφαντους και δέκα Σάββες να του λένε πόσο γίγαντας είναι και οι ίδιοι να κάνουν τη χορωδία των πιστών. Οποιος το καταλαβαίνει, το καταλαβαίνει. Οι υπόλοιποι δεν χρειάζεται να το προσπαθήσουν. Η ψυχή, αντίθετα με τα πρωταθλήματα, δεν μετριέται με αριθμούς.

Η ομοιότητα ανάμεσα στον Μπότο και τον Ζολώτα είναι ότι και οι δύο κατόρθωσαν να εντυπωσιάσουν με λόγους στα αγγλικά, που όλες οι λέξεις είχαν ελληνική ρίζα. Για παράδειγμα, ο Μπότος όταν μιλάει αγγλικά και θέλει να πει «κουμπάρος», χρησιμοποιεί την αρχαιοελληνική ρίζα «κουμπάρ». «Ηταν προμελετημένο, αβανιά και μιλημένο». Οι αθάνατοι στίχοι του «Το καράβι από την Περσία» που έρχονται και δένουν με αποτέλεσμα της προηγούμενης αγωνιστικής. Μέχρι που κάποιος πήρε και ζήτησε να καθυστερήσει ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ μέχρι να γίνει η δουλειά και «αφού δεν θα το χαλάσετε, παιδιά, να βγείτε και να πείτε ό,τι θέλετε». Πάντως, τουλάχιστον από τα ελληνικά συστήματα δικαιοσύνης να καταλήξει κανένας να τραγουδάει «δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη» αποκλείεται.

Οπου οι περισσότεροι που ακούν το «Δεν ξανακάνω φυλακή», όταν ακούν για τον Καπετανάκη που «έχει ντούγκλα στο μουστάκι», καταλαβαίνουν ότι θα επρόκειτο για κάποιον μέγιστο κολόμπο. Λάθος. Ο Καπετανάκης ήταν ένας διάσημος για τη σκληρότητά του δεσμοφύλακας της Αίγινας. Οσο για το «ντούγκλα», ήταν μία παραφθορά αγγλικής λέξης για το κερί που έβαζαν να τους κρατάει το μουστάκι ντούρο. Ενδιαφέρον έχει και η φράση «τα μελιτζανιά δεν τα φοράω πια». Στις προπολεμικές ελληνικές φυλακές, οι φυλακισμένοι ήταν υποχρεωμένοι να φορούν μελιτζανί στολή. Ετσι, όταν δραπέτευαν, αν δεν είχαν συνεργούς να τους δώσουν πολιτικά, γίνονταν αντιληπτοί με τη μία. Αντίστοιχα, στην Αγγλία οι φυλακισμένοι φορούσαν στολή που είχε στάμπες βέλη, που η μύτη τους έδειχνε προς το έδαφος. Οπότε να κυκλοφοράς με τέτοιο πράγμα, να σε σταματήσουν και να πεις «το αγόρασα επειδή μου άρεσε το σχέδιο», ήταν κομμάτι απίθανο.

Το ίδιο φυσικά ίσχυε και με τις αμερικανικές στολές φυλακής, που μέχρι τη δεκαετία του '30 είχαν τις οριζόντιες ρίγες, γνωστές από τη συμμορία του Μαύρου Πιτ στα Μίκι Μάους. Επειτα οι στολές με τις ρίγες αντικαταστάθηκαν από τζιν συνολάκι, όμοιο με τη στολή αγγαρείας του Πολεμικού Ναυτικού και σήμερα η μόδα πάει στο στυλ Γκουαντανάμο. Αν έχετε δει τις πορτοκαλί στολές των φυλακισμένων του Γκουαντανάμο, δεν τους τις έχουν δώσει για να μοιάζουν σαν τον DJ Ακίλα σε ρέιβ πάρτι της Βαρυμπόμπης, αλλά επειδή είναι άμεσα αναγνωρίσιμες από τα ελικόπτερα, που στην Αμερική είναι το βασικό μέσο καταδίωξης.

Στην ιστορία υπήρξαν χρώματα που τα φορούσε μόνο ορισμένη κατηγορία ανθρώπων. Για παράδειγμα, στη ρωμαϊκή εποχή οι πραιτοριανοί φορούσαν τον κόκκινο μανδύα πάνω από την πανοπλία, ώστε όταν τραυματίζονται στη μάχη, το αίμα να μη δείχνει στον μανδύα και να σπάει το ηθικό των συμπολεμιστών τους. Το ίδιο ισχύει για το λαμπερό μπλε, που το φορούσαν οι βασιλείς της Γαλλίας και έχει περάσει στην ονοματολογία σαν «bleu roi». Το καφέ κροκί χρώμα σπανιότερα ονομάζεται και Isabelle. Ο λόγος είναι ότι η βασίλισσα της Καστίλης Ισαβέλα –αυτή που είχε τον Φερδινάνδο σύζυγο και τον Ελ Σιντ πρώτο μάγκα– είχε δώσει όρκο ότι προτού απελευθερωθεί η Ισπανία από τους Μαυριτανούς, δεν θα αλλάξει πουκαμίσα. Η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ισπανίας κράτησε 20 χρόνια και ο νοών νοείτο...

Μερικά πράγματα είναι αδύνατα στον ανθρώπινο νου. Παραδείγματος χάρη, προσπαθήστε να σκεφτείτε ένα καινούργιο χρώμα. Τώρα, αφού σταματήσετε, προτού τρελαθείτε, προσπαθήστε να φανταστείτε το μεγαλείο του Κώστα Μπότου. Ούτε και αυτό γίνεται. Για να σας βοηθήσω, πάντως, θα σας διηγηθώ μια ιστορία που ο Κώστας Μπότος έλεγε πριν από λίγο καιρό σε ποδοσφαιρική παρέα. «Βρισκόμουν στο Λος Αντζελες και έδινα ομιλία στο πανεπιστήμιο του UCLA. Το αμφιθέατρο κατάμεστο από 1.400 άτομα. Οταν τελείωσα την ομιλία μου, σηκώθηκαν όρθιοι. Φώναζαν "ξαναπέσ' τα, ξαναπέσ' τα". Και δεν σταματούσαν να με χειροκροτούν». Ολοι αναφώνησαν: «Μπράβο στα ελληνόπουλα, που μας δοξάζουν στο εξωτερικό». Μόνο ο Βαγγέλης Βλάχος που βρισκόταν στην παρέα είχε την περιέργεια να ρωτήσει: «Και για τι θέμα μιλούσες, ρε Κώστα;». «Για μάρκετινγκ, μάνατζμεντ, τέτοια πράγματα. Ξέρεις τώρα, ρε Βαγγέλη…».

Επίσης, κανένας δεν σκέφτηκε να ρωτήσει αν τα αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν γίνει κάτι σαν το «Διογένης Παλάς» και όταν η ομιλία είναι καλή, οι ακαδημαϊκοί την μπιζάρουν για να την πει δεύτερη φορά ο καλλιτέχνης. Επίσης, αλλά από διακριτικότητα, κανένας δεν τον ρώτησε αν είναι αληθινή η ιστορία που κυκλοφορεί εδώ και μήνες στην ποδοσφαιρική πιάτσα.

Οπως λοιπόν αναφέρει ο μύθος, ο Παπαδόπουλος του Αστέρα είχε στραβώσει με τον Μπότο. Κάποιος του είχε πει ότι ο Μπότος είχε βάλει λόγια σε έναν ποδοσφαιριστή να μην πάει στον Αστέρα. Ο Παπαδόπουλος είχε γίνει έξω φρενών, ο Μπότος το είχε μάθει και φυλαγόταν. Οποία λοιπόν έκπληξη, όταν μια μέρα οι δρόμοι του Παπαδόπουλου και του Μπότου διασταυρώθηκαν στο Κολωνάκι και ο πρόεδρος του Αστέρα τον αγκάλιασε. «Κώστα μου, αγόρι μου, χαθήκαμε, γιατί δεν περνάς από το σπίτι να σου κάνω το τραπέζι;». Ο Μπότος δέχτηκε την πρόσκληση και ένα βράδυ πήγε στο αρχοντικό του προέδρου. Κάθισαν στο τραπέζι. Τότε δύο tubeless φουσκωτοί μπήκαν στο δωμάτιο. Ο Μπότος έπιασε το νόημα, αλλά δεν μάσησε. Κοίταξε αγέρωχα τους φουσκωτούς και τους είπε: «Παιδιά, κάντε ό,τι νομίζετε. Αλλά σας παρακαλώ όχι στο κεφάλι». Μετά έβαλε τα χέρια γύρω από το κεφάλι και στωικά περίμενε τα παλικάρια να πιάσουν δουλειά.
Προς Θεού, μη νομίζει κάποιος ότι ο Μπότος μασάει από απειλές. Για το καλό των παικτών του θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια διμοιρία Παπαδόπουλους. Οπως όμως η κόμπρα έχει εχθρό τη μαγκούστα, τον Μπότο μπορεί να φοβίσει μόνο ο πολυεκατομμυριούχος, μεγιστάνας του πλούτου και δυστυχώς με πολύ βαρύ χέρι πρόεδρος του Απόλλωνα Καλαμαριά, Ηλίας Δαμήλος. Οι δρόμοι των δύο γιγάντων διασταυρώθηκαν λόγω του ποδοσφαιριστή Ντάβιντσον, πελάτη του Μπότου. Δυσαρεστημένος από το συμβόλαιο του πελάτη του με την Καλαμαριά, ο Μπότος επικοινώνησε με τον Δαμήλο και του είπε: «Πρόεδρε, ξέρεις πόσο σε εκτιμάω και πόσο καλά έχουμε συνεργαστεί. Πρέπει, όμως, να σου πω ότι τα τρέχοντα χρέη προς τον Ντάβιντσον μας επιτρέπουν να καταφύγουμε στη ΦΙΦA. Αν επικαλεσθούμε το άρθρο 26 περί χρεών και την παράγραφο 4 περί χρόνου καταβολής τους, ιδιαίτερα όταν ληφθεί υπόψη το άρθρο 48 περί μακροπροθέσμων συμβολαίων και το 17 περί γενικότερης άρνησης μιας ΠΑΕ να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, είμαι βέβαιος ότι σε περίπτωση προσφυγής ο παίκτης θα μείνει ελεύθερος». Ο Δαμήλος απάντησε: «Μπότο, αν κάνεις καμιά μαλακία, θα σε σακατέψω στη φάπα». Το νομικό επιχείρημα του Δαμήλου αποδείχτηκε πειστικότερο των επιχειρημάτων του Μπότου. Από τότε, όποτε ο Μπότος ακούει «Δαμήλος», λέει: «Αντε, μωρέ, με τον βλάχο», αλλά συμπληρώνει: «Μη πας όμως και γράψεις τίποτα και τραβιόμαστε».



Αποδοχή Cookies
Το site sport-fm.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ