«Ξέρω έναν τρόπο να σταματήσουμε τον Γκάλη: να τον κλειδώσουμε στο ξενοδοχείο», είχε πει ο προπονητής της Ολλανδίας, Pουντ Xαρεβάιν. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1995 δεν θα είχε πλέον την αγωνία πώς θα τον σταματήσει, αφού ο μεγαλύτερος Έλληνας αθλητής με ανακοίνωση που έστειλε στα ΜΜΕ γνωστοποίησε το επίσημο τέλος της καριέρας του.

«Κάποτε θα γινόταν κι αυτό. Στη ζωή, όλα έχουν μια αρχή κι ένα τέλος. Πολλές φορές εξαρτάται από μας, πολλές φορές όχι.

Ήθελα να σταματήσω αυτό που τόσο αγάπησα κι αγαπώ μέσα στο γήπεδο γιατί πιστεύω ότι ξέρω να παίρνω τις αποφάσεις μου τότε που πρέπει. Αυτή μου η επιθυμία θεωρήθηκε από πολλούς αδυναμία. Ποτέ δεν έχω παρακαλέσει άνθρωπο και ποτέ δε ζήτησα χάρη από κανέναν.

Μέχρι και σήμερα (σ.σ 29/9/1995) έκανα υπομονή περιμένοντας μία κίνηση. Είμαι εγωιστής αλλά δεν είναι εγωιστικό να πιστεύω μέχρι κι αυτή τη στιγμή ότι είμαι ελεύθερος και ότι δεν ανήκω σε κανέναν. Γιατί έχω λόγο και τιμή.

Φεύγω από το άθλημα που αγάπησα, πικραμένος. Με μόνη ικανοποίηση ότι ακόμα και σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι μπορώ να αλλάζω τις ισορροπίες. Ευχαριστώ όλους τους ανώνυμους φιλάθλους για την αγάπη που μου έδειξαν. Ζητώ συγγνώμη αν κάποιους πίκρανα. Τη ζωή πρέπει να την παίρνουμε όπως έρχεται αν θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι.

Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλες τις ομάδες του πρωταθλήματος που αρχίζει αύριο (σ.σ 30/9/1995) κάνοντας μια ευχή: Να μη ξεχνάμε όλοι ότι το μπάσκετ είναι παιχνίδι και ότι υπάρχουν νικητές και ηττημένοι
».



Με αυτή την πικρία ο κορυφαίος Έλληνας παίκτης αποχαιρέτησε το άθλημα που τόσο αγάπησε, αλλά δυστυχώς αυτό δεν συνέβη μέσα στο παρκέ. Η τελευταία του εμφάνιση ως παίκτης δεν άρμοζε σε έναν μπασκετμπολίστα με την προσφορά του και την αξία του.

«Αν εγώ είμαι ο γιος του διαβόλου, τότε ο Nick Galis είναι ο ίδιος ο διάβολος», ήταν τα λόγια του Ντράζεν Πέτροβιτς. Ο άνθρωπος που λατρεύτηκε και άλλαξε τον ρου του μπάσκετ, αλλά και ολόκληρου του ελληνικού αθλητισμού έφυγε από το γήπεδο στο παιχνίδι εναντίον των Αμπελοκήπων (18/09/1994), ύστερα από την απόφαση του Κώστα Πολίτη να μην τον ξεκινήσει στην αρχική πεντάδα του Παναθηναϊκού, αλλά ούτε να τον βάλει σε κανένα κρίσιμο σημείο. Η φυγή του εκείνο το βράδυ για τη Θεσσαλονίκη έγραψε δυστυχώς τον επίλογο. Οι προσπάθειες του Παύλου Γιαννακόπουλου να επιστρέψει στην ομάδα, δεν βρήκαν αντίκρισμα. Ακόμα και όταν αποχώρησε ο Πολίτης και τη θέση του πήρε ο Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου δεν ήταν αρκετό για να επιστρέψει. Μάλιστα και την επόμενη χρονιά ο Μπόζινταρ Μάλκοβιτς δεν τον ήθελε στο ρόστερ του Παναθηναϊκού. Έτσι, ήρθε μοιραία και η απόσυρσή του.

Όμως, αυτή η μελανή σελίδα στην ιστορία του δεν γινόταν να καλύψει όλα όσα προσέφερε στο άθλημα και στη χώρα. Η πορεία του λίγο-πολύ γνωστή, αλλά όταν ξεκινούσε τίποτα δεν ήταν δεδομένο. Τίποτα δεν κατακτιέται, αν πιο πριν δεν έχεις ματώσει, ιδρώσει και δεν είσαι αποφασισμένος να πετύχεις. Αν διαθέτεις όλα αυτά και είσαι και ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έβγαλε αυτός εδώ ο πλανήτης, τότε ναι, έχεις όλες τις περγαμηνές να γίνεις ο κορυφαίος.



Πού να φαντάζονταν οι γονείς του Νίκου Γεωργαλή πως ο γιος τους αφήνοντας την πυγμαχία και στρεφόμενος προς το μπάσκετ θα έφτανε στο σημείο να εισέλθει το 2017 στο Hall of Fame και στο πάνθεον του παγκόσμιου αθλητισμού; Ένας αθλητής που ξεκίνησε το 1975 από το Πανεπιστήμιο του Σίτον Χόλ, τέσσερα χρόνια αργότερα ανακηρύχθηκε τρίτος σκόρερ στο πρωτάθλημα του NCAA με 27,5 πόντους μέσο όρο και έπειτα, επιλέχθηκε στο Draft από τους Μπόστον Σέλτικς στην 68η θέση, στο τρίτο γύρο της διαδικασίας. Και κάπως έτσι κύλησε το νερό στο αυλάκι και ο Νίκος Γκάλης πήρε την απόφαση να συστηθεί και στο ελληνικό κοινό.

Ο ερχομός στην Ελλάδα και η γιγάντωση της Εθνικής ομάδας

Το καλοκαίρι του 1979 η μονομαχία Ολυμπιακού, Παναθηναϊκού και Άρη για την απόκτησή του έβγαλε νικήτρια την ομάδα του Βορρά και παρά την αρχική δυσπιστία κάποιων, ο ίδιος έδωσε τα διαπιστευτήριά του στο παρκέ. Την πρώτη του σεζόν στην Ελλάδα αναδείχθηκε 3ος σκόρερ στο ελληνικό πρωτάθλημα. Από την επόμενη χρονιά όμως, έγινε ο 1oς σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος και μάλιστα παρέμεινε στην κορυφή της συγκεκριμένης κατηγορίας για τα επόμενα 11 συνεχόμενα χρόνια. Με την Εθνική Ελλάδας αναδείχθηκε 4 φορές πρώτος σκόρερ σε Ευρωμπάσκετ και 1 σε Μουντομπάσκετ.

Ο Νίκος Γκάλης συστήθηκε από την αρχή με τον καλύτερο τρόπο, αλλά όταν το 1984 ο Άρης του έφερε ως συμπαίκτη τον Παναγιώτη Γιαννάκη, τότε την επόμενη χρονιά το πρώτο νταμπλ στην ιστορία του συλλόγου ήρθε ως φυσική εξέλιξη. Το 1987 διπλασίασε τα νταμπλ του και η αρχή για κάτι ακόμη καλύτερο ήταν γεγονός. Η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης για πρώτη φορά στην ιστορία της και ο ίδιος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ (μ.ο 37 πόντοι), αλλά και MVP της διοργάνωσης. Πέρα από αυτούς τους δύο ατομικούς τίτλους, πρόσθεσε και εκείνον του καλύτερου Ευρωπαίου μπασκετμπολίστα στο παλμαρέ του.



Για τρεις συνεχόμενες σεζόν από το 1987-1988 έως το 1989-1990 συμμετείχε σε φάιναλ φορ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών (σημερινή Euroleague) με την 3η θέση που κατέκτησε το 1989 στο Μονάχο να είναι η καλύτερη επίδοση στην ιστορία του Άρη στην κορυφαία ευρωπαϊκή διοργάνωση. Το καλοκαίρι του 1989 ο Γκάλης κατέκτησε με την Εθνική Ελλάδας το ασημένιο μετάλλιο.

Το 1991 κατέκτησε το τελευταίο του πρωτάθλημα Ελλάδας και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του Ευρωπαϊκού, όμως στο τέλος της χρονιάς αποχώρησε από τον Άρη, καθώς το συμβόλαιο του δεν ανανεώθηκε.



Και κάπου εκεί τη σεζόν 1992- 1993 πήρε την απόφαση να μετακομίσει νοτιότερα και να φορέσει τα χρώματα του Παναθηναϊκού. Με το «τριφύλλι» αγωνίστηκε περίπου 2,5 χρόνια, αφού η 18η Οκτωβρίου 1994 έμελλε να είναι η τελευταία φορά που γράφτηκε το όνομά του σε φύλλο αγώνα.

Η παρακαταθήκη που άφησε όμως είναι τεράστια, όπως δήλωσε και ο Θοδωρής Παπαλουκάς «ο λόγος που έπαιξε μπάσκετ η γενιά μου ήταν ο Γκάλης και ο Γιαννάκης». Τεράστιος σεβασμός λοιπόν, για έναν αθλητή που βγαίνει μια φορά στα 1000 χρόνια και έβαλε την Ελλάδα στο χάρτη του παγκόσμιου μπάσκετ.

Επιμέλεια: Φωτεινή Κρεμαστιώτη