«Αυτοί που έχουν θάρρος και πίστη δεν θα πάνε ποτέ χαμένοι» είχε γράψει στο ημερολόγιο της, η Γερμανίδα Εβραιοπούλα, Άννα Φρανκ που ήταν ένα από τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης των Ναζί. Τελικά, πόσο δύσκολο είναι να υψώσεις ανάστημα, κοιτώντας στα μάτια ακόμα και τον ίδιο τον θάνατο, παρά να κάνεις εκπτώσεις στα πιστεύω και της αξίες σου; Μια ποδοσφαιρική ομάδα και ένας αγώνας την περίοδο της γερμανικής κατοχής είναι η τρανή απάντηση.

Γράφει ο Γιώργος Σπανομανώλης

Αυτή την περίοδο τυγχάνει να διαβάζω το έργο του Κέβιν Σίμσον «Το ποδόσφαιρο των μελλοθάνατων» σε μετάφραση του Νίκου Παπαδογιάννη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις MVPublications και έχω γυρίσει πίσω στον χρόνο, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Στα κολαστήρια του τρόμου, εκεί που το χτύπημα ακόμα και μιας αυτοσχέδιας μπάλας, αποτελούσε διέξοδο ελπίδας.

Εκεί που το ποδόσφαιρο των μελλοθάνατων έγινε όχημα επιβίωσης και φεγγίτης προς το μέλλον.

Προχωρώντας τις σελίδες του βιβλίου, ήρθε στο μυαλό μια άλλη ιστορία της περιόδου του Γ’ Ράιχ, που αν δεν κάνω λάθος την άκουσα για πρώτη φορά από έναν καθηγητή σύγχρονης ιστορίας την εποχή που σπούδαζα. Είναι η ιστορία μιας ομάδας, που ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι στον Χίτλερ, πληρώνοντας την αυτοθυσία της και την αντίσταση της, με την ίδια τη ζωή.

Ποδόσφαιρο: Το μεγαλύτερο μέσο προπαγάνδας του Χίτλερ

Η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία το 1933, έτυχε να συμπέσει με την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στην Γερμανία, το οποίο γινόταν λαοφιλές και κατάφερνε να επηρεάζει τις μάζες, όντας κοινωνικό φαινόμενο. Ο Χίτλερ το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή και το χρησιμοποίησε ως το απόλυτο μέσο προπαγάνδας. Αφού εξαφάνισε όλους τους Εβραίους που κυριαρχούσαν στο άθλημα μέχρι τότε, άρχισε να ελέγχει πλήρως την ποδοσφαιρική ομοσπονδία και να χρησιμοποιεί το άθλημα για να κάνει επίδειξη δύναμης.

Χρησιμοποίησε τόσο την εθνική Γερμανίας, σε μια προσπάθεια να δείξει την δύναμη και την υπεροχή της Άριας φυλής, αλλά και την Σάλκε που προερχόταν από την βιομηχανική κοιλάδα του Ρουρ, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την εικόνα της εργατικής τάξης και πόσα μπορεί να πετύχει ο εργατικός πληθυσμός.

Το ποδόσφαιρο, ήταν παραδομένο στις ορέξεις του δικτάτορα, και υποκλινόταν μπροστά του. Άλλωστε τότε, είχε καθιερωθεί πριν την σέντρα των ματς, Γερμανοί και μην να χαιρετούν ναζιστικά. Ακόμα και οι παίκτες της εθνικής Αγγλία, υποχρεώθησαν να το πράξουν σε ένα παιχνίδι λίγο πριν τον πόλεμο, σε μια προσπάθεια του Χίτλερ να δείξει την ισχύ του.

Όποιος δεν συμβιβαζόταν το πλήρωνε ακόμα και με τη ζωή του, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αυστριακό ποδοσφαιριστή, Ματίας Ζίντελαρ. Όντας ένας από τους κορυφαίους παίκτες της εποχής του, κλήθηκε να αγωνιστεί στην Γερμανία, αλλά αρνήθηκε. Ένα χρόνο μετά βρέθηκε νεκρός, ενώ στους φακέλους της Γκεστάπο που άνοιξαν πολλά χρόνια αργότερα, ήταν χαρακτηρισμένος ως φίλος των Εβραίων.

inner

Η ομάδα που δεν φοβήθηκε τον θάνατο

Τον Αύγουστο του 1941 το Κίεβο, μετά από 72 μέρες πολιορκίας, είδε τις σημαίες με τον αγκυλωτό σταυρό του Γ’ Ράιχ να κυματίζουν στα δημόσια κτήρια. Οι μέρες της ναζιστικής κατοχής είχαν μόλις ξεκινήσει.

Οι Γερμανοί, αποφάσισαν να εφαρμόσουν και στην Ουκρανία, την θεωρία τους για το ποδόσφαιρο, που ήταν το μέσο χειραγώγησης των μαζών. Το καλοκαίρι του 1942 οι Γερμανοί εντόπισαν τους παίκτες της Ντιναμό που εργάζονταν σε ένα αρτοποιείο και τους προέτρεψαν να δημιουργήσουν μια ομάδα επιλέκτων του Κιέβου.

Μπροστάρης της δημιουργίας της ομάδας αυτής ήταν ο τερματοφύλακας της Ντιναμό, Νικολάι Τρούσεβις. Ήταν ένας από τους πιο ταλαντούχους ποδοσφαιριστές της Ουκρανίας και πολλές φορές είχε αρνηθεί να αγωνιστεί με την ομάδα του αφεντικού του στον φούρνο που δούλευε, τη Ρουχ, αφού γνώριζε ότι και το αφεντικό του, ο Γκέοργκ Σβετσόφ και η ομάδα που ήταν ιδιοκτήτης, ήταν εκλεκτοί των Ναζί.

Ο Τρούσεβιτς, μάζεψε λοιπόν την αφρόκρεμα των ποδοσφαιριστών της πόλης και δημιούργησε την ομάδα Σταρτ («Αρχή» στα αγγλικά).

Την αποτελούσαν οκτώ παίκτες της Ντιναμό Κιέβου. Αυτοί ήταν ο Αλεξέι Κλιμένκο, ο νεαρός Μιχαήλ Σβιριντόφσκι, ο ασημένιος Ολυμπιονίκης Μιχαήλ Πουτίστιν, ο Νικολάι Κορότκιχ, ο Μακάρ Γκοντσαρένκο και το «κτήνος» Ιβάν Κουζμένκο, μαζί με τρεις παίκτες από τη Λοκομοτίβ Κιέβου που ήταν οι Μιχαήλ Μέλνικ, Βλάντιμιρ Μπαλάιν και Βασίλι Σουκάρεφ.

Έτσι οι παίκτες, εργάτες όλοι, ξεκίνησαν να βρίσκουν διέξοδο μέσω του ποδοσφαίρου. Η Σταρτ ξεκίνησε τις επιτυχίες της στα παιχνίδια που έδινε με γερμανικές και φιλογερμανικές ομάδες και ξεκίνησε να χτίζει τον μύθο της.

Η πορεία της ξεκίνησε από ένα ματς κόντρα σε μια ομάδα επίλεκτων Ούγγρων, συμμάχων των Ναζί, τους οποίους κέρδισαν 6-2 στο στάδιο «Ζενίτ». Εκεί που η Σταρτ άρχισε να δείχνει την δύναμη της όμως, ήταν η νίκη απέναντι στην γερμανική PGS. Η Σταρτ στα μάτια των υπόδουλων Ουκρανών ήταν η μοναδική μορφή αντίστασης απέναντι στους Ναζί και οι παίκτες της θεωρούνταν λαϊκοί ήρωες. Οι Γερμανοί, ο εγωισμός των οποίων είχε δεχθεί ένα μεγάλο πλήγμα, δεν μπορούσε να το αφήσει να περάσει έτσι.

Έτσι αποφασίστηκε να πάει στο Κίεβο τον Αύγουστο του 1942 για έναν αγώνα με τη Σταρτ, η σπουδαιότερη γερμανική ομάδα της εποχής, η αήττητη Φλάκελφ, που εκπροσωπούσε την γερμανική αεροπορία. Το πλήγμα όμως ήταν μεγάλο για τους Γερμανούς. Η ομάδα του Γ’ Ράιχ, δέχθηκε μια ταπεινωτική ήττα με 5-1 από την ουκρανική Σταρτ. Μια μεγάλη προσβολή για το ναζιστικό καθεστώς. Μια μεγάλη νίκη των υπόδουλων Ουκρανών εργατών.

inner

Ή θα χάσετε ή θα πεθάνετε!

Οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να δεχθούν την ταπείνωση από τη Σταρτ και έτσι κάλεσαν την ομάδα σε ρεβάνς τρεις μέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου του 1942.

Στο κατάμεστο γήπεδο «Ζενίτ» οι Γερμανοί ήθελαν να πάρουν εκδίκηση και αυτό μάλιστα έγραφαν στα φυλλάδια που είχαν τυπωθεί για το συγκεκριμένο παιχνίδι.

Πριν από την έναρξη του ματς, ένας των SS μπήκε στα αποδυτήρια της Σταρτ και έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στους παίκτες της ουκρανικής ομάδας. «Είμαι ο διαιτητής. Παρακαλώ ακολουθήστε τους κανόνες και πριν από το παιχνίδι χαιρετίστε τους αντιπάλους με τον δικό μας τρόπο» τους είπε.

Δεν τον άκουσαν. Κανείς από τους παίκτες δεν φώναξε «Χάιλ Χίτλερ», αλλά αντίθετα φώναξαν με όλη τη δύναμη τους «Φίτσκαλτ Ούρα», που ήταν ένας σοβιετικός χαιρετισμός. Η προσβολής για τους Γερμανούς μεγάλη, αλλά έδειχνε ότι οι παίκτες της Σταρτ δεν ήταν αποφασισμένοι να σκύψουν το κεφάλι στους Ναζί.

Η Σταρτ, παρά τις απίθανες αποφάσεις του διαιτητή εις βάρος της και τα αντιαθλητικά μαρκαρίσματα από τους Γερμανούς, κατάφερε να προηγείται στο ημίχρονο με 3-1.

Οι επισκέψεις στα αποδυτήρια της ουκρανικής ομάδας, συνεχίστηκαν και στο ημίχρονο. Ένας στρατιώτης των SS, παρέα με τον φιλογερμανό πρόεδρο της Ρουχ, κάλεσαν τους παίκτες της Σταρτ να δώσουν το παιχνίδι, απειλώντας τους για τις συνέπειες που θα υπήρχαν σε αντίθετη περίπτωση.

Οι παίκτες της θρυλικής ομάδας του Κιέβου, που είχαν υψώσει το βλέμμα στους Γερμανούς δεν πτοήθηκαν. Δεν το σκέφτηκαν στιγμή. Άλλωστε όταν η Σταρτη ιδρύθηκε όλοι έδωσαν το σύνθημα... «Δεν έχουμε όπλα να πολεμήσουμε, αλλά έχουμε το ποδόσφαιρο».

Όχι μόνο δεν έδωσαν το παιχνίδι, όχι μόνο κέρδισαν με 5-3, αλλά είχαν σκοπό να ρεζιλέψουν τους αντιπάλους τους.

Μάλιστα, λέγεται ότι λίγα λεπτά πριν από το τέλος, ο Αλεξέι Κλιμένκο πέρασε όλη τη γερμανική άμυνα και όταν έφτασε μπροστά στο τέρμα θέλησε να εξευτελίσει τους αντιπάλους, κλωτσώντας την μπάλα προς το κέντρο.

inner

Το πλήρωσαν με τη ζωή τους

Το παιχνίδι έμεινε στην ιστορία μόνο ως μια κορυφαία πράξη ηρωισμού στην κατεχόμενη Ευρώπη, αλλά κυρίως ως ο «αγώνας του θανάτου».

Η σοβιετική κομμουνιστική προπαγάνδα αναφέρει ότι οι ποδοσφαιριστές εκτελέστηκαν λίγο μετά το παιχνίδι, αλλά αυτό μάλλον δεν συνέβη, αν και παίκτες το πλήρωσαν τελικά με τη ζωή τους. Οι παίκτες της Σταρτ μια μέρα πήγαιναν στο εργοστάσιο, συνελήφθησαν.

Οι πρώην παίκτες της Ντιναμό Κιέβου που ξεκίνησαν τη Σταρτ μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στις 24 Φεβρουαρίου του 1943 οι μισοί περίπου συλληφθέντες δολοφονήθηκαν σε μαζική εκτέλεση Ουκρανών. Ανάμεσα τους, ο Κουζμένκο, ο Κλιμένκο και ο Νικολάι Τρούσεβιτς.

inner

Έκλεισε η υπόθεση

Η εισαγγελία του Αμβούργου το 2005 έκλεισε μια και καλή την υπόθεση. Το πόρισμα αναφέρει ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι ποδοσφαιριστές της Σταρτ δολοφονήθηκαν από τους Ναζί εξαιτίας της νίκης τους. Η υπόθεση αν και μπήκε στο αρχείο, θεωρήθηκε μια ακόμα συγκάλυψη των γερμανικών εγκλημάτων κατά την διάρκεια του πολέμου.

«Η δόξα σας δεν θα ξεθωριάσει στους αιώνες…»! Αυτό πάντως αναφέρει η επιγραφή του μνημίου έξω από το παλιό στάδιο της Ζενίτ, συντηρώντας τον μύθο εκείνων που πλήρωσαν με τη ζωή τους τα πιστεύω και τα ιδανικά τους.

Υ.Γ. Από τον «Αγώνα του θανάτου» είναι εμπνευσμένη η ταινία Escape to victory που μιλάει για την προσπάθεια σ ' ένα στρατόπεδο πολέμου στη Γερμανία, το 1943, μιας ομάδας που δέχεται να αντιμετωπίσει σ' έναν ποδοσφαιρικό αγώνα τη γερμανική ομάδα, χρησιμοποιώντας την ευκαιρία για να οργανώσει την απόδρασή της.

Αποδοχή Cookies
Το site sport-fm.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ