Blood and the City

Ο κίνδυνος δεν αργεί ποτέ στα ραντεβού του

www.sport-fm,gr




Μακριά από την αθλητική επικαιρότητα και την ρεαλιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων, έρχεται η ιστορία τριών διαφορετικών ατόμων που περνάνε την μέρα τους σε ένα υπόγειο γραφείο κάπου στην Καλλιθέα. Ένας αθλητικός συντάκτης με «πειραγμένα» εγκεφαλικά κύτταρα, ένας λούτρινος σκύλος που για κάποιο περίεργο λόγο μιλάει και συμπεριφέρεται σαν άνθρωπος και ένας νεαρός συνάδελφος χωρίς όνομα αντιμετωπίζουν προβλήματα, εχθρούς και εμπόδια που μπαίνουν στο δρόμο τους. Αυτό είναι το Blood and the City και αυτό είναι το 30ο επεισόδιο της 2ης σεζόν…

Ο κίνδυνος δεν αργεί ποτέ στα ραντεβού του

«Ο ΚΥΡΙΟΣ είναι ο ποιμένας μου, τίποτα δεν θα στερηθώ. Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω, δεν θα φοβηθώ κακό, επειδή, εσύ είσαι μαζί μου. Ετοίμασες μπροστά μου τραπέζι, απέναντι από τους εχθρούς μου, άλειψες το κεφάλι μου με λάδι, το ποτήρι μου ξεχειλίζει.Σίγουρα, χάρη και έλεος θα με ακολουθούν όλες τις ημέρες της ζωής μου και θα κατοικώ στον οίκο τού Κυρίου σε μακρότητα ημερών».

Μας είχε πάρει ο ύπνος στο υπόγειο. Πρέπει να είχε ξημερώσει όμως. Το κατάλαβα από το ελάχιστο φως που έμπαινε στο γραφείο από το παράθυρο. Ο νεαρός συνάδελφος είχε κάτσει στη γωνία και μουρμούριζε κάτι σαν προσευχή. Αυτός με είχε ξυπνήσει. Πρόλαβα τα λόγια του κάπου ανάμεσα στην κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, στο αλειμμένο με λάδι κεφάλι και στο ποτήρι που ξεχειλίζει. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι ο Ψαλμός του Δαυίδ θα σε σώσει από το οτιδήποτε;» του είπα. Ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε να τον έχει ακούσει κάποιος και σηκώθηκε γρήγορα σαν να μην συμβαίνει τίποτα. «Κανέναν δεν έβλαψε η πίστη στον Θεό» απάντησε. «Δείξε μου κάποιον που τον ωφέλησε και θα σου αγοράσω όλα τα cd του Κιάμου σε special edition με bonus dvd όλα τα βίντεο κλιπ».

«Αλήθεια λες;».

Ήταν κάποια πράγματα που δεν θα άλλαζαν ποτέ για τον νεαρό συνάδελφο. Η ακρόαση νεοελληνικών μπουζουκοσουξεδιάρικων επιτυχιών, ήταν ένα από αυτά. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι, αλλά ακόμα και να προσπαθούσα δεν νομίζω ότι θα τα κατάφερνα.

«Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή την προσευχή. Για παράδειγμα εγώ δεν θα άφηνα ποτέ κανέναν να μου αλείψει το κεφάλι με λάδι» είπα.

«Ίσως θα πρέπει να αρχίσεις να στρέφεσαι περισσότερο στη θρησκεία και να αφήσεις τις εξυπνάδες» είπε ο νεαρός συνάδελφος που είχε μεγαλώσει σε βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια, ενώ περηφανευόταν ότι κάθε Πάσχα ήταν παπαδάκι στο επιτάφιο. «Αυτή η προσευχή μας βοηθάει να κρατάμε το κουράγιο μας σε δύσκολες στιγμές… Να σαν αυτή που περνάμε τώρα. Το γεμάτο ποτήρι αντιπροσωπεύει αυτά που μας έχει προσφέρει ο Κύριος»

«Να σου πω την αλήθεια σε αυτή τη φάση της ζωή μου προτιμώ να ασχολούμαι με άλλα πράγματα όπως το πέταγμα χαρταετού με διπλή καλούμπα. Δεν είναι κάτι εύκολο ξέρεις»

«Γεμίστε και το δικό μου ποτήρι μην είστε χαραμοφάηδες» είπε ο Jesse James που στο μεταξύ είχε ξυπνήσει κι αυτός.

Δεν πρέπει να είχαμε κοιμηθεί πάνω από τέσσερις ώρες. Αμέσως μετά το τηλεφώνημα του πιλότου Καραγιάννη είχαμε πιάσει τη συζήτηση. Το όνομα «Μακαρίτης» μονοπωλούσε το ενδιαφέρον μας. Είχαμε συμφωνήσει ότι σαν όνομα ήταν τουλάχιστον κωμικό, αλλά ταυτόχρονα τόσο διεστραμμένα εμπνευσμένο που μας έκανε να σεβαστούμε πάνω από όλα τον άνθρωπο Μακαρίτη, για την ευφυέστατη επιλογή του. Προσπαθήσαμε να βρούμε αναφορές σε αυτόν στο internet αλλά πέρα από τον ορισμό της λέξης, το μόνο που βρήκαμε ήταν κάτι ειδήσεις του τύπου «Μακαρίτης χρεώνεται για τηλεφωνικό sex».

«Το έχει πάθει και ένας φίλος μου» είπε ο νεαρός συνάδελφος με ύφος που πρόδιδε ότι μάλλον αυτός το είχε πάθει και όχι κάποιος φίλος του. «Τι δηλαδή; Πέθανε και τον χρέωσαν για ροζ γραμμές;» είπε ο Jesse James.

«Όχι, όχι. Απλά του χρέωσαν σε λογαριασμό του ΟΤΕ τηλεφωνήματα που δεν είχε κάνει».

«Να ξέρεις άλλη φορά ότι όταν καλείς τη γραμμή ‘Η ΒΑΝΕΣΑ, η ΣΑΜΠΙΝΑ, η ΜΑΡΙΝΑ, η ΤΕΡΕΖΑ, και η ΚΛΑΟΥΝΤΙΑ-κορίτσια έτοιμα για όλα’ δεν έχεις αστική χρέωση».

«Όχι εγώ μωρέ. Ένας φίλος μου». Ούτε ίδιος δεν πίστευε τον εαυτό του, οπότε το αφήσαμε χωρίς να το σχολιάσουμε άλλο.

Καμία πληροφορία για τον Μακαρίτη, εκτός από αυτές που είχε ήδη μοιραστεί μαζί μας ο νεαρός συνάδελφος, δεν είχε πέσει στο τραπέζι. Έτσι, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν ξέραμε τι είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Θα μαθαίναμε βέβαια αφού ο πιλότος Καραγιάννης υποσχέθηκε ότι θα επικοινωνήσει μαζί μας πολύ σύντομα. Το «πολύ σύντομα» του πιλότου Καραγιάννη όμως δεν είχε χρονικό πλαίσιο, αφού στο κόσμο του όλα κυλούσαν πιο αργά και το μόνο που μετρούσε ήταν η χρησιμότητα της πληροφορίας. Αν δεν ήταν αρκετή σημαντική δεν υπήρχε λόγος να μας την μεταφέρει οπότε δεν θα έπρεπε να στηριχθούμε σε αυτό το «πολύ σύντομα».

Η άλλη πληροφορία που έπρεπε να επεξεργαστούμε ήταν αυτή για την Βικτόρια. Την κοπέλα του Λονδίνου που είχε προσλάβει τον Μακαρίτη. Ο σύνδεσμός της με τον Jesse James ήταν πλέον μπροστά στα μάτια μας. O Jesse είχε σκοτώσει τον αδερφό της, αλλά δεν φαινόταν πρόθυμός να μοιραστεί τα γεγονότα μαζί μας. Ούτε γιατί, ούτε πως. Το πότε το ξέραμε. Το 1995. Αλλά αυτό δεν ήταν ιδιαιτέρα χρήσιμο εκτός κι αν κάποιος από εμάς τελειοποιούσε σύντομα την μηχανή χρόνου και επιστρέφαμε 15 ολόκληρα χρόνια πίσω για να μάθουμε την αλήθεια. Βέβαια αν γυρνούσαμε πίσω στο 1995 θα είχαμε πολύ δουλειά να κάνουμε. Όπως το να πείσουμε τον Τζέιμς Κάμερον να ξανασκεφτεί το τέλος του Τιτανικού, βάζοντας τον Ντι Κάπριο να δολοφονεί την Κέιτ Γουίνσλετ και στη συνέχεια να σκοτώνει όλους τους επιβάτες λίγο πριν βυθιστεί το πλοίο. Κάτι πιο εύκολο θα ήταν να στοιχηματίζαμε ότι η ΑΕΚ, που τότε είχε να πάρει πρωτάθλημα μόλις έναν χρόνο θα ξεπεράσει τα δεκαπέντε χρόνια, ενώ θα φέρναμε πίσω μαζί μας και αρκετές δραχμές αφού ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου χρειαστούν.

Η Βικτόρια λοιπόν είχε προσλάβει τον Μακαρίτη. Η καριόλα. Και ήταν ωραία γκόμενα. Ομολογώ πως σε κανένα σημείο της σύντομής γνωριμίας μας δεν μυρίστηκα κάτι ύποπτο πάνω της. Δεν υπήρχε βέβαια καμία περίπτωση να μυριστώ απολύτως τίποτα. Μου ήταν πολύ δύσκολο να διακρίνω κακή πρόθεση σε κάποιον από τόσο νωρίς. Ο μόνος λόγος που δεν θα μου γέμιζε το μάτι ήταν η μυρωδιά της. Αλλά και πάλι… μύριζε υπέροχα. Η καριόλα.

«Ο ΚΥΡΙΟΣ είναι ο ποιμένας μου, τίποτα δεν θα στερηθώ. Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω…» ο νεαρός συνάδελφος είχε πάει πάλι στη γωνία και ξανάρχισε την προσευχή του. «Θα κόψεις τι μαλακιές μπας και βρούμε καμία άκρη;» του φώναξε ο Jesse James.

«Εσύ φταις για όλα» φώναξε ο νεαρός συνάδελφος. Το φάντασμα του παιδιού από το site ήταν πάντα δίπλα του. Δεν του φανερωνόταν όμως συνέχεια.

«Αν δεν σ’ αρέσει να φύγεις» απάντησε ο Jesse James.

«Να φύγεις εσύ!». «Όχι εσύ να φύγεις». Καταλαβαίνετε ότι δύσκολα θα μπορούσε να παρθεί απόφαση για το ποιος θα φύγει. Έτσι όταν βαρέθηκαν να λένε το ίδιο πράγμα συνέχεια απλά σταμάτησαν να μιλάνε και έσκυψαν τα κεφάλια τους.

«Πω ρε πούστη και μόλις ξημέρωσε…» είπα με τη σκέψη ότι είχαμε πολλές ώρες μπροστά μας για να διαφωνούμε και να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο. Μόλις ξεκίναγε λοιπόν μια ακόμα ωραία μέρα στο κτίριο της οδού Δαβάκη 58 στην Καλλιθέα. Μια ημέρα που θα κατέληγε στη συνάντηση με τον νεκρό άντρα.

Το μεσημεράκι…

«Θα σηκώσει κάποιος το καταραμένο το τηλέφωνο ή θα πρέπει να ρίξω πετονιά για να το φτάσω;» φώναξε ο Jesse James από το ράφι του. Μας είχε πάρει και πάλι ο ύπνος. Πετάχτηκε από την καρέκλα και έτρεξα προς το τηλέφωνο. Αυτός έπρεπε να είναι ο πιλότος Καραγιάννης.

«Εμπρός;»

«Σας παρακαλώ μπορείτε να μου πείτε πόσο είναι το 231;» είπε μια γέρικη, με εμφανή τα σημάδια της αποχαύνωσης, φωνή.

«Ποιος μαλάκας μας περνάει γραμμές για στοίχημα;» φώναξα στο νεαρό συνάδελφο.

«Σας παρακαλώ μπορείτε να μου πείτε πόσο είναι το 231;» επανέλαβε η αποχαυνωμένη φωνή. Έκλεισα με δύναμη το ακουστικό και επέστρεψα στην καρέκλα μου. «Ντριιινν..Ντριιιν».

Ο εκνευριστικός ήχος επέστρεψε. «Μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε το vintage κουδούνισμα του τηλεφώνου;» είπε ο Jesse James. «Ρε φίλε δεν πας να γαμηθείς και συ και το στοίχημα;» είπα σηκώνοντας το ακουστικό. «Μα γιατί; Καμία φορά βγάζω καλό μεροκάματο» είπε από την άλλη μεριά της γραμμής ο πιλότος Καραγιάννης.

«Πιλότε! Νόμιζα ότι ήταν άλλος». Ο πιλότος Καραγιάννης ήταν σύντομός, λιτός και περιεκτικός όπως πάντα. Θα έπρεπε να συναντήσουμε έναν τύπο που ήξερε όλα όσα έπρεπε να μάθουμε για τον Μακαρίτη. «Στην Κυψέλη. Απέναντι από τα δικαστήρια. Στον τρίτο όροφο της εγκαταλελειμμένης οικοδομής. Θα σας περιμένει εκεί στις 9 ακριβώς».

Έκλεισα το τηλέφωνο και ενημέρωσα τους άλλους δύο για τον προορισμό μας. Είδα τον νεαρό συνάδελφο να περπατάει πάνω κάτω στο δωμάτιο. «Τι έχεις;».

«Νομίζω ότι έχω λίγο άγχος» είπε.

«Νομίζεις;»

Λίγα λόγια από τον αφηγητή…

Το μεσημέρι πέρασε και έδωσε τη θέση του στο απόγευμα. Αυτό το γλυκό απογευματάκι του Μαΐου που δεν σε αφήνει να συγκεντρωθείς και σου δημιουργεί μία μόνιμη όρεξη για να βγεις έξω και να πας για καφέ. Ε γαμώ τους καφέδες λοιπόν. Πόσους να αντέξεις ένας οργανισμός μέσα σε μία ημέρα αν τους πολλαπλασιάσεις επί τις επτά ημέρες της εβδομάδας και τις 365 ημέρες του χρόνου μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Γαμώ τους καφέδες λοιπόν. Και μια και αρχίσαμε έτσι, ας συνεχίσουμε έτσι. Γαμώ και τις πλαστικές κρεμάστρες του ΙΚΕΑ, που αν βάλεις πάνω τους ένα κοντομάνικο και ένα τζιν λυγίζουν λες και σηκώνουν 320 κιλά στο αρασέ.

Ήταν απόγευμα λοιπόν πλέον. Δεν ήταν θλιμμένο το απόγευμα όμως, όπως θα τραγουδούσε ο συμπαθής αοιδός Νότης Σφακιανάκης, αλλά ένα απόγευμα σαν όλα τα άλλα. Πως θα μπορούσε ένα απόγευμα να είναι θλιμμένο; Τσακώθηκε με το μεσημέρι; Του χρωστάει λεφτά το βράδυ ή μήπως του έφαγε την γκόμενα το ξημέρωμα; Δύσκολα τα βάζεις με τις ώρες της ημέρας. Και ακόμα πιο δύσκολα τις ψυχολογείς. Γι αυτό ας πούμε ότι ήταν ένα κανονικό απόγευμα. Σε λίγη ώρα οι τρείς πρωταγωνιστές θα ξεκινήσουν το δρόμο τους για την εγκαταλελειμμένη οικοδομή της Κυψέλης. Θα πάρουν τον ηλεκτρικό από την Καλλιθέα, θα σταματήσουν στην Βικτώρια, από εκεί θα περπατήσουν μέχρι τον Πανελλήνιο. Ένα τέταρτο μετά θα περάσει το 224, θα ανέβουν και δύο στάσεις μετά θα έχουν φτάσει στα δικαστήρια. Θα έχει σουρουπώσει μέχρι εκείνη την ώρα. Και δεν θα είναι ένα θλιμμένο σούρουπο αλλά ένα σούρουπο σαν όλα τα άλλα.

Την ίδια ώρα ένας μοναχικός ταξιδιώτης θα ξεκινά τη μεγάλη διαδρομή του με ένα τρένο. Ένα τρένο που δεν είναι φανερό στον απλό κόσμο. Μεταφέρει συγκεκριμένους ανθρώπους, με συγκεκριμένες αποστολές.

Ο ταξιδιώτης κοιτάει το ρολόι του την ώρα που ο δείκτης σημαδεύει 8 ακριβώς και από κάπου μακριά ακούγεται μια καμπάνα τόσες φορές ώστε να επιβεβαιώσει το ρολόι. Στο άλλο χέρι του κρατάει μία μεταλλική βαλίτσα που φαίνεται ασήκωτη. Δεν την έχει αφήσει όμως στιγμή στο έδαφος, μοιάζει ικανός να περιμένει για ώρες σε αυτή τη στάση μέχρι να περάσει το τρένο.

Μέσα στη βαλίτσα υπάρχει ένα βιβλίο. Αυτό το βιβλίο θα καταλήξει στα χέρια του νεαρού συνάδελφου. Στις σελίδες του υπάρχει η λύση για το δίλλημα που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει η τριάδα των πρωταγωνιστών. Το μεγάλο βιβλίο της πραγματικής αλήθειας έχει πολλές τέτοιες απαντήσεις.

Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του και άκουσε τον μακρινό ήχο από ρόδες πάνω στις ράγες. Ένα ακόμη κύμα ζεστού αέρα τον χτύπησε στο πρόσωπο, πριν δει με την άκρη του ματιού του το τρένο να πλησιάζει. Είχε μια αποστολή και θα την έφερνε σε πέρας. Αλλά πρώτα έπρεπε να ταξιδέψει, για πολύ και μακριά. Το ποιος είναι και από πού έρχεται δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αυτό που μετράει είναι η αποστολή. Το τρένο πλησίασε ακόμη περισσότερο στην στάση. Ακούστηκαν τα φρένα, τα βαγόνια πέρασαν από μπροστά του και το τελευταίο από αυτά έκανε μια ακόμη κίνηση πριν σταματήσει εντελώς.

Η πόρτα άνοιξε φανερώνοντας τη σκάλα και ο ταξιδιώτης δεν το σκέφτηκε πολύ. Ανέβηκε τα σκαλιά και προχώρησε στο διάδρομο. Οι πόρτες έκλεισαν και σιγά σιγά και το τρένο ξεκίνησε και πάλι. Δεν θα έπιανε μεγάλη ταχύτητα γιατί ο χρόνος δεν έπαιζε καμία σημασία, ούτε εκεί από όπου ερχόταν αλλά ούτε και εκεί που πήγαινε. Ο ταξιδιώτης κάθισε σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Είχε νυχτώσει και δεν υπήρχε ούτε ένα φως στη διαδρομή παρά μόνο αυτό της τελευταίας λάμπας που άναβε στο βαγόνι. Και αυτή τρεμόπαιζε…

Τώρα ότι παραπάνω και να σας πω για τον τύπο που ταξιδεύει με το τρένο μόνο ενδιαφέρον δεν θα είναι για εσάς. Σε ένα παράλληλο σύμπαν ο ταξιδιώτης είναι πρωταγωνιστής μίας δικιάς του ιστορίας, σε αυτό είναι απλά κομπάρσος, όποτε είμαι μαζί σας όταν σκέφτεστε «βαριέμαι τα καταραμένα τα ταξίδια με τρένο». Για δύο ώρες τρεις έχουν πλάκα. Μετά όμως το μόνο που έχεις να κάνεις για να περάσει η ώρα σου είναι να σκέφτεσαι. Και μετά θα τελειώσουν οι σκέψεις και θα μείνει το κενό. Και το κενό ποτέ δεν είναι ευχάριστό.

Ο ταξιδιώτης θα φτάσει στον προορισμό του. Το μεγάλο βιβλίο της πραγματικής αλήθειας θα φτάσει επίσης στον προορισμό του. Οι τρεις πρωταγωνιστές έχουν ήδη φτάσει στον προορισμό τους. Στην εγκαταλελειμμένη οικοδομή απέναντι από τα δικαστήρια της Ευελπίδων…

Στην εγκαταλειμμένη οικοδομή…

«Είσαι σίγουρος ότι είναι το σωστό μέρος;» είπε ο νεαρός συνάδελφος. «Αυτά απέναντί είναι τα δικαστήρια και αυτή εδώ είναι μία εγκαταλελειμμένη οικοδομή. Τι άλλο πιο πειστικό θέλεις να σου πω;». Ο πιλότος Καραγιάννης μας είχε πει ότι ο τύπος θα μας περίμενε στον τρίτο όροφο. Θα μας έλεγε όλα όσα έπρεπε να μάθουμε για τον Μακαρίτη. Έπρεπε να ήμασταν εκεί στις 9 ακριβώς. Έτσι μας είχε πει ο πιλότος. Η ώρα όμως είχε πάει 9.30.

Έκανα στην άκρη το χοντρό σύρμα που κάλυπτε την είσοδο και άρχισα να περπατάω προς τα σκαλιά. Ο Jesse James καθόταν στον ώμο μου ενώ ο νεαρός συνάδελφος ακολουθούσε από πίσω πατώντας στις μύτες. «Ξέρεις τι μου έχει λείψει;» είπε ο Jesse. «Να πάμε μια μέρα για ψάρεμα».

«Μα δεν έχουμε πάει ποτέ για ψάρεμα» του είπα.

«Μου λείπει όμως που δεν το κάνουμε». Προχωρήσαμε με προσεκτικό βήμα. Φτάσαμε στον τρίτο όροφο. Ο χώρος δεν ήταν διαμορφωμένος. Ήταν απλά μια τεράστια αίθουσα χωρίς δωμάτια. Το φώς από τις λάμπες του δρόμου δεν χτύπαγε από αυτή τη μεριά έτσι πλέον προχωρούσαμε στα τυφλά. Μια περίεργη μυρωδιά πλημμύρισε τις αισθήσεις μου. Ήταν η μυρωδιά του κινδύνου.

«Μας έχει στείλει ο πιλότος Καραγιάννης. Βγες έξω» φώναξα. Καμία απάντηση.

«Άντε ρε φιλαράκο να τελειώνουμε. Πρέπει να γυρίσουμε πίσω, θα αρχίσει το ράδιο αρβύλα» φώναξε ο Jesse James. Καμία απάντηση.

Η στριγκλιά του νεαρού συνάδελφου ακούστηκε μέχρι το Γαλάτσι. Είχε ακουμπήσει σε κάτι. Σε κάτι που κρεμόταν από το ταβάνι. Ο άντρας που μας περίμενε ήταν νεκρός. Προσπάθησα να φωτίσω όσο μπορούσα με το κινητό μου. Ήταν κρεμασμένος από το ταβάνι με μια κουκούλα στο κεφάλι. Πάνω στην μπλούζα του ήταν καρφιτσωμένο ένα σημείωμα. Ο νεαρός συνάδελφος το πήρε και το έφερε στα χέρια μου. Έριξα το φως του κινητού πάνω στο σημείωμα. Με κεφαλαία γράμματα έλεγε: «ΚΡΙΜΑ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΑΤΕ. ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ».

Το αίμα μου ανέβηκε στο κεφάλι. Χρειαζόμουν απαντήσεις και γρήγορά. Έπιασα τον Jesse και άρχισα να τον ταρακουνάω. «Μίλα διαολεμένε λούτρινε σκύλε. Ποιος είσαι; Τι έχεις κάνει και θέλει να μας σκοτώσει αυτός ο πούστης ο Μακαρίτης. Μίλα γιατί θα σε σκοτώσω». Ο Jesse δεν προέβαλλε καμία απολύτως αντίσταση και έμεινε εκεί να ταρακουνιέται στα χέρια μου. Αν δεν ήμουν τόσο έξαλλός θα είχα διακρίνει τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάτια του.

«Άστον, τον πονάς» φώναξε ο νεαρός συνάδελφος.

«Αν δεν μιλήσει θα πεθάνει» φώναξα και τον πέταξα με δύναμη κάτω.

Ο Jesse James έμεινε ασάλευτος για μερικά δευτερόλεπτα. Έκατσε στα γόνατα και σήκωσε το κεφάλι του. «Εντάξει…» είπε και άρχισε να μιλάει…



Η συνέχεια την επόμενη Δευτέρα λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Υ.Γ Blood and the city: Archives. Όλα τα κείμενα της πρώτης αλλά και της δεύτερης σεζόν βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ.



*H πραγματικότητα είναι μια διαστρεβλωμένη εικόνα της φαντασίας…

Share

Προσευχές, μετάνοιες, λιτανείες και εξομολογήσεις στο: Blood_and_the_city@hotmail.gr

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

close menu
x