Αυτές είναι μερικές σκόρπιες σκέψεις μου τώρα που συμπλήρωσα τέσσερις δεκαετίες στον χώρο της δημοσιογραφίας και πέρασαν πια 36 χρόνια από την πρώτη μου παρουσία σε ζωντανή εκπομπή στην τηλεόραση, την εμβληματική ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ στην ΕΡΤ σαν χθες το 1984...

Πρόλαβα τον καιρό που οι εφημερίδες ήταν μετρημένες στα δάχτυλα, που η λέξη δημοσιογράφος ήταν κάτι άξιο λόγου. Εμείς, μειράκια του χώρου τότε δεν τολμούσαμε να αρθρώσουμε τις λέξεις «είμαι δημοσιογράφος», αν μας ρωτούσαν τι δουλειά κάνουμε. «Γράφω σε εφημερίδα», έλεγα...

Στα αθλητικά πρόλαβα την εποχή που οι παίκτες και οι προπονητές σεβόντουσαν την γνώμη μας. Εννοείται το ίδιο ίσχυε αντίστροφα. Δεν έχω ιδιαίτερη λατρεία στο παρελθόν, όταν μιλάμε για συνθήκες, γιατί σήμερα περάσαμε στο πάτημα ενός κουμπιού στα κινητά τηλέφωνα και έχεις πληροφορία για τα πάντα!

Τα κανάλια είναι συνδρομητικά και παίζουν σε HD και σύντομα όλα σε 4K μηχανήματα. Τότε γράφαμε με στυλό και σε χαρτί που και που σε γραφομηχανή και τώρα έχουμε laptop ή υπαγόρευση κειμένου στα κινητά!

Όμως τότε λειτουργούσαμε ως άνθρωποι. Η κοινωνία σήμερα μεταβάλλει τον ρεπόρτερ σε ένα άγριο ζώο που βγαίνει στην ζούγκλα να κυνηγήσει. Για να φέρει πίσω στο κοινό φρέσκο αίμα. Δεν φταίει μόνο ο δημοσιογράφος που το κοινό, σαν μοντέρνα ρωμαϊκή αρένα απαιτεί άρτο και θεάματα. Αλλά έχει την κύρια ευθύνη.

Είναι δεδομένο πως μέσα στην κρίση η κατάσταση, όπως και σε όλα τα πράγματα έτσι και στην δημοσιογραφία ξέφυγε από τον έλεγχο.

Κάποτε όταν έπεφτε στα χέρια μας μία πληροφορία διασταυρώναμε την είδηση. Τώρα ό,τι ακούσει κάποιος το αναπαράγει. Τότε, πριν ακόμη και μία 20ετια, οι δημοσιογράφοι ένοιωθαν πως ο άλλος είναι συνάδελφος, όχι εχθρός. Οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα, τα περιοδικά και η τηλεόραση έδειχναν, έως και τα τέλη των 90s, πως σέβονται το κοινό. Τώρα εδώ και καιρό τα πάντα μπήκαν σε μία μηχανή του κιμά που αλέθει συνειδήσεις.

Στον χώρο μας όταν με ρωτάνε τι υποστηρίζω λέω απλά με κανέναν... Απλά με τη δουλειά μου. Με τον εαυτό μου. Με την αξιοπρέπεια μου. Σκέφτομαι πως έχουμε αναγάγει σε σημαντικό ζήτημα ένα παιχνίδι όπως το ποδόσφαιρο ή γενικότερα τον αθλητισμό.

Ο Ουρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο, σε ένα βιβλίο του εξηγούσε πως νοιώθει «ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου». Εκπληκτική ατάκα. Αλλά αν την πεις σε κάποιον που επίμονα ρωτά «τι ομάδα είσαι;» τον βραχυκυκλώνεις. Ύστερα σε κοιτά με ένα απορημένο βλέμμα που σύντομα συννεφιάζει με καχυποψία! Ειδικά αν είναι νέο παιδί. Γιατί έχουμε μεγαλώσει μία ολόκληρη γενιά και πάμε για δεύτερη με εικόνες και πρότυπα τόσο λανθασμένα που απορώ αν μπορούν να ξεχωρίσουν κάτι καλό αν το δουν.

Έχουμε γεμίσει γύρω μας νέα παιδιά που κανένας δεν μπήκε στον κόπο να μορφώσει, να τους κάνει να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και να τους αναπτύξει τα όμορφα ένστικτα. Βλέπεις και δυστυχώς ακούς ανθρώπους που λατρεύουν θεωρίες συνωμοσίας και που αισθάνονται παντού αόρατους εχθρούς.

Και η δημοσιογραφία έχει τεράστια ευθύνη για αυτό με τον αθλητικό Τύπο να σέρνει τον χορό.

Λέω λοιπόν 13.150 μέρες μετά την πρώτη μου τηλεοπτική παρουσία πως ειλικρινά δεν ξέρω αν υπήρξα καλός ή κακός δημοσιογράφος στην καριέρα μου, αλλά το μόνο για το οποίο είμαι βέβαιος είναι πως σε όλα αυτά τα χρόνια κανείς δεν μπορεί να μου προσάψει πως λειτούργησα ως κάτι άλλο εκτός από αυτό που είμαι: δημοσιογράφος.

Έγραψα και γράφω βιβλία για να λέω πως είμαι συγγραφέας, αλλά για να μεταφέρω εμπειρία και γνώση σε όποιον το επιθυμεί, ενώ επίσης υπήρξα και παραμένω και εργοδότης αλλά αρνούμαι πλήρως να αποδεχτώ την έννοια της λέξης αφεντικό.

Δημοσιογράφος παραμένω και μου αρέσει ως ιδιότητα. Βίωσα την εποχή που ο κόσμος διαχώριζε τους καλούς και τους κακούς του χώρου, με βάση και γνώμονα την αξία τους και μόνο.

Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερο το κοινό βάζει το σινάφι στην ίδια μοίρα. «Ρουφιάνοι και λαμόγια είναι όλοι οι δημοσιογράφοι», ακούς όλο και πιο πολύ. Με ενοχλεί. Αλλά είναι η φυσιολογική εξέλιξη μίας κοινωνίας που οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι δημιούργησαν. Τουλάχιστον όσοι νοιώθουμε έτσι ας κρατήσουμε κάποιο ίχνος αξιοπρέπειας για τον χώρο... όσο μπορέσουμε και όσο αντέξουμε!