Ίσως είναι ο μόνος ξένος παίκτης που πέρασε από τον Παναθηναϊκό και δέθηκε τόσο πολύ με την ομάδα και τον κόσμο. Βοήθησε τα μέγιστα για την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος του 1996 και άφησε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη εκείνης της ομάδας μία πολύ βαριά κληρονομιά. Ο λόγος φυσικά για Στόγιαν Βράνκοβιτς, που μιλώντας στην ιστοσελίδα μπάσκετ του Παναθηναϊκού, θυμήθηκε τις «καλύτερες μέρες της ζωής του», όπως αποκάλεσε τα χρόνια που φόρεσε την πράσινη φανέλα, αλλά και το φάιναλ φορ του 2007 στην Αθήνα, που παρακολούθησε μαζί με τον 12χρονο γιο του και τιμήθηκε από την ΚΑΕ.
Αναλυτικά οι δηλώσεις του Στόγιαν Βράνκοβιτς:
Για την υποδοχή του στο φάιναλ φορ του 2007:
«Ήταν Κάτι μοναδικό… Ειδικά στο φάιναλ φορ. Ειλικρινά πέρασα απίστευτα. Πέρασα καλά προσωπικά, πέρασα καλά, γιατί είχε έρθει και ο γιος μου για πρώτη φορά στην Αθήνα και ήμουν χαρούμενος που είδα τους φίλους μου, τους αγώνες και φυσικά διπλά χαρούμενος, γιατί ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το τρόπαιο. Ήταν τρεις τέσσερις μέρες εκπληκτικές. Σημαίνει επίσης ότι άφησα κάτι εδώ. Το έχω πει κι άλλες φορές. Ίσως τα τέσσερα χρόνια που έζησα στον Παναθηναϊκό να ήταν τα τέσσερα καλύτερα της ζωής μου. Ξέρεις, όταν είσαι ξένος και μένεις κάπου για τέσσερα χρόνια και πας κάπου αλλού και επιστρέφεις μετά από 11χρόνια και σε δέχονται έτσι, σημαίνει ότι κάτι έχεις αφήσει πίσω σου… Κάτι καλό έχεις κάνει. Και σε κάνει να νιώθεις καλά».
Για το αν περίμενε τέτοια υποδοχή:
«Ειλικρινά όχι… Έντεκα χρόνια είναι πολλά! Κάποιοι από τους συμπαίκτες μου, οι πρόεδροι, κάποιοι άνθρωποι που είναι στην ομάδα ή κοντά στην ομάδα δεν θα με ξεχάσουν και εγώ αυτούς. Αλλά όλος αυτός ο κόσμος; Υπάρχουν περιπτώσεις που μικρά παιδιά, που είναι αδύνατον να με θυμούνται ή να με έχουν δει να παίζω, έρχονται σε μένα και μου λένε «σε ξέρουμε, μας έχουν μιλήσει οι γονείς μας» ή «έχουμε δει βίντεο με αυτά που έκανες» και μου μιλάνε και είναι κάτι που πάντα σου προκαλεί έκπληξη και σε κάνει να νιώθεις καλά».
Για τις δηλώσεις του ότι ο γιος του θα καταλάβαινε τι ήταν ο πατέρας του μόνο μέσα στο ΟΑΚΑ:
«Και είναι αλήθεια. Η πρώτη ερώτηση που έκανε όταν μπήκαμε στο γήπεδο και άκουσε να φωνάζουν το όνομά μου, ήταν «μπαμπά, όλοι αυτοί σε ξέρουν;» Του απάντησα «όχι, όλοι, αλλά πολλοί». Έμεινε έκπληκτος… Έκπληκτος… Γιατί ξέρεις ποτέ δεν είχε έρθει στην Ελλάδα, στο γήπεδο. Πάντα ακούει από εμένα και τη μητέρα του για την Ελλάδα, την Αθήνα, τον Παναθηναϊκό, τον κόσμο της ομάδας, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί στην πράξη τι σημαίνουν όλα αυτά. Με εκείνη την επίσκεψη τα κατάλαβε όλα. Στον τελικό με άφησε, έφυγε από τα επίσημα και κατέβηκε με τον Θανάση (σ.σ. Γιαννακόπουλο) στο γήπεδο. Είχε τρελαθεί».
Για το ενδεχόμενο να παίξει ο γιος του στον Παναθηναϊκό:
«Ποιος ξέρει; Μπορεί… Παίζει λίγο, του αρέσει πολύ, αλλά είναι μόλις 12 χρονών. Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει, πώς θα εξελιχθεί. Παίζει σε μια ακαδημία μπάσκετ για μικρά παιδιά. Είναι ψηλός (1.81), δυνατός, του αρέσει να πηγαίνει 3-4 φορές την εβδομάδα για προπόνηση, αλλά μόνο ο χρόνος θα δείξει».
Για την «τάπα» στο φινάλε στο Παρίσι:
«Μιλάνε και γι’ αυτό σίγουρα. Πάρα πολύ (γελάει). Είναι το σχόλιο που ακούω περισσότερο. Πέρα από αυτό, σε πολλούς προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι παίζαμε σε ένα τόσο μικρό γήπεδο, όπως ήταν της Γλυφάδας, μεγάλους αγώνες όπως με τη Ρεάλ, τη Μακάμπι ή και τα ντέρμπι του ελληνικού πρωταθλήματος, όπως με τον Ολυμπιακό. Όταν βλέπουν τώρα το ΟΑΚΑ, δεν μπορούν να πιστέψουν ότι παίζαμε εκεί».
Για το ότι είναι ακόμα πρώτος σε διάφορες στατιστικές κατηγορίες του Παναθηναϊκού:
«Να το πω λίγο μεταφορικά; Σε μια σχέση χρειάζεσαι δύο πλευρές. Όταν ήρθα στον Παναθηναϊκό, είχα ήδη μια καλή εμπειρία από την Ελλάδα, τους Έλληνες και το ελληνικό μπάσκετ από τη θητεία μου στον Άρη. Όταν ήρθα για πρώτη φορά στον Παναθηναϊκό, η ομάδα δεν ήταν καλά αγωνιστικά. Και μου είπαν ότι θέλουν να χτίσουν έναν δυνατό, μεγάλο Παναθηναϊκό, μια ομάδα που να κυριαρχεί, όπως ήταν κάποια χρόνια πριν. Ένιωσα αμέσως ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει. Όταν βλέπεις και τους προέδρους, όλη την οικογένεια Γιαννακόπουλου, πόσο προσπαθεί, πόσα χρήματα ξοδεύει, πως είναι εκεί σε κάθε χαρά, αλλά και σε κάθε δύσκολη στιγμή, ήμουν σίγουρος ότι η ομάδα θα πήγαινε κάθε χρόνο και καλύτερα. Και έτσι έγινε… Κατακτήσαμε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα και η ομάδα προχώρησε ακόμη περισσότερο μέχρι σήμερα. Υπήρχε χάρη σε αυτούς τους ανθρώπους μια συνέχεια, μια συνέπεια. Έδωσα, αλλά και πήρα. Για να είναι επιτυχημένη μια σχέση πρέπει να είναι αμφίδρομη».
Για τους παίκτες εκείνης της εποχής:
«Το μπάσκετ είναι ομαδικό άθλημα. Ένας παίκτης δεν σημαίνει και πολλά. Τότε είχαμε παίκτες με μεγάλη εμπειρία όπως ο Γκάλης, ο Κόμαζετς, ο Γκέκος, εγώ και νέους παίκτες όπως ο Οικονόμου, ο Μυριούνης και ο Αλβέρτης. Και κάθε χρόνο κάτι κερδίζαμε. Προσπαθούσαμε για το καλύτερο, να βελτιωθούμε, άλλαξαν παίκτες, προπονητές… Ότι χρειαζόταν σιγά σιγά, χρόνο με το χρόνο για να φτάσει η ομάδα εκεί που βρίσκεται σήμερα».
Για το αν διατηρεί επαφές με την ομάδα ακόμα:
«Περισσότερο έχω σχέση με ανθρώπους που έχουν μείνει από τότε στην ομάδα. Ο Αντώνης (σ.σ. Γεροντίτης, φροντιστής), ο Άκης (σ.σ. Παναγιωταράς, φυσιοθεραπευτής)… Και με τον Φράγκι είμαστε σαν αδέλφια. Ήταν πολύ νέος όταν ήρθα στον Παναθηναϊκό. Είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενος που έκανε όλα αυτά για τον Παναθηναϊκό, που έμεινε στην ομάδα τόσα χρόνια. Είναι η εικόνα της ομάδας. Άκουσα ότι είναι η τελευταία του χρονιά, ότι θα σταματήσει. Μετά από τόσα χρόνια, νομίζω ότι ξέρει καλύτερα τι πρέπει να κάνει ή τι θέλει να κάνει. Το να μείνει στην ομάδα μετά από αυτό θα ήταν ότι καλύτερο πιστεύω».
Για την καλύτερη στιγμή του στον Παναθηναϊκό:
«Η καλύτερη είναι σίγουρα το Παρίσι και η δεύτερη η πρόκριση στο φάιναλ φορ τη δεύτερη χρονιά μου στον Παναθηναϊκό στο φάιναλ φορ στο Τελ Αβίβ».
Για τα τελευταία δευτερόλεπτα στον τελικό του Παρισίου:
«Όταν παίζεις, δεν σκέφτεσαι πραγματικά τι κάνεις, ή τι θα αισθανθείς αν το ξαναδείς κάποια στιγμή σε βίντεο. Ήταν απλά, καθαρό ένστικτο. Ένιωσα απλά ότι πρέπει να προσπαθήσω να διασώσω μια κατάσταση, ότι μπορώ να βοηθήσω σε κάτι έναν συμπαίκτη μου, τους συμπαίκτες μου. Πάντα αντιδρούσα και δρούσα έτσι. Ήμουν εκεί για όλους, όπως όλοι ήταν εκεί για μένα. Θα ξαναπώ ότι το μπάσκετ είναι ομαδικό άθλημα. Ποτέ ένας παίκτης!»
Για τις αναμνήσεις του από τα ματς με τον Ολυμπιακό:
«Τρελή κατάσταση στο γήπεδο! Πάντα μου άρεσαν αυτά τα παιχνίδια. Κάποιες φορές ήταν πολύ δύσκολο, γιατί εμείς οι ίδιοι ασκούσαμε πίεση στους εαυτούς μας. Για το αποτέλεσμα. Όπως είναι ίσως ο Ολυμπιακός τώρα που έχει τόσα χρόνια να πάρει τίτλο. Ίσως γι’ αυτό αυτοί οι αγώνες δεν ήταν και πολύ ωραίοι ως θέαμα. Υπήρχαν και πολλές διακοπές, με επεισόδια, με τον κόσμο… Θυμάμαι πολλά από αυτά. Φάσεις, στιγμιότυπα».
Παναγιώτης Βανός