Ενοχλημένος από τα τελευταία κρούσματα βίας που έχουν σημειωθεί μεταξύ οπαδών του ΠΑΟΚ και εκείνων του Άρη εμφανίστηκε ο Γιώργος Κούδας, μιλώντας την εφημερίδα «Metrosport». «Δεν μπορώ να καταλάβω πως είναι δυνατόν σήμερα να πας σε ένα γήπεδο για να χτυπήσεις παιδάκια ή πατεράδες που παρακολουθούν αμέριμνοι ένα παιχνίδι», τόνισε ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του «Δικεφάλου».
Αποσπάσματα των όσων δήλωσε ο κ. Κούδας:
Τι έχει αλλάξει στην κοινωνία και γενικά στον αθλητισμό ώστε τα πράγματα να έχουν αγριέψει τόσο και στο γήπεδο να βλέπουμε εικόνες και καταστάσεις που δεν υπήρχαν;
«Μερικά πράγματα δεν μπορούσα ούτε να τα διανοηθώ αν και είμαι χρόνια στα γήπεδα και έχω ζήσει καταστάσεις. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι το παιδάκι που επιτίθεται σε έναν άλλο φίλαθλο έτσι χωρίς να τον ξέρει και χωρίς λόγο, πως μπορεί να πιστεύει πως είναι περισσότερο ΠΑΟΚ ή Άρης από έναν άλλο που απλά πάει στο γήπεδο για να δει το παιχνίδι.
Όταν το 1976 είχα το σούπερ-μάρκετ το 50% περίπου των εισιτηρίων που έδινα από εκεί για τα παιχνίδια, τα έπαιρναν φίλαθλοι του Άρη, γνωστοί μου ή άγνωστοι. Τους ήξερα ότι είναι φίλοι του Άρη. Την άλλη μέρα αν δεν κερδίζαμε έρχονταν για να μου κάνουν καζούρα. Το ίδιο γίνονταν στο προποτζήδικο του Κώστα Παπαϊωάννου που ήταν παρακάτω. Οι μισοί που έπαιρναν εισιτήρια για ένα ντέρμπι ΠΑΟΚ- Άρης ήταν ΠΑΟΚτσήδες.
Σήμερα τα πράγματα έχουν ξεφύγει. Στο γήπεδο σήμερα πάνε παιδιά που θέλουν να εκτονωθούν από κάτι άλλο. Δεν μπορώ να καταλάβω πως είναι δυνατόν σήμερα να πας σε ένα γήπεδο για να χτυπήσεις παιδάκια ή πατεράδες που παρακολουθούν αμέριμνοι ένα παιχνίδι. Όμως τότε πριν από ένα παιχνίδι έπαιζαν οι εφηβικές ομάδες των δυο αντιπάλων, ή θα έπρεπε σήμερα να παίζουν οι παλαίμαχοι, έτσι για να ασχοληθεί ο κόσμος και λίγο πιο χαλαρά. Έτσι ήμασταν εμείς τότε».
Εσύ ήσουν αθλητής γενικής αποδοχής. Από φίλους και αντιπάλους. Συνάντησες ποτέ ακραίες συμπεριφορές στο πρόσωπο σου;
«Πάρα πολλές φορές. Το θέμα είναι και πως το διαχειρίζεσαι. Όταν θέλεις να πεις ό,τι χάσαμε από τον Ολυμπιακό γιατί μας πλάκωναν στα αποδυτήρια, λέγαμε ορισμένα πράγματα αλλά δεν το φτάναμε στα άκρα. Δηλαδή δεν ψάχναμε να βρούμε φτηνή δικαιολογία. Δεν έχει καμιά σημασία. Είναι και θέμα διαχείρισης ενός γεγονότος. Όταν ένα μικρό γεγονός θέλεις να το διογκώσεις και να το περάσεις στον κόσμο διαφορετικά, θα υπάρξει αντίδραση από το άλλο μέρος».
Ας υποθέσουμε πως περνάς κατά τύχη από μια ενέδρα οπαδών έξω από ένα γήπεδο πηγαίνοντας σπίτι σου ή στην δουλειά σου. Μπορεί εσύ να περάσεις ανέγγιχτος γιατί είσαι ο Κούδας;
«Όχι. Η βία είναι τυφλή. Ο φανατισμός και το μυαλό που δεν βλέπει καθαρά γκρεμίζει οτιδήποτε. Από το «είδωλο» ή την προτομή του Κούδα, μέχρι και το άγαλμα του Λένιν και του οποιουδήποτε γιατί δεν βλέπει. Να πω ένα παράδειγμα. Πρόπερσι στον τελικό του κυπέλλου στο Καυτατζόγλειο, Άρης- Ολυμπιακός, περνούσα τυχαία με το αυτοκίνητο μου κοντά από το στάδιο πριν το παιχνίδι γιατί από εκεί ήταν ο δρόμος μου.
Μια παρέα αρειανών που με συνάντησε στον δρόμο άρχισε να με βρίζει. Εγώ από το παράθυρο τους είπε: "να έχετε καλή επιτυχία". Θα μπορούσε κάποιος άλλος να τους απαντήσει διαφορετικά και να έχει άλλη εξέλιξη το περιστατικό. Εγώ τους ευχήθηκε ειλικρινά καλή επιτυχία γιατί ήθελα να πάρουν το κύπελλο αυτοί και όχι ο Ολυμπιακός. Και το είπα με την καρδιά μου. Αυτοί με έβριζαν γιατί αντιπροσώπευα το αντίπαλο δέος. Εγώ το προσπέρασα».
Έχει να κάνει όμως και την προσωπικότητα που χτίζει ο καθένας στον χώρο;
«Δεν ξέρω. Δεν μπορείς να μπεις στο μυαλό των σύγχρονων παιδιών. Δεν ξέρεις από τι ωθούνται σε τέτοιες συμπεριφορές τα νέα παιδιά. Πριν αρκετά χρόνια όταν είχα σταματήσει το ποδόσφαιρο, ορισμένες φορές που δεν έπαιζε ο ΠΑΟΚ πήγαινα να δω τον Ηρακλή γιατί ήθελα να βλέπω τον Χατζηπαναγή. Έτσι έβλεπα από τότε το ποδόσφαιρο. Δηλαδή δέος ήταν ο Χατζηπαναγής που θα μου έπαιρνε την πρώτη θέση και γι’ αυτό έπρεπε να την ανταγωνιστώ; Απλά ήταν ό,τι ήθελα να βλέπω κάτι ωραίο. Έπρεπε δηλαδή να είμαι «τυφλός» στον ΠΑΟΚ;
Οτιδήποτε το ωραίο με ελκύει. Έτσι ήμουν πάντα. Θέλω να βλέπω στο γήπεδο αυτό που έπαιζα εγώ τόσα χρόνια. Οτιδήποτε το ωραίο. Θέλω να το δω και χωρίς παρωπίδες. Να δω την ομάδα μου και αν είναι καλύτερη να την χειροκροτήσω. Αν είναι καλύτερος ο αντίπαλος να χειροκροτήσω αυτόν. Αυτό ήταν το μεγαλείο του ΠΑΟΚ στα χρόνια μας. Γιατί ξέραμε να αναγνωρίζουμε. Πως ξέραμε ότι μας κλέβουν; Γιατί ξέραμε ποιοι ήμασταν. Αν ο αντίπαλος ήταν καλύτερος οφείλαμε να το αναγνωρίσουμε. Έτσι φεύγαμε με ψηλά το κεφάλι από το γήπεδο».