Το νέο μεγάλο αστέρι του Λιθουανικού μπάσκετ, είναι κοινό μυστικό, πως ακούει στο όνομα Ρενάλντας Σεϊμπούτις. Ο Ολυμπιακός του Γιόνας Καζλάουσκας, είδε στο πρόσωπο του 20χρονου το μέλλον της ομάδας και έσπευσε να τον «αρπάξει» από τα χέρια των μεγάλων ομάδων της Λιθουανίας. Αυτή την εποχή ο παίκτης εκτελεί ρόλο…μαέστρου στην Εθνική ομάδα νέων της χώρας του, παίρνοντάς την από το χέρι και οδηγώντας τη στο τελικό του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, όπου θα αντιμετωπίσει την Ελλάδα του νέου συμπαίκτη του, Παναγιώτη Βασιλόπουλου. Ο ταλαντούχος Λιθουανός γνωρίζει τα πάντα για τον Ολυμπιακό (όχι μόνο το τμήμα μπάσκετ) αλλά και την Ελλάδα. Από την Αργεντινή, όπου βρίσκεται, μίλησε για τη νέα του ομάδα, το χρονικό της μεταγραφής του, τις φιλοδοξίες του, αλλά και τον Αριστοτέλη και τους μεγάλους τραγικούς ποιητές...
Το βράδυ της Παρασκευής, ο Ρενάλντας Σεϊμπούτις παρουσίασε στον μπασκετικό κόσμο ένα πολύ μικρό δείγμα για το τι πρόκειται να παρουσιάσει από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη στα ελληνικά παρκέ, φορώντας την «ερυθρόλευκη». Στον ημιτελικό του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Νέων, που διεξάγεται στην Αργεντινή, όταν η ομάδα του τον χρειάστηκε (στην τέταρτη περίοδο), έκανε απλά τη δουλειά του (σημείωσε 13 πόντους). Οι γηπεδούχοι προηγούνταν με 50-44 όταν ο Ραμούντας Μπουτάουτας, (προπονητής των Λιθουανών), φώναξε τον Σειμπούτις, ο οποίος βρισκόταν στον πάγκο. Το «Νο 8», μπήκε στο γήπεδο, πέτυχε τους 13 πόντους που χρειαζόταν η ομάδα του και την οδήγησε στον τελικό της διοργάνωσης, όπου θα αντιμετωπίσει την Ελλάδα του Παναγιώτη Βασιλόπουλου. Ο Σεϊμπούτις μίλησε για το συγκεκριμένο παιχνίδι, τονίζοντας πως είναι μια ευκαιρία για τον ίδιο να αποκομίσει πολλές εμπειρίες. «Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς ένα κίνητρο για να δείξω αν είμαι καλός παίκτης, αλλά σίγουρα αυτός ο τελικός θα μου προσφέρει ξεχωριστές εμπειρίες. Δεν θέλω και δεν πρέπει να πάρω αυτό το ματς ως μια προσωπική υπόθεση, γιατί πάνω απ΄ όλους και πάνω απ΄ όλα είναι η ομάδα».
Ο Σεϊμπούτις γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου του 1985 στην Παλάνγκα. Η πρώτη του επαφή με το μπάσκετ έγινε μέσω του πατέρα του, οποίος αγωνιζόταν σε ερασιτεχνικό επίπεδο. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μια μπάλα του μπάσκετ στα χέρια μου», αναφέρει χαρακτηριστικά ο νεαρός Λιθουανός. Η καριέρα του ξεκίνησε στην Κρετίνγκα. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην πόλη που γεννήθηκε για να αγωνιστεί στην τοπική ομάδα, ενώ το 2003, έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα στην καριέρα του, όταν «μετακόμισε» στη Σακαλάι του Βίλνιους. Είναι θαυμαστής των Αρβίντας Μασιγιάουσκας και Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, ενώ γνωρίζει πως στη νέα του ομάδα έχει αγωνιστεί ένας άλλος μεγάλος εκπρόσωπος της Λιθουανικής σχολής, ο Αρτούρας Καρνισόβας. Ο φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βίλνιους (σκοπεύει κάποια στιγμή να ασκήσει το επάγγελμα), εκτός από ένας εξαιρετικά ταλαντούχος παίκτης είναι και άριστος γνώστης της ελληνικής Ιστορίας και κουλτούρας, της ομάδας του Ολυμπιακού (όχι μόνο της μπασκετικής), ενώ δηλώνει έτοιμος για το μεγάλο «άλμα».
«Είμαι έτοιμος και αποφασισμένος να εκμεταλλευθώ αυτήν τη μεγάλη ευκαιρία», αναφέρει και στη συνέχεια ξετυλίγει το χρονικό της μεταγραφής του στην Πειραϊκή ομάδα. «Τον Γιόνας Καζλαάουσκας δεν τον γνωρίζω προσωπικά, ούτε είχαμε μιλήσει ποτέ προτού τεθεί το θέμα της μεταγραφής μου. Μου τηλεφώνησε πριν από λίγες εβδομάδες και μου είπε ότι με θέλει στον Ολυμπιακό. Για να είμαι ειλικρινής, ένοιωσα πολύ κολακευμένος, γιατί ο Καζλάουσκας αποτελεί ένα θρύλο για το λιθουανικό μπάσκετ. Σε αυτή την επικοινωνία μας δεν είπαμε πολλά πράγματα, αλλά από τη στιγμή που μου μίλησε, αισθάνθηκα ότι ο Ολυμπιακός ήταν το πεπρωμένο μου. Με ήθελε και η Ζαλγκίρις, αλλά η πρόταση του Ολυμπιακού, αν και μου προκάλεσε έκπληξη, ήταν συγκεκριμένη και δελεαστική. Συν τοις άλλοις, ήμουν σε συνεχή επαφή με τον συνεργάτη του Καζλάουσκας στον Ολυμπιακό, τον Αλβιντας Παζντράζνις, με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί στην Κρέτινγκα και από τη στιγμή που αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι ανάμεσα σε δικούς μου ανθρώπους, δεν δίστασα να δεχθώ την πρόταση του Ολυμπιακού. Εξάλλου θα είμαι μαζί με τον Εουρέλιους Ζουκάουσκας και τον Τάιους Εντνι, που έχει παίξει στη Ζαλγκίρις και είναι πολύ δημοφιλής στη Λιθουανία, οπότε θα υπάρχει μια μικρή λιθουανική παροικία στον Ολυμπιακό που θα με κάνει να αισθάνομαι πολύ πιο άνετα».
Όπως φαίνεται από τα λεγόμενά του, ο Ρενάλντας Σεϊμπούτις γνωρίζει πολύ καλά που έρχεται. Γνωρίζει την ιστορία της ομάδας, τα προβλήματά της τα τελευταία χρόνια, ξέρει ότι από την αρχή του καλοκαιριού γίνεται μια πολύ σοβαρή προσπάθεια, για την επιστροφή του συλλόγου στις επιτυχίες. «Ο Ολυμπιακός είναι μια πρόκληση στην καριέρα μου. Είμαι 20 χρονών και θα έχω την ευκαιρία να παίξω σε μια μεγάλη ομάδα του εξωτερικού. Γνωρίζω ότι η ομάδα ταλαιπωρήθηκε τα τελευταία χρόνια και μάλιστα πέρυσι έπεσε πολύ χαμηλά, αλλά αυτή είναι μια επί πλέον πρόκληση για όλους μας. Αν δεν κάνω λάθος, ο Ολυμπιακός απέκτησε έντεκα νέους παίκτες, άρα έντεκα διαφορετικούς λόγους για να αναζωογονηθούν τα κύτταρά του. Με γοητεύει αυτή η πρόκληση και είμαι έτοιμος να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις και στις προσδοκίες. Αυτή τη στιγμή δεν ξέρω για ποιους ρόλους με προορίζει ο Καζλάουσκας, αλλά είμαι έτοιμος για όλα. Θα δουλέψω πολύ σκληρά και πιστεύω ότι θα διεκδικήσω μερικά λεπτά συμμετοχής και κάποιον ρόλο σε αυτή τη νέα και φιλόδοξη ομάδα. Έχω κι εγώ πολλές ατομικές φιλοδοξίες, αλλά τις βάζω κάτω από το συμφέρον της ομάδας, άλλωστε συμβαδίζουν» τονίζει χαρακτηριστικά ο Λιθουανός και στη συνέχεια κάνει μια μικρή αναφορά για τη θέση που του αρέσει να αγωνίζεται. «Μπορώ να παίξω και στις δύο θέσεις των γκαρντ, αλλά προτιμώ τη θέση του σούτιγκ γκαρντ».
Ύστερα, ο 20χρονος σούτινγκ γκαρντ, περιγράφει αναλυτικά το στυλ παιχνιδιού του. «Μη νομίζετε πάντως ότι κάνω του κεφαλιού μου. Είμαι παίκτης του προπονητή και ακολουθώ πάντοτε τις οδηγίες του, αλλά χρησιμοποιώ και το ένστικτό μου. Είμαι γρήγορος, έχω καλό σουτ, ανοίγω το παιχνίδι στον αιφνιδιασμό, αλλά στον αντίποδα έχω αρκετά μειονεκτήματα και προσπαθώ να τα εξαλείψω», αναφέρει και προσθέτει πως, παρά το ότι είναι χαρακτηριστικό των παικτών που βρίσκονται στην ηλικία του να έχουν το μυαλό τους στο NBA, ο «μαγικός κόσμος» δεν βρίσκεται προς το παρόν στο μυαλό του. «Είναι πολύ της μόδας και το έχουν στο μυαλό τους όλοι οι παίκτες του κόσμου, αλλά εμένα δεν με απασχολεί προς το παρόν. Ίσως κάποια μέρα παίξω εκεί, αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας με αυτή τη σκέψη. Προς το παρόν, η μεγάλη πόρτα της καριέρας μου είναι ο Ολυμπιακός», καταλήγει ο κάτοχος του ασημένιου μεταλλίου του Ευρομπάσκετ για παίκτες που έχουν γεννηθεί έως το 1985.
Όσο για το κεφάλαιο «Ολυμπιακός», αλλά και τον ελληνικό αθλητισμό…καταθέτει τις γνώσεις του: «Έρχομαι σε έναν από τους μεγαλύτερους συλλόγους της Ευρώπης, όχι μόνο στο μπάσκετ. Ξέρω για την αιώνια αντιπαλότητα του Ολυμπιακού με τον Παναθηναϊκό σε όλα τα επίπεδα, αλλά και πολλά πράγματα για το ελληνικό μπάσκετ. Για τον Άρη, τον ΠΑΟΚ, την ΑΕΚ, το Περιστέρι που κατά καιρούς έπαιξαν με λιθουανικές ομάδες, μάλιστα θυμάμαι και κάποιους παίκτες τους».
Βεβαίως ο Σεϊμπούτις, δεν σταματά μόνο στον αθλητισμό της χώρας, κάνοντας αναφορά στην Αρχαία Ελλάδα, τον πολιτισμό και την κουλτούρα της χώρας. «Δεν χρειαζόταν να παίξω στον Ολυμπιακό για να μάθω τι σημαίνει Ελλάδα. Από μικρός ήξερα για την αρχαία Ελλάδα, για την ιστορία και τον πολιτισμό της. Για τον Αριστοτέλη, τους μεγάλους τραγικούς, τους φιλοσόφους, την κουλτούρα της χώρας και την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων της».
Τέλος, δεν παραλείπει να κάνει μια αναφορά στο Λιθουανικό μπάσκετ και τα χαρακτηριστικά του.«Πραγματικά μας αρέσει να παίζουμε απλά, γρήγορα και θεαματικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι καταστρατηγούμε τους κανόνες και κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Το βασικότερο κεφάλαιο του λιθουανικού μπάσκετ δεν είναι αυτό το "αλέγρο" και ελεύθερο μπάσκετ, αλλά η στρατηγική. Όλα εξαρτώνται από το ομαδικό πνεύμα, τη διανομή των ρόλων και τη συνεργασία, ανεξαρτήτως των προσωπικοτήτων, που απαρτίζουν μια ομάδα. Μας αρέσει να παίζουμε το μπάσκετ που γοητεύει το κοινό, αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει πάντοτε. Όταν, λοιπόν, δεν μπορούμε να παίξουμε με αυτό το στυλ, τότε ακολουθούμε τη στρατηγική που πάντοτε υπάρχει. Ξέρουμε τα βασικά του μπάσκετ, αλλά πάνω απ΄ όλα ακολουθούμε τους κανόνες του απλού και αποτελεσματικού μπάσκετ, που δεν πέφτει στην παγίδα της σκοπιμότητας και αξιοποιεί τα προσόντα των παικτών, αλλά και τις ιδέες των προπονητών μας» καταλήγει ο Σεϊμπούτις.
Επιμέλεια: Άκης Στρατόπουλος