Γράφει ο Χρήστος Ρομπόλης

Είναι μία κουβέντα που σίγουρα έχει γίνει σε κάθε μπασκετοπαρέα... Γιατί η Ελλάδα, που αναμφίβολα συγκαταλέγεται στις μεγάλες δυνάμεις του παγκοσμίου μπάσκετ, δεν έχει έναν άξιο εκπρόσωπο στο ΝΒΑ; Όχι έναν παίκτη διαμετρήματος Νοβίτσκι, Γκασόλ, Πάρκερ ή Τζινόμπιλι, αλλά έστω κάποιον/ους με έναν αξιοπρεπή χρόνο συμμετοχής κι έναν συγκεκριμένο ρόλο σε μία ομάδα. Προνόμιο που απολαμβάνουν υποδεέστερες μπασκετικά χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Σλοβενία, η Τουρκία ή και άλλες όπου το άθλημα είναι σε νηπιακό στάδιο, όπως η Αγγλία.

Οι απόπειρες που έχουν γίνει να στεριώσει κάποιος Έλληνας στο ΝΒΑ είναι πολλές, αλλά καμία από αυτές πετυχημένη, παρότι τα τελευταία χρόνια παίκτες πρώτης γραμμής και ταλέντα υψηλών προδιαγραφών έχουν επιχειρήσει να βάλουν την Ελλάδα για τα καλά στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου. Οι λόγοι που το ΝΒΑ παραμένει για μας άπαρτο κάστρο είναι πολλοί:

- Μας λείπει υπομονή: Το άλμα στο ΝΒΑ ενέχει μεγάλο ρίσκο και χρειάζεται γερό στομάχι. Ο πρότερος βίος σου δεν μετρά και καλείσαι να πείσεις ένα νέο κοινό, που αρκετές φορές είναι δύσπιστο απέναντι στους ξένους οι οποίοι καλούνται να αποδείξουν πως είναι όχι απλώς ισάξιοι, αλλά ανώτεροι από τους γηγενείς. Εκεί τα πράγματα λειτουργούν όπως στον στρατό, όπου τουλάχιστον για ένα χρόνο θεωρείσαι «νέος» και καλείσαι να γίνεις νεροκουβαλητής ή να... σκουπίζεις τον ιδρώτα των σταρ (εκτός αν η ίδια σου η ομάδα σε έχει επιλέξει ψηλά στα ντραφτ και καλείται να στηρίξει την «επένδυσή» της). Σε αυτή την κατηγορία θα μπορούσε να συμπεριληφθεί ο Βασίλης Σπανούλης, ο οποίος έφυγε για τις ΗΠΑ σε ιδανική ηλικία και με την εμφάνισή του απέναντι στους Αμερικανούς το 2006 να αποτελεί την καλύτερη διαφήμιση για το ταλέντο του. Όμως αναγκάστηκε από πρώτος στο χωριό να γίνει τελευταίος στην πόλη. Στους Ρόκετς των τότε ακμαίων Μινγκ και ΜακΓκρέιντι περιορίστηκε σε ρόλο θεατή, δεν εκμεταλλεύτηκε τον ελάχιστο χρόνο που του δόθηκε, δέχτηκε ακόμη και τη δημόσια κριτική του προπονητή του και με εύθραυστη ψυχολογία όντας μακριά από το σπίτι του και τους δικούς του, δεν άντεξε και αποφάσισε να επαναπατριστεί.

- Είναι λίγα τα χρήματα: Στον πολύ κόσμο υπάρχει η ψευδαίσθηση πως όλοι οι παίκτες του ΝΒΑ αμείβονται πλουσιοπάροχα. Μέγα λάθος! Οι Αμερικανοί πληρώνουν αδρά μόνο τους παίκτες που έχουν αποδείξει την αξία τους στο πρωτάθλημά τους και σε καμία περίπτωση έναν πρωτοεμφανιζόμενο παίκτη. Φώτσης, Ρεντζιάς και Σπανούλης έκαναν μεγάλες οικονομικές θυσίες για να προσπαθήσουν να πετύχουν στο ΝΒΑ και αρνήθηκαν εξασφαλισμένα συμβόλαια πολλών εκατομμυρίων από την Ευρώπη για να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα. Βλέποντας πως ο δρόμος της καταξίωσης είναι μακρύς, δύσβατος και πολύ πιθανώς να οδηγήσει σε αδιέξοδο, συνυπολογίζοντας πως χρόνο με το χρόνο δεν γίνονται νεότεροι σε ένα επάγγελμα με ημερομηνία λήξης και ακούγοντας τις «Σειρήνες» των εκατομμυρίων που τους πρόσφεραν απλόχερα οι ομάδες της... γειτονιάς τους, δεν είναι παράξενο που έβγαλαν γρήγορα το εισιτήριο της επιστροφής.

- Κακό τάιμινγκ: Η χρονική στιγμή που ένας παίκτης επιλέγει να παίξει στο ΝΒΑ είναι καθοριστική για την πορεία του. Αν επιχειρήσει το άλμα νωρίτερα ή αργότερα από τη στιγμή που πρέπει, κινδυνεύει να μην τα καταφέρει, όσες προδιαγραφές κι αν έχει. Ρωτήστε τον Αντώνη Φώτση και τον Ευθύμη Ρεντζιά, που έχουν παραδεχτεί σε παλαιότερες συνεντεύξεις τους πως ο μεν βιάστηκε και ο δε άργησε να φύγει για τις ΗΠΑ. Πολλοί παίκτες βιάζονται να ζήσουν το όνειρο και να παίξουν δίπλα στους παίκτες ή μέσα στα γήπεδα που είχαν (ή έχουν ακόμη) αφίσες στα δωμάτιά τους. Χωρίς την ωριμότητα και την αγωνιστική ετοιμότητα που απαιτείται, γρήγορα απογοητεύονται και αποτυγχάνουν. Άλλοι δε παρά το πλούσιο ταλέντο τους «μεθούν» από τα χρήματα και τη δόξα που τους προσφέρει το ευρωπαϊκό μπάσκετ, αναβάλλουν το ταξίδι για το ΝΒΑ και όταν το επιχειρούν σε μεγάλη ηλικία, δεν δείχνουν τη διάθεση να χτίσουν μία νέα καριέρα από το μηδέν και γρήγορα αναπολούν τα «μεγαλεία» της Ευρώπης.

- Άλλο Ελλάδα, άλλο ΝΒΑ: Οι διαφορές σε αγωνιστική φιλοσοφία μεταξύ ΝΒΑ και Ευρώπης είναι πολύ μεγάλες και η επιτυχία ενός παίκτη στο ένα πρωτάθλημα δεν συνεπάγεται πως θα διακριθεί στο άλλο (και αντιστρόφως). Η... απόσταση δε μεταξύ ΝΒΑ και ελληνικού μπάσκετ είναι ακόμη μεγαλύτερη. Στα λημέρια μας το μπάσκετ είναι περισσότερο εγκεφαλικό, η ουσία φέρνει σε δεύτερη και τρίτη μοίρα το θέαμα αφού προέχει η νίκη και η τακτική παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Πρέπει πρώτα να αποδείξεις την αξία σου στην ομαδική λειτουργία μίας ομάδας και εν συνεχεία σε ατομικό επίπεδο, ενώ στο ΝΒΑ πρέπει να πείσεις πρώτα για τα αγωνιστικά και αθλητικά προσόντα προτού μάθεις να λειτουργείς ως μέρος ενός συνόλου.

Ασφαλώς μπορεί κανείς να βρει κι άλλους πολλούς λόγους που το αμερικάνικο όνειρο έχει γίνει εφιάλτης για τους Έλληνες καλαθοσφαιριστές. Οι ελπίδες δεν έχουν χαθεί και πλέον έχουν εναποτεθεί στον Σοφοκλή Σχορτσανίτη, που δείχνει πιο ώριμος από ποτέ αγωνιστικά, σωματικά και ψυχολογικά να ανταποκριθεί στο κάλεσμα των Κλίπερς. Ο Κώστας Κουφός παρά τις «κακουχίες» με τα... αγροτικά στο NBDL το παλεύει και ο Γιώργος Πρίντεζης με τον Νικ Καλάθη αργά ή γρήγορα θα κάνουν τη δική τους προσπάθεια. Ακόμη όμως κι αν αυτοί ή κάποιοι άλλοι μεταγενέστερα δεν τα καταφέρουν δεν πειράζει... Θα τους απολαμβάνουμε στην Ευρώπη, όπου κατά πολλούς παίζεται το αληθινό μπάσκετ, και θα αντιμετωπίζουμε πάντα το ΝΒΑ ως μία καλή ταινία επιστημονικής φαντασίας. Κάτι που μας εντυπωσιάζει, μας διασκεδάζει, αλλά παραμένει μακριά από τη δική μας πραγματικότητα.

Απορίες, σχόλια και παρατηρήσεις στο chrobolis@yahoo.com

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube