Η προσθήκη του Ρούντολφ Γκέργκελι στο ρόστερ του Παναθηναϊκού, θα προσδώσει σίγουρα ένα πράγμα. Ταχύτητα.
Κάτι, που ειδικά στην ενδεκάδα του «τριφυλλιού», απουσίαζε.
Και στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, το βασικότερο συστατικό της επιτυχίας είναι η… σβελτάδα.
Όχι πως από μόνη της η ταχύτητα ενός παίκτη μπορεί να λύσει τα όποια αγωνιστικά προβλήματα παρουσιάζει μέχρι στιγμής ο Παναθηναϊκός. Αλλά σίγουρα, θα βοηθήσει. Διότι και ο Τοτσέ και ο Πετρόπουλος, με γρήγορους αμυντικούς αντιμετώπιζαν πρόβλημα. Εξάλλου, πολλές ήταν οι φάσεις στα ευρωπαϊκά παιχνίδια που είτε ο Ισπανός είτε ο Έλληνας επιθετικός βρέθηκαν ένας με έναν με τον αντίπαλο στόπερ και δεν είχαν την δυνατότητα να πετάξουν την μπάλα μπροστά, προσπερνώντας τον προσωπικό τους αντίπαλο ώστε να βγουν φάτσα με το τέρμα.
Και δεν είναι μόνο η ταχύτητα του Ούγγρου επιθετικού το θετικό στοιχείο αυτής της μεταγραφής. Ο Γκέργκελι, μπορεί να αγωνιστεί με άνεση και στις τρεις θέσεις της επίθεσης. Χρησιμοποιεί καλά και τα δύο του πόδια, διεισδύει, ντριμπλάρει, σουτάρει… Επίσης, μπορεί να «κολλήσει» και σε άλλο σύστημα αφού η… κλασσική του θέση στο Καμπιονάτι ήταν να παίζει ως δεύτερος επιθετικός, περιφερειακά.
Ακόμη κάτι που ενδεχομένως να φανεί θετικό από την μεταγραφή αυτή, είναι η θέληση του Ούγγρου να πετύχει. Είναι δανεικός και η χρονιά που έρχεται είναι πολύ σημαντική για τον ίδιο που θέλει να αποδείξει πως αξίζει να αγωνίζεται στο ιταλικό πρωτάθλημα. Κι αυτό, είναι συστατικό που ζητούσαν διοικούντες και προπονητικό τιμ του Παναθηναϊκού όταν αποφασίστηκε πως η ομάδα θα πάει με χαμηλό μπάτζετ. Πως χρειάζονται ποδοσφαιριστές με κίνητρο, που πρέπει να αποδείξουν πως αξίζουν την ευρωπαϊκή καριέρα.
Τέλος, το γεγονός πως ο Γκέργκελι είναι ο παίκτης με τους περισσότερους κερδισμένους τίτλους από το ρόστερ του Παναθηναϊκού, μόνο θετικό μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο Ούγγρος έχει συνολικά 7 τίτλους, έναντι 6 του Μπουμσόνγκ, πράγμα, που αυτόματα τον κάνει περισσότερο νικητή αλλά και πιο διψασμένο συγκριτικά με άλλους ποδοσφαιριστές που τους λείπουν πρωταθλήματα και τίτλοι γενικότερα.
Επιμέλεια: Αλέξης Παπαχρήστος