Πολλά ενδιαφέροντα είχε να πει ο Φρανκ Ντεπέστελε, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό «Volleyball». O πασαδόρος του Ηρακλή και πολυτιμότερος παίκτης της Α1 βόλεϊ ανδρών, για την περίοδο 2006-07, μίλησε για την ζωή στην Ελλάδα, τον «Γηραιό», τον Αλέκο Λεώνη και το ελληνικό πρωτάθλημα.
Αναλυτικά η συνέντευξη
-Πώς αποφάσισες να μετακομίσεις στη Θεσσαλονίκη;
«Γνώριζα αρκετά πράγματα για τον Ηρακλή που είναι πολύ γνωστός στην Ευρώπη. Κάποιος από την ομάδα μίλησε με τον Ιταλό μάνατζέρ μου, αυτός μου το είπε και εγώ δεν χρειάστηκα πολύ χρόνο για να το σκεφτώ. Η απόφαση δεν ήταν δύσκολη. Ο Ηρακλής είναι από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές ομάδες και σε καμία περίπτωση, βέβαια, δεν το μετάνιωσα που ήρθα. Στην αρχή, σίγουρα, τα πράγματα ήταν λίγο δύσκολα, αφού έφυγα έπειτα από πολλά χρόνια από το Βέλγιο, αλλά στη συνέχεια όλα πήγαν καλά. Η Θεσσαλονίκη, άλλωστε, είναι μια υπέροχη πόλη και οι Έλληνες με αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή. Είναι όλοι πολύ καλοί».
- Φανταζόσουν, πέρυσι, όταν υπέγραφες στον Ηρακλή ότι η νέα ανανεωμένη ομάδα σου θα κατακτούσε το πρωτάθλημα και εσύ θα αναδεικνυόσουν MVP;
«Δεν θα έλεγα ότι το περίμενα. Στην αρχή της σεζόν δεν ήμασταν ομάδα και γι’ αυτό χάσαμε και το Σούπερ Καπ. Στη συνέχεια παίξαμε ομαδικά. Μετά τη διακοπή του πρωταθλήματος ξεκινήσαμε πολύ καλά και με τον καιρό αποκτούσαμε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση. Οι άλλοι μπορεί να είχαν Ντάντε, αλλά εμείς είμαστε αυτοί που το αξίζαμε. Το βραβείο του MVP δεν ανήκει μόνο σε εμένα, είναι προϊόν ομαδικής προσπάθειας. Αν δεν είχα τη βοήθεια των συμπαικτών μου δεν θα κέρδιζα τίποτα».
- Ο Ηρακλής τερμάτισε τρίτος στην κανονική περίοδο, ωστόσο βρήκε τον τρόπο να σπάσει τις έδρες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού και να κατακτήσει τον 3ο τίτλο της ιστορίας του. Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας;
«Νομίζω πως έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι δεν είχαμε άγχος στα πλέι οφ. Θαρρώ πως αιφνιδιάσαμε κιόλας τον ΠΑΟ, ο οποίος δεν έπαιξε σαν ομάδα. Στο τέλος είχαμε πολύ μεγάλη αυτοπεποίθηση και κατακτήσαμε το τρόπαιο. Στην αρχή κανείς δεν το περίμενε, αλλά στη συνέχεια όλοι αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε. Ίσως, ο Παναθηναϊκός να ικανοποιήθηκε μετά την κατάκτηση του κυπέλλου και να πίστεψε ότι θα ήταν εύκολο να πάρει και το πρωτάθλημα, αλλά να που δεν ήταν…».
- Αγχώθηκες όταν σου ανακοινώθηκε ότι θα καλύψεις το κενό του Αμερικανού Λόι Μπολ στο ρόστερ του «γηραιού»;
«Όχι, δεν ήμουν νευρικός. Σίγουρα ο Μπολ είναι ένα μεγάλο όνομα, προσέφερε πολλά και εγώ έπρεπε να αποδείξω ποιος είμαι, αλλά το είχα κάνει και στο Τσάμπιονς Λιγκ πριν έρθω στον Ηρακλή. Με βοήθησε πολύ και το γεγονός ότι όλη η ομάδα ήταν νέα, έτσι δεν ήταν τόσο δύσκολο για εμένα».
- Ύστερα από έναν χρόνο στην Ελλάδα πώς αξιολογείς το πρωτάθλημά μας;
«Είναι σε πολύ καλό επίπεδο και το κυριότερο, είναι ανταγωνιστικό. Έχει τρεις πολύ καλές ομάδες, που παλεύουν για τον τίτλο. Τον Ηρακλή, τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό. Εντάξει, δεν είναι σαν την Ιταλία με δέκα καλές ομάδες, αλλά και εδώ υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός. Εμείς, για παράδειγμα, χάσαμε εφέτος από κάποιους μικρούς αντιπάλους, όπως και ο Παναθηναϊκός που ηττήθηκε από τον ΠΑΟΚ. Νομίζω, επίσης, ότι μπορούν οι ελληνικές ομάδες να είναι ανταγωνιστικές κόντρα στις μεγάλες ευρωπαϊκές. Ειδικά, βέβαια, οι τρεις μεγάλοι σύλλογοι. Πιστεύω, μάλιστα, ότι είναι πιθανό μια ελληνική ομάδα να κερδίσει το Τσάμπιονς Λιγκ στα αμέσως επόμενα χρόνια. Ο Ηρακλής, ας πούμε, βρέθηκε πολύ κοντά δύο φορές. Εγώ, το θεωρώ πιθανό».
- Είναι κάτι που σου έκανε εντύπωση στο ελληνικό πρωτάθλημα;
«Οι οπαδοί! Οι φίλοι του Ηρακλή, αλλά και κάποιων άλλων ομάδων, μου έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση. Στον τελικό, οι οπαδοί μας ήταν απίστευτοι. Τι ατμόσφαιρα ήταν αυτή; Δεν έχω ξαναδεί κάτι ανάλογο στη ζωή μου και εννοείται, βέβαια, ότι στο Βέλγιο δεν υπάρχουν αυτά. Είναι εκπληκτικοί».
- Ξεχώρισες κάποιον παίκτη;
«Στο ελληνικό πρωτάθλημα αγωνίζονται αρκετοί πολύ καλοί παίκτες. Έχω ξεχωρίσει τον Κράβαρικ, ο οποίος είναι από τους καλύτερους με τους οποίους έχω παίξει ποτέ. Μπορεί να κάνει τα πάντα μέσα στο γήπεδο, είναι μεγάλος παίκτης. Από αντιπάλους θα πω τον Ντάντε, αν και υπάρχουν πολλά καλά ονόματα στην Ελλάδα. Ο Ντάντε είναι ένας πολύ μεγάλος βολεϊμπολίστας. Μου αρέσουν, όμως, πολλοί, όπως και ο Γκόμεζ».
- Σε αναγνωρίζουν στον δρόμο; Σε σταματούσαν πριν ή μετά τον τελικό, κι αν ναι, τι σου έλεγαν;
«Αρκετοί είναι αυτοί που με αναγνωρίζουν. Με σταματούσαν μετά τη νίκη μας και μου έδιναν συγχαρητήρια για το τρόπαιο. Παρότι δεν ξέρω καλά ελληνικά, καταλάβαινα τι ήθελαν να μου πουν και έβλεπα την αγάπη τους».
- Ποια είναι η γνώμη σου για τον Αλέκο Λεώνη που ανέλαβε Ομοσπονδιακός προπονητής; Μπορεί να βοηθήσει την Εθνική ομάδα να μπει στο δρόμο των επιτυχιών;
«Φυσικά και μπορεί. Έχει μεγάλο μερίδιο στην κατάκτηση του πρωταθλήματος. Παρά τις αποχωρήσεις σημαντικών παικτών και το γεγονός ότι έπρεπε να φτιάξει μια νέα ομάδα εφέτος, τα κατάφερε. Ναι, μεν, ξεκινήσαμε άσχημα τη σεζόν και λίγοι θα περίμεναν να την τελειώσουμε έτσι, στη συνέχεια, όμως, φτιάξαμε μια πολύ καλή ομάδα και σε αυτό ο προπονητής μας είχε καθοριστική συμβολή».
- Στον Ηρακλή έκανες νέους φίλους;
«Έκανα καλούς φίλους. Ο Νίλσον, για παράδειγμα, είναι ένας από τους καλύτερους φίλους μου. Καλή παρέα έκανα και με τους Δημητρακόπουλο, Κράβαρικ, Καλμαζίδη. Είμαστε όλοι σαν οικογένεια εδώ και όλα τα παιδιά τα θεωρώ φίλους».
- Η Ελλάδα φημίζεται για τον ήλιο και τα νησιά της. Έχεις επισκεφτεί κάποιο από αυτά; Που προγραμματίζεις να κάνεις διακοπές;
«Η χώρας σας είναι πολύ ωραία. Δεν είναι μόνο ο ήλιος και τα νησιά. Είναι οι άνθρωποι, ο τρόπος ζωής, όλα. Δεν έχω πάει σε πολλά μέρη. Πριν από εφτά χρόνια περίπου είχα επισκεφτεί την Εύβοια. Για διακοπές θα πάω στην Ιταλία. Θα μείνω για λίγες μέρες στη Νάπολι».
- Και εκεί υπάρχουν αρκετοί Έλληνες. Θα δεις ακόμη και ελληνόφωνα χωριά στην επαρχία της Νάπολι.
«Ναι; Ωραία, τότε δεν θα μου λείψετε… Εντάξει, για λίγες ημέρες θα πάω εκεί. Ελπίζω να τα δω αυτά και από κοντά. Να συναντήσω και εκεί Ελληνες και να ακούσω και στη Νάπολι ελληνική μουσική».
- Είπες για ελληνική μουσική. Μετά τον τίτλο, ξεφάντωσες στα μπουζούκια και συγκεκριμένα στον Αντώνη Ρέμο. Το ευχαριστήθηκες;
«Ήταν φανταστικά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που διασκέδασα στην Ελλάδα, αλλά σίγουρα η καλύτερη. Θα μου μείνει αξέχαστη αυτή η βραδιά. Το γλεντήσαμε μέχρι το πρωί. Χόρεψα ακόμη και belly dance (σ.σ. τσιφτετέλι)».
Επιμέλεια: Αλέξανδρος Κουλούρης