Ο παλαίμαχος πρώην διεθνής φόργουορντ έκανε τις πρώτες του δηλώσεις στην εκπομπή «Man to Man» της Stoiximan GBL, μετά την απόφασή του να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, μετά από 20 χρόνια σπουδαίας καριέρας. Πλέον, αναλαμβάνει ρόλο Sporting Director για την ομάδα το Αμαρουσίου, με τον ίδιο να είναι είναι έτοιμος να βοηθήσει με την πολυετή εμπειρία του.
Μέσα από την εκτενή του συνέντευξη αναφέρθηκε, στους λόγους που τον έκαναν να δώσει τέλος στην καριέρα του, για τον νέο του ρόλο, για την έλλειψη σουτέρ που μαστίζει το ελληνικό μπάσκετ, για τους Έλληνες παίκτες εν γένει, αλλά και τις αδικίες που έχει βιώσει ο ίδιος ως παίκτης.
Αναλυτικά όσα ανέφερε:
Για την απόφαση να βάλει τέλος στην καριέρα του ως παίκτης:
«Είναι αλήθεια πως είναι και δύσκολη και απελευθερωτική. Ακόμη δεν έχει «κάτσει» μέσα μου ότι δεν θα ξαναπαίξω. Όμως πήρα έναν νέο ρόλο που μου αρέσει και θέλω να ακολουθήσω. Να έχω νέο στόχο και να γίνομαι καλύτερος. Βρήκα μία νέα δίψα στο μπάσκετ. Είχα πολλές δεύτερες σκέψεις, αλλά δεν θα έκανα κάτι τόσο σημαντικό εν βρασμώ ψυχής».
Για και το νέο βήμα του:
«Θα είμαι ως Sports Director στο Μαρούσι. Θέλω να δώσω στους παίκτες όλες τις συνθήκες που δεν είχα εγώ και που αξίζει να έχει ο αθλητής, ώστε να τον κάνει καλύτερο και να νιώθει πως νοιάζονται για εκείνον. Είναι νέος ρόλος και πρέπει η ομάδα να οραματιστεί μαζί σου. Και ο ιδιοκτήτης, κ Στασινόπουλος και ο GM, Κώστας Κώτσης, άνθρωπος με δεκαετίες εμπειρίας και με ανοιχτό μυαλό κάνουν τη δουλειά μου καλύτερη».
Για το περιβάλλον του ελληνικού μπάσκετ και την έλλειψη σουτέρ:
«Δείχνει να αρχίζει μία «χρυσή» περίοδος για το ελληνικό μπάσκετ, γενικότερα. Στην καριέρα μου δεν έζησα να υπάρχουν τόσες δυνατές ομάδες. Είναι τεράστια ευκαιρία για τους παίκτες, επειδή έχει ακουστεί πολλές φορές ότι δεν υπάρχουν αρκετοί καλοί Έλληνες… Πλέον η Ελλάδα έχει και σουτέρ. Το στυλ μας πάντα ήταν να πάμε στο σίγουρο, το δίποντο, με τους σταρ Σπανούλη, Παπαλουκά, Ζήση, Διαμαντίδη, πιο παλιά τον Γκάλη, πατούσαν πιο πολύ στο “ζωγραφιστό”. Απλώς ήταν συγκυρία της εποχής. Τώρα θα έπαιζαν κι εκείνοι με διαφορετικό και πάλι dominate τρόπο».
Για το αν υπάρχουν καλοί Έλληνες παίκτες:
«Έχει διογκωθεί λίγο αυτό. Εν μέρει ίσως είναι αλήθεια, όμως, πρέπει να πάρουν ευκαιρίες όσοι έρχονται από πίσω. Κι εμείς έτσι πήραμε ευκαιρίες. Αν δεν υπήρχαν τα παράθυρα των Εθνικών, πόσοι από εμάς θα έμπαιναν σε pool παικτών ώστε να μπορούν να παίξουν στα μεγάλα τουρνουά;».
Για το τι θα του λείψει από το παιχνίδι:
«Θα μου λείψουν τα αποδυτήρια. Είναι ιερός χώρος. Είναι πάρα πολύ ωραίο το δέσιμο με τους συμπαίκτες… Η αδρεναλίνη και το περίεργο συναίσθημα σαν κόμπος στο στομάχι όταν μπαίνεις να παίξεις. Θα μου λείψει ένα εύστοχο σουτ στο τέλος, αλλά εκτός έδρας, ώστε να σιγούν όλοι! Στη ζωή δεν νομίζω ότι θα ζήσω τόσο extreme συναισθήματα όσο στο μπάσκετ. Για να κάνεις αυτή τη δουλειά πρέπει να είσαι… αρρωστημένα ανταγωνιστικός».
Για τις αδικίες στην πορεία του:
«Άπειρες βραδιές έχασα τον ύπνο μου. Δεν μετριούνται. Έχω περάσει σεζόν, νωρίς στην καριέρα μου, στην οποία ήθελα να σταματήσω και σιχαινόμουν το μπάσκετ! Περίεργο συναίσθημα και δεν ήθελα να παίζω, επειδή είχα ανθρώπους που ήταν εχθρικοί απέναντί μου, και χωρίς λόγο. Αλλά προσαρμόζεσαι και γίνεται το δέρμα σου πιο σκληρό. Δεν επωφελήθηκα από, γιατί αν είχα διαφορετική αντιμετώπιση ίσως άλλαζε η καριέρα μου. Παρόλα αυτά δεν θα πίστευα όσα έκανα, έστω και αυτά τα λίγα».