Αγαπητέ Κριστιάνο,
Υπάρχουν ιστορίες που δεν ξέρεις πώς ξεκίνησαν, ξέρεις όμως ότι δεν θέλεις να τελειώσουν ποτέ. Η δική μου ιστορία μαζί σου είναι μία από αυτές. Τώρα που ένα μεγάλο της κεφάλαιο έφτασε στο τέλος του, αισθάνομαι την ανάγκη να σου πω όσα πιθανότατα δεν θα μπορέσω ποτέ να σου μεταφέρω από κοντά.
Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε αυτή η αγάπη μου για εσένα. Βλέπεις, δεν είμαι Πορτογάλος. Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω καταφέρει ακόμη να ταξιδέψω εκεί. Είμαι από την Ελλάδα. Ξέρεις, εκείνη τη χώρα απέναντι στην οποία έβαλες το πρώτο σου γκολ με την εθνική ομάδα. Α, κι εκείνη τη χώρα από την οποία έχασες στον τελικό του 2004 εντός έδρας, χαρίζοντας το πιο iconic κλάμα αθλητή όλων των εποχών.
Κι όμως, χωρίς να με συνδέει κάτι με την πατρίδα σου, ούτε με τις ομάδες που έπαιξες, αν μπεις στο δωμάτιό μου (πού τέτοια τύχη) θα βρεις ένα κασκόλ της εθνικής Πορτογαλίας με το όνομά σου και μία φανέλα της Ρεάλ με το αγαπημένο σου νούμερο «7». Θέλω λοιπόν να σου μιλήσω ως ένας άνθρωπος που μέσα από εσένα έζησε συναισθήματα, βίωσε τα παιδικά, εφηβικά και φοιτητικά του χρόνια, δημιούργησε αναμνήσεις και αγάπησε μία χώρα που δεν ήταν ποτέ η δική του.
Πολλές από τις στιγμές της καριέρας σου τις βίωσα τόσο έντονα, που τις αισθάνομαι σαν τραγούδια που με μεταφέρουν ακριβώς στο σημείο που τα άκουσα για πρώτη φορά. Θυμάμαι το σπίτι φίλου που βρισκόμουν όταν το 2012 σκόραρες στο clasico και έκανες τη χειρονομία «calma» στο «Καμπ Νου». Θυμάμαι τη μάζωξη με συμμαθητές μου και πίτσες όταν σήκωσες το πρώτο σου Champions League με τη Ρεάλ το 2014. Και φυσικά, θυμάμαι το γειτονικό σουβλατζίδικο στο οποίο σε παρακολούθησα να κατακτάς το Euro του 2016 με την Πορτογαλία, χαρίζοντας το δεύτερο πιο iconic κλάμα αθλητή όλων των εποχών, αυτή τη φορά όμως χαράς και όχι λύπης.
Θα ήθελα να μείνω λίγο σε αυτό το τελευταίο γεγονός. Άλλωστε, έχεις παραδεχθεί και ο ίδιος ότι αποτελεί τη σπουδαιότερη στιγμή της καριέρας σου. Και να μην το παραδεχόσουν, βέβαια, το καταλάβαμε όλοι από το πώς αντέδρασες όταν ακούστηκε το σφύριγμα της λήξης στην παράταση. Πολλοί από τους «εχθρούς» σου έχουν επιχειρήσει να μειώσουν αυτό το κατόρθωμα επειδή δεν έπαιξες στον τελικό. Νομίζω πως όλοι ξέρουν, όμως, ότι η Πορτογαλία δεν θα είχε φτάσει ούτε καν κοντά σε τρόπαιο, αν δεν υπήρχες. Κι εγώ σίγουρα ξέρω πόσο σε πόνεσε που τραυματίστηκες σε εκείνο το ματς και που ο ήρωας του αγώνα δεν ήσουν εσύ, αλλά… κάποιος Έντερ.
Αυτή τη βραδιά τη θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, καθότι ήμουν ο μοναδικός από την τότε παρέα μου που υποστήριζε την Πορτογαλία. Δεν μιλάμε, όμως, για απλή συμπάθεια. Εκείνο το βράδυ, ένα παιδί από την Αθήνα ένιωσε σαν ένα παιδί από τη… Λισαβόνα ή το Πόρτο. Πανηγύρισε μαζί σου, συγκινήθηκε μαζί σου και σε είδε να «σπας» με έναν τρόπο τόσο αυθεντικό και τόσο αντίθετο με τη μάλλον ναρκισσιστική εικόνα που επέλεγες να προωθείς σχεδόν σε όλη σου την καριέρα.
Mόλις 17 χρονών ήμουν όταν πέτυχες για πρώτη φορά με την εθνική σου ομάδα (και τη δεύτερη δική μου). Έκτοτε, έδωσα πανελλαδικές, έγινα φοιτητής, γνώρισα καινούργιους ανθρώπους, χάθηκα με παλιούς, έπιασα δουλειά και όλα τα συναφή της ενηλικίωσης. Ξέρεις τι δεν άλλαξε ποτέ όμως; Η αγάπη μου για εσένα. Η ανάγκη μου να βλέπω (ανησυχητικά συχνά) βίντεο με τα γκολ σου και να θυμάμαι ποιος ήμουν όταν τα έβαζες. Και η επιθυμία μου να σε βλέπω να πετυχαίνεις και να τσακώνομαι με όποιον τα βάζει μαζί σου ή σε μειώνει. Με έναν περίεργο τρόπο, κοιτάζοντας τα διάφορα στάδια της καριέρας σου, νιώθω λες και διαβάζω ένα ημερολόγιο της δικής μου ζωής.
Φυσικά, όπως συμβαίνει σε κάθε σχέση ζωής, υπήρξαν και οι στιγμές που με πλήγωσες. Δυσκολεύτηκα να χωνέψω την απόφασή σου να συνεχίσεις την καριέρα σου στη Σαουδική Αραβία. Εσύ, ο άνθρωπος που έμοιαζε να μην μπορεί να αποχωριστεί ποτέ τα φώτα της δημοσιότητας, να επιλέξεις έναν δρόμο που, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, έμοιαζε περισσότερο με έναν επίλογο παρά με τη συνέχεια της καριέρας που είχα συνηθίσει να θαυμάζω.
Με στενοχώρησε, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο επέλεξες να διαχειριστείς το τελευταίο κομμάτι της ποδοσφαιρικής σου διαδρομής. Η διαρκής ανάγκη να αποδείξεις ότι μπορείς ακόμη να σταθείς δίπλα στον Μέσι, να συνεχίσεις μια σύγκριση που, προσωπικά, θεωρώ πως δεν χρειαζόταν να σε απασχολεί πια. Δεν ήσουν ποτέ ο Μέσι, όπως κι εκείνος δεν ήταν ποτέ εσύ. Και δεν υπήρχε κανένας λόγος να είσαι.
Γιατί, ξέρεις κάτι; Είχες ήδη καταφέρει κάτι πολύ μεγαλύτερο από οποιαδήποτε σύγκριση. Είχες γίνει είδωλο ενός παιδιού από την Αθήνα και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Είχες γράψει τη δική σου ιστορία, είχες κατακτήσει όσα ονειρεύονται οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές και είχες αφήσει ένα αποτύπωμα που δεν χρειαζόταν καμία επιβεβαίωση. Και θα ήθελα πολύ να είχες συμφιλιωθεί με αυτή την ιδέα. Να είχες καταλάβει ότι δεν χρειαζόταν να αποδείξεις τίποτα περισσότερο. Ήσουν ήδη αρκετός.
Καμία αγάπη, όμως, δεν υπάρχει χωρίς ενστάσεις. Και παρά τις διαφωνίες μου μαζί σου, παρά τις στιγμές που με απογοήτευσες, τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να αλλάξει όσα σημαίνεις για μένα. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, όταν σκέφτομαι εσένα, δεν μου έρχονται πρώτα στο μυαλό οι τελευταίες σου επιλογές ή οι ποδοσφαιρικές σου αντιπαραθέσεις. Μου έρχονται όλα εκείνα τα χρόνια. Τα γκολ που πανηγύρισα με «SIU», οι βραδιές που πέρασα μπροστά από μια τηλεόραση, οι άνθρωποι με τους οποίους μοιράστηκα τις στιγμές σου και, πάνω απ' όλα, ο νεότερος εαυτός μου. Και κάπως έτσι συνειδητοποιώ ότι δεν αποχαιρετώ απλώς έναν ποδοσφαιριστή. Αποχαιρετώ ένα κομμάτι της δικής μου ζωής. Έναν άνθρωπο που, χωρίς να το γνωρίζει, υπήρξε παρών σε τόσες διαφορετικές εκδοχές μου. Κι έναν άνθρωπο που μπήκε στη ζωή μου όταν μόλις είχα γίνει μαθητής και με συνόδευσε μέχρι που έγινα εργαζόμενος ενήλικας. Πόσο συχνές είναι άραγε τέτοιες σχέσης ζωής;
Και ξέρεις κάτι, Κριστιάνο; Δεν θεωρώ ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που θα μιλήσουμε για τα κατορθώματά σου. Η καριέρα σου συνεχίζεται και είμαι βέβαιος ότι θα φτάσεις τα 1.000 γκολ, όπως είμαι βέβαιος ότι εκείνη τη μέρα θα… πρήξω όλους τους haters σου. Άλλωστε, δεν θα ήσουν εσύ αν σταματούσες να κυνηγάς το επόμενο όριο. Υπάρχει, όμως, ένα γκολ που δεν θα καταγραφεί ποτέ σε καμία στατιστική υπηρεσία. Δεν θα συμπεριληφθεί σε κάποια συλλογή με τα καλύτερα τέρματα της καριέρας σου, ούτε θα αποτελέσει μέρος κάποιου ιστορικού ρεκόρ. Είναι, όμως, ίσως το σημαντικότερο γκολ που έχεις πετύχει. Είναι το γκολ που έβαλες στη ζωή ενός παιδιού από την Αθήνα. Το γκολ που σε έκανε κομμάτι της καθημερινότητάς του, των αναμνήσεών του και τελικά της ίδιας του της διαδρομής.
Και κάπου εδώ βρίσκεται, νομίζω, όλη η μαγεία του αθλητισμού. Στο ότι ένας άνθρωπος μπορεί να μην γνωρίσει ποτέ προσωπικά έναν άλλον, να μη μάθει καν την ύπαρξή του, κι όμως να καταφέρει να επηρεάσει τη ζωή του με τρόπους που δύσκολα περιγράφονται. Δεν ξέρω αν θα διαβάσεις ποτέ αυτές τις γραμμές. Δεν ξέρω καν αν θα μπορούσα να σου εξηγήσω από κοντά όλα όσα προσπάθησα να χωρέσω σε αυτό το γράμμα. Ξέρω μόνο ότι, όταν κάποτε θα ανατρέχω σε όλα αυτά τα χρόνια, ένα μεγάλο μέρος των αναμνήσεών μου θα έχει το πρόσωπό σου. Σε ευχαριστώ, Κριστιάνο. Για τα γκολ, τις συγκινήσεις, τις χαρές, τα δάκρυα και, κυρίως, για όλα εκείνα που δεν θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς ότι μου χάρισες. Obrigado por tudo.
Για πάντα, ένας φίλαθλος από την Αθήνα.