Μπορεί να μετρά σύντομη παρουσία στη Euroleague, καθώς μόλις μπήκε στην τρίτη της σεζόν, ωστόσο η Παρί μέχρι πρότινος κατείχε ένα πολύ ιδιαίτερο επίτευγμα, καθώς μετρούσε δύο «διπλά» σε ισάριθμα παιχνίδια στο Telekom Center. Μόνο μία φορά συνολικά (σε 4 αγώνες) είχε καταφέρει ο Παναθηναϊκός να επικρατήσει κόντρα στην ομάδα της γαλλικής πρωτεύουσας, μέχρι το βράδυ της φετινής πρεμιέρας.
Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο, καθώς οι «πράσινοι» των δύο προηγούμενων σεζόν επέμεναν να παίζουν το παιχνίδι στον ρυθμό της Παρί και να αποδείξουν ότι μπορούν να την κερδίσουν και στο δικό της μπάσκετ. Ακόμη και το ματς που κέρδισε ο Παναθηναϊκός στο Παρίσι την περασμένη αγωνιστική περίοδο, ήταν ένα παιχνίδι με πολύ υψηλό σκορ (95-101), στο οποίο το «τριφύλλι» ευτύχησε να βρει τις επιθετικές λύσεις που χρειαζόταν για το ροζ φύλλο.
Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, από την πλευρά του, δεν είχε καμία θέληση να δοκιμάσει την ομάδα του στο φρενήρες παιχνίδι της Παρί. Ο Παναθηναϊκός μπήκε από νωρίς έχοντας στο μυαλό του να περιορίσει τα ατού των φιλοξενούμενων, κάτι το οποίο έδειξε από νωρίς. Η πρώτη περίοδος ολοκληρώθηκε με τους «πράσινους» να έχουν προβάδισμα 17-3 στα συνολικά ριμπάουντ και τους Γάλλους να μένουν στις μηδέν ανανεωμένες κατοχές. Το πρώτο σημαντικό «όπλο» της Παρί, τα επιθετικά ριμπάουντ, εξουδετερώθηκε.
Ταυτόχρονα, οι επιστροφές των παικτών του Ομπράντοβιτς λειτουργούσαν στην εντέλεια. Οι Παριζιάνοι δεν έβρισκαν τις κλασικές επιθέσεις αμέσως μετά από καλάθι που δέχονταν, ενώ κάθε τους απόπειρα να ανεβάσουν τον ρυθμό έπεφτε στο κενό, αφού οι πράσινες φανέλες βρίσκονταν πάντα γρήγορα στη θέση τους έτσι ώστε να αποτρέψουν κάποιο εύκολο σουτ. Η εστίαση πάνω στον Ναντίρ Ιφί υποχρέωσε τον Γάλλο σε μία πολύ κακή βραδιά, ενώ τα.... ελικόπτερα του Παναθηναϊκού φρόντιζαν να υψώνουν χέρι σε κάθε σουτ, να δίνουν σωστές βοήθειες, να εκτελούν τις περιστροφές σχεδόν στην εντέλεια και να κρύβουν σε κάθε ευκαιρία το καλάθι (8 τάπες) για τους απεγνωσμένους παίκτες της Παρί.
Αυτή η αμυντική συνέπεια αρκούσε για να πάρει το «τριφύλλι» την πρώτη του νίκη στη σεζόν, καθώς οι Παριζιάνοι δεν μπορούν να κερδίσουν κανέναν αν δεν ανεβάσουν ψηλά τον ρυθμό και τον δείκτη του σκορ. Στην επίθεση, ακόμη και αν δυσκολεύτηκαν αρκετά δημιουργικά (15 ασίστ για 17 λάθη) και εκτελεστικά (10/29 τρίποντα), οι «πράσινοι» έπιασαν μία αξιόλογη επίδοση 91 πόντων, εστιάζοντας στην ομαδική λειτουργία (5 διψήφιοι σκόρερ).
Οι παίκτες του Παναθηναϊκού διάβαζαν τα μις ματς των Γκερσόν Γιαμπουσέλε και Ματίας Λεσόρ, έτρεξαν στο τρανζίσιον όποτε είχαν την ευκαιρία (18-16 υπέρ τους οι πόντοι στον αιφνιδιασμό), ανανέωσαν 15 κατοχές (22 πόντοι δεύτερης ευκαιρίας) και στηρίχτηκαν στο ασύλληπτο ατομικό ταλέντο του Σιλβέν Φρανσίσκο όποτε χρειάστηκε. Και όλα αυτά χωρίς μερικούς από τους πιο σημαντικούς επιθετικά παίκτες τους, τον Κέντρικ Ναν, τον Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις, τον Κώστα Σλούκα και τον Νίκο Ρογκαβόπουλο.
Σε ατομικό επίπεδο, τον τίτλο του ΜVP κερδίζει επάξια ο Ματίας Λεσόρ. Ο Γάλλος σέντερ πήρε τον χρόνο του μετά από μία δύσκολη επιστροφή πέρυσι και φέτος μοιάζει να έχει βρει για τα καλά τον εαυτό του. 15 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 3 τάπες και 9 κερδισμένα φάουλ μέτρησε ο... αγριεμένος ψηλός του Παναθηναϊκού, ο οποίος έπαιξε το καλύτερο μπάσκετ της καριέρας του με προπονητή τον Ομπράντοβιτς στην Παρτίζαν και φαίνεται διατεθειμένος να το κάνει ξανά.
Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι η παρουσία του Γκερσόν Γιαμπουσέλε, ακόμη και όταν δεν παίζουν μαζί, απελευθερώνει τον Λεσόρ, που δεν αισθάνεται πλέον... μοναδικός εκπρόσωπος της «πράσινης» φροντ λάιν. Ο πρώην NBAer και πρωταθλητής Ευρώπης με τη Ρεάλ Μαδρίτης ανέβασε για τα καλά «στροφές» στο δεύτερο ημίχρονο και έδειξε τα φοβερά χαρακτηριστικά που μπορεί να προσφέρει. Πρόκειται άλλωστε για σπουδαία περίπτωση ένας παίκτης που με αυτό το κορμί μπορεί να βάλει την μπάλα κάτω, να κάνει «μπούκες» με πρόσωπο στο καλάθι και να εκτελέσει με αποτελεσματικότητα από μακριά.
Θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε τον τρίτο Γάλλο του Παναθηναϊκού, τον Σιλβέν Φρανσίσκο. Ο βραχύσωμος γκαρντ έχει φοβερή ικανότητα στο ένας εναντίον ενός και η ταχύτητά του τον καθιστά τρομερά δύσκολο αντίπαλο, ειδικά αν μένει με τον ψηλό της αντίπαλης ομάδας. Ακόμη και αν μερικές φορές υπερβάλλει κάνοντας το εξεζητημένο, ο διεθνής περιφερειακός είναι απαραίτητος, καθώς η καλή κυκλοφορία μπάλας δεν μπορεί πάντοτε να λειτουργεί και χρειάζεται να υπάρχει ένας παίκτης που να μπορεί να βγάλει το «φίδι από την τρύπα».
Από εκεί και πέρα, άξιοι αναφοράς είναι ο Λευτέρης Μαντζούκας, που έδωσε συνέχεια στις υποσχέσεις που άφησε στα φιλικά και έπαιξε βασικός, με τον Ομπράντοβιτς να δείχνει να τον εμπιστεύεται και να σχεδιάζει plays έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί το «φαρμακερό» μακρινό του σουτ, ο Ντίνος Μήτογλου, που έδειξε μία «σπίθα» που μάλλον είχε χάσει επί Αταμάν, και ο Παναγιώτης Καλαϊτζάκης, που υπηρέτησε άψογα τον ρόλο του... ενοχλητικού στην περιφέρεια και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο έπαιξε σχεδόν 20 λεπτά.
Από το πρώτο παιχνίδι, επομένως, ο Παναθηναϊκός έδειξε ποια κατεύθυνση στοχεύει να πάρει: ενδελεχής μελέτη των δυνατοτήτων και των αδυναμιών του αντιπάλου, ομαδικότητα και στις δύο πλευρές του παρκέ, σωστό μπάσκετ με ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό ταλέντο και τη συλλογική λειτουργία, διάβασμα των μις ματς και αυτοθυσία για κάθε κατοχή. Το αν αυτά τα στοιχεία θα αρκέσουν με αντιπάλους υψηλότερης ποιότητας και το αν θα αλλοιωθούν με τις επιστροφές παικτών είναι ερωτήματα για τη συνέχεια της σεζόν. Για την ώρα, αυτό που μετράει είναι ότι το «τριφύλλι» ενθουσίασε τον κόσμο του, όχι μόνο μέσω της νοσταλγίας για την επιστροφή Ομπράντοβιτς, Διαμαντίδη, Μπατίστ και λοιπών, αλλά και μέσω του μπάσκετ του.