Πριν καλά καλά... στεγνώσουν οι σαμπάνιες από τους εορτασμούς για την αλλαγή του χρόνου, Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός έρχονται αντιμέτωποι στο «Telekom Center Athens» (02/01, 21:15) για την Ευρωλίγκα, στην πρώτη τους ευρωπαϊκή συνάντηση της τρέχουσας σεζόν.
Μιας και η συγκεκριμένη αναμέτρηση σηματοδοτεί ουσιαστικά το τέλος του πρώτου γύρου της διοργάνωσης, υπάρχει πλέον ένα ισχυρό δείγμα γραφής έτσι ώστε να συγκρίνουμε αυτά που κάνουν και αυτά που δεν κάνουν σωστά οι δύο «αιώνιοι» μέχρι στιγμής, λίγο πριν «μονομαχήσουν» στο glass floor.
Tο αγωνιστικό προφίλ
Παρόλο που ο Εργκίν Αταμάν και ο Γιώργος Μπαρτζώκας είναι δύο προπονητές εντελώς διαφορετικής φιλοσοφίας τόσο στο μπάσκετ που θέλουν να παίζουν οι ομάδες τους όσο και στον τρόπο κοουτσαρίσματος, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός φέτος παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες στα θετικά αλλά και τα αρνητικά τους στοιχεία. Η βασική από αυτές είναι η ανισορροπία μεταξύ άμυνας και επίθεσης, με τους δύο «αιώνιους» να μην έχουν καταφέρει να χτίσουν σταθερότητα και στις δύο πλευρές του παρκέ, παρουσιάζοντας κυρίως εκλάμψεις two-way παιχνιδιού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παναθηναϊκός είναι η πέμπτη επίθεση της Euroleague με 119.8 πόντους ανά 100 κατοχές, αλλά η ένατη άμυνα με παθητικό 115.9 πόντων ανά 100 κατοχές. Από την άλλη πλευρά, ο Ολυμπιακός διαθέτει την καλύτερη επιθετική παραγωγή με 122.2 πόντους ανά 100 κατοχές, ωστόσο είναι 11ος στην άμυνα, δεχόμενος 116.9 πόντους ανά 100 κατοχές. Αυτά τα νούμερα αναδεικνύουν ότι και οι δύο ομάδες είναι επιθετικοκεντρικές, όμως μοιράζονται την κοινή αδυναμία να αμυνθούν με σταθερότητα. Κι αν αυτό είναι κάτι συνηθισμένο για μία ομάδα του Εργκίν Αταμάν, για τους «ερυθρόλευκους» του Γιώργου Μπαρτζώκα, που παραδοσιακά στηρίζονται πρωτίστως στην σκληράδα στα μετόπισθεν, η μεταστροφή αυτή είναι εντυπωσιακή, έχει όμως ξεκάθαρες εξηγήσεις.
Πρώτη και βασική είναι η απουσία του Μουσταφά Φαλ, που αφαίρεσε από τον Ολυμπιακό τον βασικό του αμυντικό πυλώνα. Εκτός αυτού, η κατακόρυφη αγωνιστική άνοδος του Τάιλερ Ντόρσεϊ σε συνδυασμό με την ανάγκη να παίρνει μεγάλο χρόνο συμμετοχής ένας παίκτης του διαμετρήματος του Εβάν Φουρνιέ, έχει οδηγήσει στην ύπαρξη πολλών σχημάτων και με τους δύο προαναφερθέντες, τα οποία γίνονται στόχος για την αντίπαλη επίθεση. Ειδικά αν στην εξίσωση υπάρχει ο ελλιπής αμυντικά Σάσα Βεζένκοφ, αλλά και ο Νίκολα Μιλουτίνοφ, που είναι τίμιος αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν «σκιάχτρο» όπως ο «Μους». Αν μέσα σε αυτά προστεθεί η πτώση των λεπτών του Κώστα Παπανικολάου, αλλά και η απουσία του εκπληκτικού Τάισον Γουόρντ τις τελευταίες αγωνιστικές, γίνεται κατανοητό ότι τα αμυντικά ελλείμματα του Ολυμπιακού έχουν πολλές εξηγήσεις.
Για τον Παναθηναϊκό η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη. Το ρόστερ των «πράσινων» παρουσιάζει δομικές αδυναμίες όσον αφορά στα μετόπισθεν, ειδικά στην περιφέρεια. Η προσθήκη του Τι Τζέι Σορτς, που υστερεί σωματικά απέναντι σε κάθε αντίπαλό του, δίπλα σε ούτως ή άλλως αδύναμους αμυντικούς όπως ο Κώστας Σλούκας και ο Κέντρικ Ναν, καθιστά πολύ ευάλωτη την «πράσινη» πρώτη γραμμή άμυνας, με τον Τζέριαν Γκραντ να καλείται να μαζέψει τα... ασυμμάζευτα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντίπαλοι του «τριφυλλιού» μοιράζουν 19,1 ασίστ κατά μέσο όρο, νούμερο που είναι το 6ο χειρότερο σε ολόκληρη τη διοργάνωση, ενώ πετυχαίνουν το 62,3% των πόντων τους από τελική πάσα, ποσοστό που ανήκει επίσης στο κάτω μισό της Euroleague.
Φυσικά, θα ήταν άδικο να μη σταθούμε και σε αυτά που κάνουν πολύ καλά οι δύο ελληνικές ομάδες. Τόσο ο Παναθηναϊκός όσο και ο Ολυμπιακός έχουν εξαιρετικά λειτουργικές επιθέσεις, με τη δυνατότητα να βρουν σκορ από πολλούς διαφορετικούς παίκτες και από όλες τις θέσεις. Ακόμη και αν μέχρι στιγμής δεν τους έχει βγει το μακρινό σουτ (34,9%) παρόλο που διαθέτουν εξαιρετικούς εκτελεστές, οι «πράσινοι» πετυχαίνουν σχεδόν 88 πόντους κατά μέσο όρο, ενώ έχουν επωφεληθεί πάρα πολύ από την ύπαρξη σπουδαίων οργανωτών όπως ο Κώστας Σλούκας και ο Τι Τζέι Σορτς, με αποτέλεσμα να βρίσκονται πολύ χαμηλά στα λάθη και να διαθέτουν τη δεύτερη καλύτερη επίδοση στην αναλογία ασίστ/λαθών (1.8, πίσω μόνο από τη Μονακό).
Από την άλλη πλευρά, ο Ολυμπιακός βάζει μεν οριακά λιγότερους πόντους (88.5 πόντους) από τον Παναθηναϊκό, όμως παίζει σε χαμηλότερο ρυθμό από το «τριφύλλι», κάτι που σημαίνει ότι η επίθεσή του είναι πιο αποτελεσματική αν μετρηθεί σε κοινό αριθμό κατοχών. Όπως συνηθίζουν επί Γιώργου Μπαρτζώκα, οι «ερυθρόλευκοι» είναι πολύ ψηλά στο ποσοστό πόντων που έρχεται από ασίστ (65.9%, πίσω μόνο από τη Βίρτους), ενώ είναι τέταρτοι στο eFG%, το ειδικό ποσοστό που λαμβάνει υπόψιν δίποντα και τρίποντα, αλλά και τη μεγαλύτερη αξία των τελευταίων. Τέλος, οι Πειραιώτες είναι δεύτεροι πίσω από την Παρί σε ποσοστό επιθετικών ριμπάουντ (36.9%), εκμεταλλευόμενοι την τρομερή δυνατότητα των Νίκολα Μιλουτίνοφ, Ντόντα Χολ και Σάσα Βεζένκοφ σε αυτό το κομμάτι, ενώ πηγαίνουν στη γραμμή των βολών με τη δεύτερη μεγαλύτερη συχνότητα σε όλη τη Euroleague, πίσω μόνο από την Dubai BC, βρίσκοντας με αυτόν τον τρόπο εύκολους πόντους.
Το... ψυχολογικό προφίλ
Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, αγωνιστικά οι δύο ομάδες έχουν εντελώς ξεχωριστή φιλοσοφία, αλλά τα προβλήματά τους ξεκινούν από κοινή βάση. Η μεγάλη αντίθεση μεταξύ τους έρχεται στο ψυχολογικό κομμάτι, κάτι που εξηγεί εν πολλοίς γιατί το κλίμα που περιβάλλει τους δύο «αιώνιους» είναι τόσο διαφορετικό, ενώ τα νούμερα και τα ρεκόρ τους είναι πάρα πολύ κοντινά.
Πράγματι, στον Παναθηναϊκό υπάρχει μία γενικότερη θετικότητα πως η ομάδα θα βρει την άκρη της. Λίγο η ηρεμία που προκύπτει από τις επιτυχίες του 2024, λίγο οι πειστικές εμφανίσεις στα «μεγάλα ραντεβού» και λίγο η φιλοξενία του Final Four εντός έδρας, έχουν δημιουργήσει μία αύρα αισιοδοξίας, που βοηθάει το σύνολο του Εργκίν Αταμάν να ξεπερνάει τους όποιους κραδασμούς προκύπτουν, χωρίς ποτέ αυτοί να οδηγούν σε εσωστρέφεια. Η στήριξη από τον κόσμο στον προπονητή και τους παίκτες που έφεραν το έβδομο ευρωπαϊκό τρόπαιο είναι δεδομένη και ακλόνητη, όπως και η συσπείρωση μεταξύ φιλάθλων, διοίκησης και ομάδας.
Στον Ολυμπιακό η κατάσταση είναι διαφορετική. Οι συνεχόμενες αποτυχίες στα προηγούμενα Final Four (σε συνδυασμό με την εμφατική επιστροφή του «αιώνιου» αντιπάλου) έχουν φέρει στον σύλλογο ένα κλίμα πίεσης, το οποίο πολλές φορές γίνεται αφόρητο. Οι κακές βραδιές δεν είναι τόσο εύκολα διαχειρίσιμες στο Φάληρο, αφού τις περισσότερες φορές οδηγούν σε «γκρίνια», αμφισβήτηση στο πρόσωπο του προπονητή και των παικτών, αλλά και εσωστρέφεια. Το «πρέπει» που υπάρχει πάνω από το κεφάλι των «ερυθρόλευκων» γίνεται συχνά βαρύ και ασήκωτο. Είναι χαρακτηριστικό ακόμη και στα πρόσωπα των περισσότερων παικτών, που σπάνια δείχνουν να διασκεδάζουν πραγματικά το παιχνίδι, ακόμη και σε καλές εμφανίσεις.
Η αντίθεση αυτή στην ψυχοσύνθεση των δύο αντιπάλων είναι που καθιστά και τόσο σημαντικό το συγκεκριμένο ντέρμπι, παρόλο που η Euroleague βρίσκεται ακόμη στου δρόμου τα μισά. Πέρα από το βαθμολογικό διακύβευμα, το πνευματικό είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ο Παναθηναϊκός γνωρίζει πως μία πιθανή νίκη θα σπάσει το αρνητικό σερί του στα ευρωπαϊκά παιχνίδια με τους «ερυθρόλευκους», θα τονώσει την ήδη ανεβασμένη ψυχολογία του και θα φέρει τον «αιώνιο» αντίπαλο σε ακόμη μεγαλύτερη εσωστρέφεια. Από την άλλη, για τον Ολυμπιακό το ντέρμπι αυτό είναι μία μεγάλη ευκαιρία να επαναφέρει τη θετικότητα στις τάξεις του, καθώς με μια νίκη στην έδρα του Παναθηναϊκού μπορεί να αλλάξει άρδην το κλίμα, να επαναφέρει τη χαμένη αυτοπεποίθηση στο εσωτερικό της ομάδας και να ξαναζεστάνει τον ενθουσιασμό του κόσμου του.
Σε ένα ντέρμπι όπου οι αριθμοί λένε πολλά αλλά η ψυχολογία ακόμη περισσότερα, το αποτέλεσμα στο Telekom Center Athens μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για το κλίμα με το οποίο οι δύο «αιώνιοι» θα πορευτούν στη συνέχεια της Euroleague. ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube