Ο εμβληματικός Γάλλος Ζιστ Φοντέν σβήνει σήμερα τα ογδοηκοστά έκτα κεράκια από την τούρτα γενεθλίων του και εμείς αποτίνουμε φόρο τιμής στον άνθρωπο για τον οποίο ένας δημοσιογράφος το 1958 είχε πει «το μοναδικό πράγμα που πρέπει να κάνει για να σκοράρει είναι να στέκεται όρθιος».

Γεννήθηκε και γαλουχήθηκε ποδοσφαιρικά στο Μαρόκο. Έκανε τα πρώτα του βήματα αγωνιζόμενος τρία χρόνια στην ερασιτεχνική ομάδα USM Καζαμπλάνκα όπου και φανέρωσε ψήγματα του ταλέντου του.

Μετρώντας 62 γκολ σε μόλις 48 παρουσίες έπεισε την Νις να τον κάνει δικό της το 1963 καθώς οι ιθύνοντές της αναγνώρισαν τις ευοίωνες προοπτικές εξέλιξης του. Ο ίδιος αποκάλυψε μάλιστα στην επίσημη ιστοσελίδα της ομάδας, ανήμερα της 110ης επετείου από την ίδρυσή της: «Την μεταγραφή μου στη Νις την χρωστάω στον Μάριο Ζατελί. Το διάστημα που αγωνιζόμουν στη USM Καζαμπλάνκα ήρθε να με δει σε ένα παιχνίδι όπου έπαιξα καταπληκτικά. Σκόραρα δύο γκολ και αυτός αμέσως έσπευσε να μου πει ότι ήθελε να υπογράψω συμβόλαιο μαζί του. Τελικά μετακόμισα στην ομάδα ένα χρόνο αργότερα».

Σε τρεις αγωνιστικές περιόδους θα βρει δίχτυα 44 φορές σε 69 παρουσίες και θα σκαρφαλώσει στο θρόνο του πρωταθλητή το 1956. Παράλληλα, θα στεφθεί κυπελλούχος Γαλλίας το 1954.

Οι επιδόσεις αυτές δεν περνούν απαρατήρητες και αποτελούν το διαβατήριο της μετακόμισής του στη Ρεμς. Εκεί θα βρει το λιμάνι του. Στο λυκαυγές της πορείας του με συμπαίκτη τον αξεπέραστο Ρεϊμόν Κοπά, επονομαζόμενο και «Ναπολέοντα», την περίοδο συνύπαρξής τους (δύο χρόνια) θα συγκροτήσουν μια πραγματική επιθετική μηχανή, οδηγώντας τον σύλλογο σε μέρες που όμοιες της φαντάζει δύσκολο να αναβιώσει στο μέλλον.

Με 34 γκολ θα αναδειχθεί το πρώτο «κανόνι» του πρωταθλήματος το 1958 και η συνεισφορά του θα είναι καταλυτική για να κατακτήσει η Ρεμς το πρωτάθλημα. Παράλληλα, η ομάδα της Κυανής Ακτής πιστοποιεί την δυναμική της και στο διεθνές στερέωμα.

Στην πρώτη χρονιά της νεοπαγούς διοργάνωσης του Κυπέλλου Πρωταθλητριών αποκλείει κατά σειρά σε διπλούς αγώνες τις: Ώρχους Γκυμναστικφόρενινγκ, ΜΤΚ Βουδαπέστης, Χιμπέρνιαν σφραγίζοντας το εισιτήριο για τη συμμετοχή της στο μεγάλο τελικό του «Παρκ Ντε Πρενς». Εκεί έμελλε να βρει μπροστά της έναν παλιό γνώριμό της, αλλά τούτη τη φορά στην απέναντι πλευρά, τον Κοπά. Μάλιστα, στο 62’ «άγγιξε» την κούπα, καθώς με το γκολ του Ινταλγκό προηγείτο 3-2, όμως τελικά της ξεγλίστρησε μέσα από τα χέρια χάνοντας με 4-3 κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης.

Το 1959 με πρωταγωνιστή τον Φοντέν, ο οποίος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο θεσμό (δέκα γκολ), θα φτάσει εκ νέου ένα βήμα από την ευρωπαϊκή καταξίωση ,αφού πρωτύτερα έχει αφήσει εκτός συνέχειας σε διπλούς αγώνες τις: Αρντς, Χελσίνγκιν Παλουσέιρα, Σταντάρ Λιέγης, Γιουνγκ Μπόις.

Ωστόσο, στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών θα πιεί το… κώνειο της ήττας ,καθώς θα ηττηθεί ξανά με 2-0 από την «Βασίλισσα». Την επόμενη σεζόν πανηγυρίζει ένα ακόμη πρωτάθλημα και ανακηρύσσεται πρώτος σκόρερ. Εν συνόλω 200 παιχνιδιών στη Λιγκ 1 σκόραρε 165 γκολ. Υπηρέτησε την Ρεμς επί έξι συναπτά έτη πετυχαίνοντας 121 γκολ.



Ένα ρεκόρ που δεν θα πέσει ποτέ…

«Μην κάθεστε ποτέ 13 άτομα στο τραπέζι, μην κάνετε σχέδια και μην λαμβάνετε σημαντικές αποφάσεις στις 13 του μήνα». Το 13 «σπάει την αρμονία».

12 ήταν οι θεοί του Ολύμπου, ο Ηρακλής ολοκλήρωσε 12 άθλους, οι μαθητές του Χριστού και τα Ευαγγέλια ήταν 12. Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο θεωρούν τον αριθμό 13 συνώνυμο της γρουσουζιάς και της κακοτυχίας, εντούτοις για τον Φοντέν ισχύει μάλλον το αντίθετο, καθώς τα συνολικά 13 γκολ που σημείωσε στο Μουντιάλ του 1958 στην Σουηδία είναι τα περισσότερα που σημειώθηκαν από οποιονδήποτε. Συνιστά το μακροβιότερο ρεκόρ στον κόσμο του αθλητισμού. Αντέχει εδώ και 51 ολόκληρα χρόνια και φαντάζει απίθανο κάποιος να μπορέσει έστω να το καταρρίψει στο μέλλον.

Το οξύμωρο είναι ότι πριν από την σέντρα του Μουντιάλ, ο ίδιος λογίζονταν ως αναπληρωματικός. Εντούτοις ένας τραυματισμός του Ρενέ Μπλιάρ λίγο πριν από την πρεμιέρα εναντίον της Παραγουάης θα αναγκάσει τον τεχνικό των «τρικολόρ» Αλμπέρ Μπατέ να αναπροσαρμόσει τα πλάνα του. Έτσι θα δώσει φανέλα βασικού στον Φοντέν, ο οποίος με μια εκπληκτική εμφάνιση θα πετύχει χατ-τρικ (24’,30,67’), όντας καταλυτικός στην επικράτηση της Γαλλίας (7-3).

Μπορεί στο πλαίσιο της δεύτερης αγωνιστικής η ομάδα του να έφυγε από το γήπεδο με σκυμμένο το κεφάλι ενάντια στην Γιουγκοσλαβία (3-2), αλλά αυτός βρήκε δίχτυα δύο φορές (4’,85’). Στο τελευταίο και καθοριστικότερο ματς της φάσης των ομίλων ο περί ου ο λόγος θα ανεβάσει το δείκτη του σκορ στο 2-0(44’) και το μόνο που θα καταφέρουν οι Σκωτσέζοι είναι να μειώσουν στο τελικό 2-1. Οι «μπλε» τερματίζουν πρώτοι και σφραγίζουν το εισιτήριο για τον προημιτελικό.

Η Βόρεια Ιρλανδία αποδεικνύεται εύκολη λεία(4-0) με τον Φοντέν να προσθέτει ακόμα δύο γκολ στο ενεργητικό του(55’,63’). Στον ημιτελικό δεν τα κατάφεραν, αφού έμειναν εκτός συνέχειας (5-2) από τους μετέπειτα Παγκόσμιους Πρωταθλητές Βραζιλιάνους, οι οποίοι είχαν υλικό που προκαλούσε… ίλιγγο (Γκαρίντσα,Νίλτον Σάντος,Ντιντί,Βαβά,Μάριο Ζαγκάλο και άλλους…).

Παρόλα αυτά, εκείνος έβαλε το όνομά του στο πίνακα του σκορ (9’). Σε αυτό το ματς έμελλε όλοι να θαυμάσουν για πρώτη φορά τον άνθρωπο που «μιλούσε» στην μπάλα, τον άνθρωπο που έκανε την Νιγηρία και την Μπιάφρα να κηρύξουν ανακωχή στο μεταξύ τους πόλεμο για να τον δουν να αγωνίζεται, τον άνθρωπο για τον οποίο πάνω από 100 τραγούδια αναφέρουν μέσα το όνομά του. Τον Πελέ που έκανε χατ-τρικ. Στον τελικό της παρηγοριάς ο Φοντέν βάζει τέσσερα γκολ (16’,36’,78’,89’) και οι «τρικολόρ» με φαρδιά πλατιά την υπογραφή του καταλαμβάνουν την τρίτη θέση, επικρατώντας της Δυτικής Γερμανίας(6-3). Απολογισμός για… Όσκαρ: 13 γκολ.

Πιο αναλυτικά: επτά γκολ με το δεξί πόδι, πέντε με το αριστερό πόδι και ένα με κεφαλιά. Πολλά χρόνια αργότερα εξομολογήθηκε ότι δεν φορούσε τα δικά του παπούτσια: «Δεν είχα παπούτσια για να αγωνιστώ στο τουρνουά. Ευτυχώς μου δάνεισε το δικό του ζευγάρι ο συμπαίκτης μου Στεφάν Μπρουί».



Ενδεικτικό για να αποτυπώσουμε τις διαστάσεις αυτού του άθλου συνιστά το γεγονός ότι μόνο δύο έκτοτε κατόρθωσαν να πετύχουν περισσότερα (14 τέρματα στο σύνολο, σε δύο όμως διοργανώσεις: 1970,1974) και ο Βραζιλιάνος Ρονάλντο σε τρεις διοργανώσεις (1998,2002,2006) με 15 τέρματα. Τελευταίος ήταν ο «Μίρο» Κλόζε με 16 σε τέσσερα Μουντιάλ (2002,2006,2010,2014).

Έπειτα από όλα αυτά υποθέτω ότι άπαντες συμφωνούμε ότι το «παραμυθένιο» ντεμπούτο του με το εθνόσημο απέναντι στο αδύναμο Λουξεμβούργο τον Δεκέμβριο του 1953 (είχε χριστεί σκόρερ τρεις φορές) αποτέλεσε οιωνό για το τι θα επακολουθούσε… Σε επτά χρόνια παρουσίας με τους «μπλε» θα καταγράψει σε 21 διεθνείς εμφανίσεις 30 γκολ. Μέσος όρος 1,43 ανά παιχνίδι…



Όσο για το τι απαντάει στους «δύσπιστους», οι οποίοι αποφαίνονται ότι εκείνη την εποχή ήταν ευκολότερο να σκοράρεις έδωσε την δική του εκδοχή σε συνέντευξη του στην «Guardian» επτά χρόνια πριν: «Όχι, δεν ήταν πιο εύκολο να σκοράρεις το 1958. Η ποιότητα της μπάλας, η διάρκεια του ταξιδιού και το ερασιτεχνικό υπόβαθρο του προπονητικού επιτελείου, τα έκαναν όλα πιο περίπλοκα σε σχέση με το σήμερα. Στο τελευταίο εξαιρετικό Παγκόσμιο Κύπελλο (το 2006) το “Φαινόμενο” έπαιξε με αντιπάλους όπως την Κίνα και την Κόστα Ρίκα. Πάνω από όλα οι διαιτητές προστατεύουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τους επιθετικούς από ό,τι έκαναν στην εποχή μου. Οπότε επιτρέψτε μου να το επαναλάβω. 13 γκολ είναι ένα τεράστιο νούμερο. Να ξεπεράσουν το ρεκόρ μου; Δεν νομίζω ότι θα συμβεί ποτέ».

Το άδοξο τέλος

Όλα φαίνονταν ότι κυλούσαν ιδανικά για αυτόν μέχρι που το 1960 σε διάστημα λίγων μηνών έσπασε δύο φορές το πόδι του. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει .Δεν μπόρεσε ποτέ να επανέλθει και έριξε τίτλους τέλους στην αξιομνημόνευτη καριέρα του μόλις στα 28 του χρόνια. Ύστερα από την απόσυρση του από την ενεργό δράση διατέλεσε για μικρό χρονικό διάστημα ομοσπονδιακός προπονητής και μετέπειτα προπονητής σε Παρί Σεν Ζερμέν, Τουλούζ και στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα του Μαρόκου. Σημαντικότερη επιτυχία του η τρίτη θέση του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής το 1980 με την γενέτειρά του.

Η αναγνώριση

Ο Πελέ τον συμπεριέλαβε στη λίστα με τους 125 Μεγαλύτερους εν ζωή ποδοσφαιριστές το 2004. Επιπρόσθετα η Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τον έχει ανακηρύξει ως τον καλύτερο Γάλλο Παίκτη των τελευταίων 50 ετών. Τέλος το 2000 η εφημερίδα «L’ Equipe» του απένειμε το βραβείο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και τον ανέδειξε ως τον πέμπτο καλύτερο Γάλλο ποδοσφαιριστή του 20ου αιώνα. Άραγε πόσα ακόμα σπουδαία θα πετύχαινε αν δεν τερματιζόταν η καριέρα του σε τόσο πρώιμο στάδιο…

Επιμέλεια: Παναγιώτης Ιωάννου

Αποδοχή Cookies
Το site sport-fm.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ