Ο πλανήτης κατέγραψε τον θερμότερο Οκτώβριο από τότε που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, ενώ το 2026 θεωρείται πλέον σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι το δεύτερο ημερολογιακό έτος στην ιστορία κατά το οποίο η μέση παγκόσμια θερμοκρασία θα ξεπεράσει το όριο του 1,5 βαθμού Κελσίου σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο, μετά το 2024.
Τη νέα ανησυχητική εξέλιξη ανακοίνωσε την Παρασκευή η υπηρεσία Copernicus Climate Change Service (C3S) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνοντας ότι η πορεία της παγκόσμιας θερμοκρασίας επιβεβαιώνει την επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής.
Η εξέλιξη δεν αποτελεί μεμονωμένη ένδειξη. Οι ανεξάρτητες επιστημονικές αναλύσεις της Berkeley Earth και του Carbon Brief, οι οποίες εξετάζουν διαφορετικές βάσεις δεδομένων και χρησιμοποιούν ξεχωριστές μεθοδολογίες, είχαν ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το 2026 αναμένεται να κινηθεί σε επίπεδα που θα ξεπεράσουν το 1,5°C.
Παράλληλα, η ενίσχυση του φαινομένου Ελ Νίνιο στον τροπικό Ειρηνικό δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω αύξηση των θερμοκρασιών, με τις επιπτώσεις του να αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο αισθητές το 2027.
Το όριο του 1,5°C ξεπερνιέται όλο και συχνότερα
Το 2024 ήταν το πρώτο ημερολογιακό έτος κατά το οποίο η μέση παγκόσμια θερμοκρασία ξεπέρασε το όριο του 1,5°C σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Copernicus.
Η ίδια εξέλιξη αναμένεται να επαναληφθεί το 2026, γεγονός που υπογραμμίζει πόσο γρήγορα μεταβάλλεται το παγκόσμιο κλιματικό σύστημα.
Η εικόνα των προηγούμενων μηνών είχε ήδη προϊδεάσει για την εξέλιξη.
Σύμφωνα με το Copernicus, ο Αύγουστος του 2026 ήταν από κοινού ο θερμότερος μήνας που έχει καταγραφεί ποτέ, μαζί με τον Ιούλιο του 2023, με τη μέση παγκόσμια θερμοκρασία να φθάνει τους 16,96°C. Η τιμή αυτή ήταν κατά 1,65°C υψηλότερη από την εκτιμώμενη προβιομηχανική θερμοκρασία.
Ακολούθησε ο Σεπτέμβριος, ο οποίος ήταν ο δεύτερος θερμότερος Σεπτέμβριος στην ιστορία των μετρήσεων. Η μέση θερμοκρασία του πλανήτη διαμορφώθηκε στους 16,27°C, δηλαδή 0,82°C πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 1991–2020 και 1,63°C πάνω από την προβιομηχανική βάση αναφοράς 1850–1900.
Ήταν επίσης ο δεύτερος συνεχόμενος μήνας του 2026 κατά τον οποίο η θερμοκρασία ξεπέρασε το όριο του 1,5°C. Η προηγούμενη φορά που είχαν καταγραφεί δύο διαδοχικοί μήνες πάνω από αυτό το επίπεδο ήταν τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2025.
Η αλληλουχία αυτή δείχνει ότι οι εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες δεν περιορίζονται πλέον σε μεμονωμένα επεισόδια, αλλά εμφανίζονται με αυξανόμενη συχνότητα.
Τι προβλέπουν οι ανεξάρτητες επιστημονικές αναλύσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις της Berkeley Earth, ενός ανεξάρτητου επιστημονικού οργανισμού που αναλύει ιστορικά δεδομένα θερμοκρασίας από το 1850.
Στην έκθεσή του για τον Σεπτέμβριο του 2026, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22 Οκτωβρίου, ο οργανισμός υπολόγισε ότι η μέση παγκόσμια θερμοκρασία του μήνα ήταν κατά 1,65°C υψηλότερη από την προβιομηχανική περίοδο, με περιθώριο αβεβαιότητας ±0,11°C. Πρόκειται για τον δεύτερο θερμότερο Σεπτέμβριο που έχει καταγραφεί, πίσω μόνο από τον Σεπτέμβριο του 2023.
Ακόμη πιο εντυπωσιακές είναι οι προβλέψεις για το σύνολο του έτους. Με βάση τα δεδομένα των πρώτων εννέα μηνών, η Berkeley Earth εκτιμά ότι υπάρχει περίπου 96% πιθανότητα το 2026 να ξεπεράσει το 2024 και να αναδειχθεί στο θερμότερο έτος από την έναρξη των μετρήσεων.
Η πιθανότητα να ολοκληρωθεί ως το δεύτερο θερμότερο έτος υπολογίζεται περίπου στο 4%, ενώ η μέση θερμοκρασία του αναμένεται σχεδόν με βεβαιότητα να ξεπεράσει το 1,5°C. Η εκτίμηση για τη μέση ετήσια θερμοκρασία βρίσκεται στο εύρος των 1,50°C έως 1,60°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Η Berkeley Earth επισημαίνει ότι οι προβλέψεις αυτές επηρεάστηκαν σημαντικά από την εμφάνιση ενός εξαιρετικά ισχυρού επεισοδίου Ελ Νίνιο, το οποίο αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τις θερμοκρασίες.
Αντίστοιχα, το επιστημονικό μέσο Carbon Brief, σε ανάλυση του επιστήμονα Ζέκε Χάουσφαδερ, εξέτασε έξι διαφορετικές παγκόσμιες σειρές θερμοκρασιών: της NASA, της NOAA, της HadCRUT5, της Berkeley Earth, του Copernicus και της Ιαπωνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας.
Με βάση τον συνδυασμό των δεδομένων έως τον Σεπτέμβριο και τις προβλέψεις για την εξέλιξη του Ελ Νίνιο, η ανάλυση εκτιμά ότι η πιθανότητα το 2026 να αναδειχθεί στο θερμότερο έτος στην ιστορία των μετρήσεων φθάνει περίπου το 67%.
Η κεντρική εκτίμηση για τη μέση θερμοκρασία του έτους βρίσκεται κοντά στους 1,52°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, με το εύρος πιθανότητας 90% να κυμαίνεται μεταξύ 1,50°C και 1,55°C.
Οι διαφορετικές πιθανότητες που δίνουν οι δύο αναλύσεις δεν αποτελούν επιστημονική αντίφαση. Αντανακλούν τις διαφορετικές μεθοδολογίες και παραδοχές των μοντέλων. Το βασικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι κοινό: η υπέρβαση του 1,5°C σε ετήσια βάση θεωρείται πλέον εξαιρετικά πιθανή.
Το ισχυρό Ελ Νίνιο μπορεί να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τη θερμοκρασία
Ένας από τους βασικούς παράγοντες που εξηγούν τις ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες του 2026 είναι η ενίσχυση του Ελ Νίνιο, ενός φυσικού κλιματικού φαινομένου που συνδέεται με την περιοδική αύξηση της θερμοκρασίας των επιφανειακών υδάτων στον κεντρικό και ανατολικό τροπικό Ειρηνικό Ωκεανό.
Το φαινόμενο επηρεάζει την ατμοσφαιρική κυκλοφορία και την κατανομή της θερμότητας σε ολόκληρο τον πλανήτη, προκαλώντας μεταβολές στα καιρικά μοτίβα και ενισχύοντας προσωρινά τη μέση παγκόσμια θερμοκρασία.
Σύμφωνα με την Berkeley Earth, τον Σεπτέμβριο του 2026 ο δείκτης Nino 3.4, ο οποίος χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση του Ελ Νίνιο, έφθασε σε επίπεδα ρεκόρ. Η κορύφωση του φαινομένου αναμενόταν ακόμη αργότερα μέσα στο έτος, γεγονός που ενίσχυσε τις εκτιμήσεις για εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες προς το τέλος του 2026.
Η επίδραση του Ελ Νίνιο δεν είναι απαραίτητα άμεση. Η μεταφορά της θερμότητας από τον ωκεανό στην ατμόσφαιρα και η επίδραση στην παγκόσμια θερμοκρασία εμφανίζουν χρονική καθυστέρηση. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ένα σημαντικό μέρος της πρόσθετης θερμαντικής επίδρασης μπορεί να καταγραφεί το 2027.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ελ Νίνιο αποτελεί την αιτία της μακροπρόθεσμης υπερθέρμανσης. Ο βασικός παράγοντας παραμένει η ανθρώπινη δραστηριότητα και κυρίως η συσσώρευση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, εξαιτίας της καύσης ορυκτών καυσίμων, της αποψίλωσης των δασών και άλλων εκπομπών.
Το Ελ Νίνιο προστίθεται σε αυτή την ήδη ανοδική τάση, ενισχύοντας προσωρινά τις θερμοκρασίες.
Οι ωκεανοί καταγράφουν επίσης ανησυχητικά ρεκόρ
Η υπερθέρμανση δεν περιορίζεται στην ατμόσφαιρα. Οι ωκεανοί απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της επιπλέον θερμότητας που συσσωρεύεται στο κλιματικό σύστημα και αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους δείκτες της κλιματικής αλλαγής.
Η Berkeley Earth διαπίστωσε ότι η θερμοκρασία των ωκεανών τον Σεπτέμβριο του 2026 ήταν κατά 1,368°C υψηλότερη από τον προβιομηχανικό μέσο όρο, καταγράφοντας ρεκόρ για τον συγκεκριμένο μήνα. Μάλιστα, η μέτρηση αυτή ήταν η υψηλότερη που είχε καταγραφεί για οποιονδήποτε μήνα στη συγκεκριμένη σειρά δεδομένων των ωκεάνιων θερμοκρασιών.
Παράλληλα, σύμφωνα με το Copernicus, η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας των ωκεανών εκτός των πολικών περιοχών, μεταξύ 60° νότιου και 60° βόρειου γεωγραφικού πλάτους, έφθασε τον Σεπτέμβριο τους 21,05°C. Ήταν η υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί για τον συγκεκριμένο μήνα, ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ του 2023, που ήταν 20,92°C.
Οι υψηλές θερμοκρασίες των θαλασσών συνδέονται με την αύξηση της θερμικής ενέργειας που αποθηκεύεται στους ωκεανούς, αλλά και με την ενίσχυση φαινομένων όπως το Ελ Νίνιο.
Ανησυχητική είναι και η εικόνα στους θαλάσσιους πάγους. Τον Σεπτέμβριο, η έκταση του θαλάσσιου πάγου στην Αρκτική ήταν περίπου 9,7% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της περιόδου αναφοράς 1991–2020, ενώ η μηνιαία έκταση ήταν η 16η μικρότερη στην ιστορική σειρά δορυφορικών παρατηρήσεων.
Η έκταση των πάγων στην Αρκτική και την Ανταρκτική αποτελεί κρίσιμο δείκτη, καθώς οι πάγοι αντανακλούν μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας πίσω στο διάστημα. Όταν η έκτασή τους περιορίζεται, μεγαλύτερες επιφάνειες σκοτεινού ωκεανού απορροφούν περισσότερη ηλιακή ενέργεια, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέρμανση. Πρόκειται για τον λεγόμενο μηχανισμό ανάδρασης πάγου-άλμπεντο.
Τι λέει ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός για τα επόμενα χρόνια
Οι εκτιμήσεις για την πορεία της θερμοκρασίας δεν περιορίζονται στο 2026.
Ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (WMO), σε έκθεση που δημοσίευσε στις 28 Μαΐου 2026 και εκπονήθηκε με τη συμβολή της βρετανικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, προειδοποίησε ότι οι παγκόσμιες θερμοκρασίες αναμένεται να παραμείνουν σε επίπεδα κοντά στα ιστορικά υψηλά τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία.
Σύμφωνα με την έκθεση, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία για την περίοδο 2026–2030 προβλέπεται να κυμανθεί μεταξύ 1,3°C και 1,9°C πάνω από τον μέσο όρο της προβιομηχανικής περιόδου.
Ο WMO υπολογίζει σε 91% την πιθανότητα η μέση παγκόσμια θερμοκρασία να ξεπεράσει προσωρινά το 1,5°C σε τουλάχιστον ένα έτος της πενταετίας 2026–2030. Παράλληλα, εκτιμά σε 75% την πιθανότητα ο μέσος όρος ολόκληρης της πενταετίας να υπερβεί το ίδιο όριο.
Επιπλέον, υπάρχει πιθανότητα 86% τουλάχιστον ένα έτος μεταξύ 2026 και 2030 να ξεπεράσει το 2024 και να αναδειχθεί στο θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην Αρκτική, όπου οι θερμοκρασιακές αποκλίσεις αναμένεται να παραμείνουν υψηλότερες από τον παγκόσμιο μέσο όρο, επιβεβαιώνοντας ότι η υπερθέρμανση δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις περιοχές του πλανήτη.
Γιατί η υπέρβαση του 1,5°C σε ένα έτος δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε ο στόχος του Παρισιού
Η επαναλαμβανόμενη υπέρβαση του ορίου των 1,5°C δημιουργεί εύλογα το ερώτημα εάν ο πλανήτης έχει ήδη ξεπεράσει τον στόχο που τέθηκε με τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015.
Η απάντηση απαιτεί μια σημαντική επιστημονική διευκρίνιση: η υπέρβαση του 1,5°C σε έναν μήνα ή σε ένα ημερολογιακό έτος δεν ισοδυναμεί με τη μακροπρόθεσμη υπέρβαση του ορίου της συμφωνίας.
Η Συμφωνία του Παρισιού προβλέπει τον περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας αρκετά κάτω από τους 2°C και την προσπάθεια συγκράτησής της στον 1,5°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Ο στόχος αυτός αφορά τη μακροπρόθεσμη πορεία της θερμοκρασίας και όχι τις προσωρινές διακυμάνσεις ενός συγκεκριμένου έτους. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες εξετάζουν συνήθως πολυετείς περιόδους, περίπου 20 ετών, ώστε να αποτυπώνεται η σταθερή κλιματική τάση και να περιορίζεται η επίδραση φυσικών διακυμάνσεων όπως το Ελ Νίνιο.
Το 2024, επομένως, ήταν το πρώτο ημερολογιακό έτος που ξεπέρασε το 1,5°C, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε ήδη συντελεστεί η οριστική μακροπρόθεσμη υπέρβαση του στόχου. Το ίδιο ισχύει και για το 2026.
Ωστόσο, η επανάληψη τέτοιων ετήσιων υπερβάσεων και η αύξηση της θερμοκρασίας σε βάθος χρόνου δείχνουν ότι ο κόσμος πλησιάζει όλο και περισσότερο σε αυτό το σημείο.
Το διακύβευμα πλέον δεν αφορά μόνο το πότε θα ξεπεραστεί οριστικά το όριο, αλλά και το πόσο ψηλότερα θα φθάσει η θερμοκρασία και για πόσο διάστημα θα παραμείνει εκεί. Οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από το πόσο γρήγορα θα περιοριστούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Τα δεδομένα του Copernicus, οι εκτιμήσεις της Berkeley Earth και οι προβλέψεις του WMO συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η παγκόσμια υπερθέρμανση δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή απειλή.
Είναι μια εξέλιξη που αποτυπώνεται ήδη στις θερμοκρασίες της ατμόσφαιρας, στους ωκεανούς, στους πάγους και στα κλιματικά φαινόμενα, με την πορεία των επόμενων ετών να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ανθρώπινες επιλογές.
Πηγή: skai.gr