Η πρόσφατη, συγκλονιστική αποκάλυψη των φωτογραφιών των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών πατριωτών και αγωνιστών του ΕΑΜ στην Καισαριανή, μέσα από μια απρόσμενη δημοπρασία στο Βέλγιο, προκάλεσε βαθιά συγκίνηση, έντονο ιστορικό ενδιαφέρον και ένα νέο κύμα μνήμης γύρω από τα πρόσωπα που θυσιάστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944. Ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα, ένα όνομα ξεχωρίζει όχι μόνο για τη στάση ζωής και θανάτου του, αλλά και για την απρόβλεπτη συνέχεια που πήρε μέσα στον χρόνο: O Θεόδωρος Μανιατέας. Μια ιστορία που έφερε στο φως ο δημοσιογράφος Νικόλας Αγγελίδης, ύστερα από πολυετή έρευνα, συνδέοντας δύο διαφορετικές εποχές, δύο διαφορετικούς ανθρώπους και μία κοινή παρακαταθήκη.
Καθώς το υλικό γίνεται γνωστό, οι φωτογραφίες λειτουργούν σαν αφετηρία για μια διαδικασία αναγνώρισης. Απόγονοι των εκτελεσμένων εντοπίζουν πρόσωπα και χαρακτηριστικά, φέρνοντας στην επιφάνεια οικογενειακές ιστορίες που είχαν μείνει στη σιωπή για δεκαετίες. Το αρχείο του Βελγίου ανοίγει έναν δρόμο επανασύνδεσης με το παρελθόν, αποκαλύπτοντας το ανθρώπινο βάθος πίσω από κάθε μορφή και κάθε όνομα. Μέσα σε αυτό το νέο κύμα μαρτυριών, ξεχωρίζει και μια απρόσμενη σύνδεση με τον αθλητισμό, ειδικά με το ελληνικό ποδόσφαιρο. Το όνομα «Θεόδωρος Μανιατέας» συναντάται πλέον τόσο στις σελίδες της Αντίστασης όσο και στα ελληνικά γήπεδα, μέσα από τον ανιψιό του που γεννήθηκε λίγους μήνες μετά την εκτέλεση. Έναν τερματοφύλακα που φόρεσε τη φανέλα της ΑΕΚ και έφτασε μέχρι το σημείο να τον ζητήσει ο ίδιος ο Πελέ για τη Σάντος.
Ο αγωνιστής που αρνήθηκε να σωθεί και στάθηκε δίπλα στους συντρόφους του
Ο Θεόδωρος Μανιατέας, στέλεχος του ΚΚΕ, υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος Κορίνθου το 1934 και υποψήφιος βουλευτής Κορινθίας στις εκλογές του 1935 και του 1936. Στην καθημερινότητά του ήταν τσαγκάρης, ένας άνθρωπος του μόχθου, που όμως βρέθηκε στο στόχαστρο των γερμανικών αρχών λόγω της πολιτικής του δράσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Νικόλας Αγγελίδης, οι Γερμανοί αξιωματικοί του πρόσφεραν τη δυνατότητα να γλιτώσει την εκτέλεση. Του πρότειναν να μείνει πίσω, να μην μπει στο καμιόνι για την Καισαριανή, με αντάλλαγμα να επιδιορθώνει τις μπότες τους.
Η περίπτωση θυμίζει έντονα εκείνη του Ναπολέοντα Σουκατζίδη: Μια πρόταση σωτηρίας που προϋπέθετε την αντικατάσταση κάποιου άλλου. Ο Μανιατέας αρνήθηκε. Δεν δέχτηκε να ζήσει εις βάρος συντρόφου του. Ανέβηκε στο καμιόνι με το κεφάλι ψηλά, μαζί με τους υπόλοιπους 200 κρατούμενους του Χαϊδαρίου. Και όταν έφτασε η ώρα της εκτέλεσης, φώναξε μαζί με τους άλλους: «Ζήτω η ελευθερία. Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω το ΚΚΕ».
Η φωτογραφία του, που παρέμενε άγνωστη στο ευρύ κοινό για δεκαετίες, ήρθε στο φως μέσα από τη δημοπρασία στο Βέλγιο, όπου εντοπίστηκε το αρχείο των 200. Η δημοσιοποίησή της δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό τεκμήριο, αλλά μια υπενθύμιση της προσωπικής του στάσης, της αξιοπρέπειας και της αταλάντευτης επιλογής του να σταθεί μέχρι τέλους στο πλευρό των συντρόφων του.
Η δεύτερη ζωή του ονόματος: Ο ανιψιός που έγινε ένας από τους κορυφαίους τερματοφύλακες της εποχής του
Μήνες μετά την εκτέλεση, γεννιέται ο ανιψιός του. Η οικογένεια αποφασίζει να του δώσει το όνομα του εκτελεσμένου ήρωα: Θεόδωρος Μανιατέας. Ένα όνομα-φόρος τιμής, ένα όνομα που κουβαλούσε ήδη μια βαριά ιστορία. Το παιδί μεγαλώνει και εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους τερματοφύλακες που γνώρισαν τα ελληνικά γήπεδα. Αγωνίζεται στην ΑΕΚ, ξεχωρίζει για το ταλέντο του και φτάνει στο σημείο να τραβήξει την προσοχή του ίδιου του Πελέ. Σύμφωνα με όσα έχουν καταγραφεί, ο «βασιλιάς του ποδοσφαίρου» είχε ζητήσει να τον πάρουν συμπαίκτη του στη Σάντος.
Και όμως, ο νεαρός Μανιατέας δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει την καριέρα που πραγματικά άξιζε. Η εποχή ήταν βαριά. Η Χούντα παρακολουθούσε, έλεγχε, τιμωρούσε. Το «στίγμα» του θείου του -του εκτελεσμένου κομμουνιστή- τον ακολουθούσε παντού. Η πολιτική ταυτότητα της οικογένειας έμπαινε εμπόδιο ακόμη και στο ποδόσφαιρο. Ένας αθλητής που θα μπορούσε να γράψει ιστορία διεθνώς, περιορίστηκε από το καθεστώς. Και όμως, το όνομά του έμεινε ζωντανό στις μνήμες όσων τον είδαν να αγωνίζεται.
Ο Νικόλας Αγγελίδης, ερευνώντας την ιστορία του εκτελεσμένου Μανιατέα, ήρθε σε επαφή με την εγγονή του, την Ελίνα Παπαδοπούλου, μια γυναίκα γεμάτη σεβασμό για την ιστορική μνήμη, που έχει ψάξει τα πάντα για τον παππού της. Εκείνη του έδωσε πολύτιμα στοιχεία, φωτογραφίες και μαρτυρίες. Γνώρισε επίσης τον γιο του τερματοφύλακα, τον Γιώργο Μανιατέα, ο οποίος έφτασε μέχρι το σπίτι του δημοσιογράφου με ολόκληρα άλμπουμ γεμάτα ιστορία. Από αυτό το υλικό στήθηκε και μια εκπομπή στην ΕΡΤ, ώστε η ιστορία να ακουστεί, να φωτιστεί, να μείνει.
Η ιστορία των δύο Θεόδωρων Μανιατέα μοιάζει με μια αόρατη κλωστή που ενώνει εποχές, ανθρώπους και αξίες. Ο ένας έφυγε με το κεφάλι ψηλά, αρνούμενος να σωθεί εις βάρος άλλου. Ο άλλος μεγάλωσε κουβαλώντας το όνομά του σαν υπόσχεση, προσπαθώντας να χαράξει τον δικό του δρόμο μέσα σε μια Ελλάδα που ακόμη πάλευε με τις σκιές της.
Και σήμερα, δεκαετίες μετά, οι φωτογραφίες που βγήκαν στο φως δεν είναι απλώς τεκμήρια. Είναι μια υπενθύμιση ότι η μνήμη δεν σβήνει όσο υπάρχουν άνθρωποι που την αναζητούν. Ότι τα πρόσωπα που χάθηκαν άδικα μπορούν να ξαναβρούν τη θέση τους στην ιστορία. Ότι τα ονόματα δεν είναι λέξεις, αλλά παρακαταθήκες.
Ο Θεόδωρος Μανιατέας της Καισαριανής και ο Θεόδωρος Μανιατέας των ελληνικών γηπέδων δεν συναντήθηκαν ποτέ. Και όμως, ο ένας συνέχισε τον άλλον. Σαν να πέρασε η αξιοπρέπεια από γενιά σε γενιά, αλλάζοντας μορφή, αλλά όχι ουσία. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο δυνατό μήνυμα: Πως ό,τι είναι αληθινό, ό,τι είναι τίμιο, ό,τι είναι ανθρώπινο, βρίσκει πάντα τρόπο να επιβιώσει στον χρόνο.