Η Γραμματική της φαντασίας του Τζιάννι Ροντάρι. Μτφρ. Γιώργος Κασαπίδης. Εκδόσεις Μεταίχμιο.

ΔΕΝ το διαβάζεις αν θυμάσαι πως υπήρξες παιδί.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν σκοπεύεις κάποτε να αποκτήσεις παιδιά.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν ήδη έχεις παιδιά.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν είσαι δάσκαλος.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν σου αρέσει να ακούς ιστορίες.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν σου αρέσει να τις διηγείσαι.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν θες να μάθεις πώς φτιάχνονται οι ιστορίες.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν θες να μάθεις την διαφορά μίας καλής από μία κακή ιστορία.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν πιστεύεις ότι όλες οι ιστορίες έχουν το ίδιο τέλος.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν θες να μάθεις από πού γεννιούνται οι λέξεις.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν πιστεύεις ότι οι λέξεις έχουν δική τους ζωή.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν θες να μάθεις πώς κρύβονται και πού οι λέξεις.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν θες να μάθεις που πάνε οι λέξεις που λέμε.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν πιστεύεις ότι οι λέξεις κάνουν εκείνο που τους λένε.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν θες να γίνεις θαυματοποιός με τα λόγια.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν θες να μάθεις τι μπορεί να ξεκινήσει από ένα «γιατί;».
ΔΕΝ το διαβάζεις αν ψάχνεις το κλειδί που ανοίγει την πιό μυστήρια πόρτα.
ΔΕΝ το διαβαζεις αν δεν φοβάσαι να την ανοίξεις.
ΔΕΝ το διαβάζεις αν βγάλεις από την αρχή των προτάσεων όλα τα ΔΕΝ.
Και αν ΔΕΝ...;

Τότε, έχεις την αρχή μίας ωραίας ιστορίας για την φαντασία.

Ελληνική μυθολογία του Νίκου Τσιφόρου. Εκδόσεις Ερμής.

Ενα τολμηρό και ευφάνταστο εκπαιδευτικό σύστημα που θα είχε στόχο να διαμορφώσει ανθρώπους με κριτική σκέψη, ανθρώπους με χιούμορ, ανησυχίες, καλό γούστο, φιλοπερίεργους, με φαντασία και καλή προαίρεση και όχι παπαγάλους, αγενείς και αδαείς, ένα τέτοιο βιβλίο θα το είχε στο διδακτικό πρόγραμμα.

Ο Νίκος Τσιφόρος, συχνά, αποκαλείται ευθυμογράφος χαρακτηρισμός που τον αδικεί κατάφορα. Ο Τσιφόρος είναι συγγραφέας με τα όλα του.

Διαθέτει ένα στυλ γραφής αξεπέραστο, έχει μία φαντασία οργιώδη, χιούμορ διαολεμένο, που απλώνεται από τη γη του βρετανικού φλέγματος μέχρι το κελί της φυλακής των κουτσαβάκηδων, γλώσσα που αλλάζει κοστούμι με απίστευτη ευκολία φορώντας πάντα την μάσκα του “μάγκα” και του γλωσσαριού της πιάτσας, ο Τσιφόρος θα μπορούσε να είναι το είδωλο της ηθογραφίας του Παπαδιαμάντη.

Ετούτο το βιβλίο είναι από εκείνα που χαρακτηρίζουν “κλασσικά” χωρίς αυτός ο χαρακτηρισμός να του προσθέτει ούτε δράμι σοβαροφανούς βαρύτητας.

Το πρόβλημα με την ανάγνωση του Τσιφόρου, είναι πολύ απλό και συγκεκριμένο.

Ονομάζεται εθισμός.

Μικρό απόσπασμα.

Kάτου στα Mπουένος Αϋρες είναι ένας δρόμος, που τον λένε Aβεντίττα Nτε Φλόρες. Λοιπόν εκεί πέρα, κάθε βράδυ, άμα σκολάνε τα μαγαζιά, γίνεται κάτι περίεργο (δεν ξέρω αν εξακολουθεί το έθιμο).

Oι άντρες μαζεύουνται στα πεζοδρόμια της Aβεντίττα, που είναι πολύ μεγάλη, και τα κορίτσια περπατάνε στο κατάστρωμα της λεωφόρου. Xιλιάδες κορίτσια, όχι πρόστυχα. Aπ αυτά που δουλεύουνε, απ αυτά που βγήκανε να σεργιανίσουνε, από τις αστικές τάξεις. Kι οι άντρες τα πειράζουνε. Xωρίς βρωμιές, ιπποτικά και χαριτωμένα, γιατί οι Σπανιόλοι το χουνε να λένε χαριτωμένα πράματα στις γυναίκες. Kι όποια κοπέλα δεν την πειράξουνε, είτε από τύχη, είτε γιατί είναι ασήμαντη, είτε γι άλλο λόγο, πέφτει σε μαύρη δυστυχία και πάει σπίτι της να κλάψει απαρηγόρητη...

Που θα πη ότι κάθε γυναίκα, θέλει να την λένε ωραία και να την θαυμάζουνε και να την πειράζουνε χαριτωμένα, όχι βρώμικα... Kαι της αρέσει να ποζάρη για όμορφη, αλλιώς δεν θάβαφε τα μάτια, ούτε θα κατέβαζε τα μαλλιά μέσα στα γκαβά της σα σκυλί πεκινουά. Tο όπλο της γυναίκας είναι η φιλαρέσκεια...
Tούτος δω ο λαός των Λελέγων, την είχε την ομορφιά σαν αρετή... Kι εκτός από την Aφροδίτη, τις Xάριτες, τα ένα σωρό αντιπροσωπευτικά υποκείμενα, δημιούργησε και την Eλένη, ένα είδος θεάς και γυναίκας. Mε όλα τα προσόντα και με όλα της τα ελαττώματα...

Tο Λενάκι, από μικρούλι, το έκλεψε ο Θησέας. Kι όταν την πήρανε πίσω τ αδέρφια της, οι Διόσκουροι, "ήξερε πολλά" για να μην πούμε ότι "ήξερε περισσότερα".

Έτσι και γύρισε, λοιπόν, στον μπαμπά της, τον Tυνδάρεω, άρχισε να μεγαλώνει η φήμη της...

- Έχει έναν κόμματο ο Tυνδάρεω...

- Mάλιστα, αλλά ξέρετε; O Θησεύς...

- Ωχ, αδερφέ. Tέτοια θα κυττάμε τώρα;

- Kι αρχίσανε να μαζεύωνται οι γαμπροί μελίσσι.

Eικοσιεννιά, λέει, τη ζητάγανε όλοι μαζί. Δώσε μου και μένα μπάρμπα. O μπαμπάς Tυνδάρεω τά χασε.

- Σιγά - σιγά, ρε παιδιά. Δεν μπορείτε να την πάρετε όλοι.

- ΉΗτανε, λέει, ο Aσκάλαφος κι ο Iάλμενος, αγόρια του θεού του Αρη. Ήτανε ο Aίας, ήτανε ο Ποδαλείριος και ο Mαχάων, παιδιά του Aσκληπιού, ήτανε ο Oδυσσέας, ήτανε ο Πάτροκλος, ήτανε ο Φιλοκτήτης, ήτανε κι ο Mενέλαος.

- Αμα λέμε Mενέλαος μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.

- Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.

- Aυτόν θέλω.

- Tο σκέφτηκες καλά;

- Nαι, καλέ μπαμπά.

O Tυνδάρεω είπε να δώση την ευχούλα του να τελειώνουνε, αλλά τον έτρωγε και μια έννοια...

- Αμα τη δώσω σε ένανε θα ξεσηκωθούνε οι άλλοι και θα μου σπάσουνε την κεφάλα.

Πάνω σ αυτά νάσου και μπαίνει στη μέση ο Oδυσσέας.

- Kύριε Tυνδάρεω, του κάνει, να σας πω εγώ μια λύση;

- Mα καλά, εσύ είσαι υποψήφιος.

- Mάλιστα, αλλά όχι φανατικός.

- Γιατί; Δεν την θες την Eλένη;

- Αλλη θέλω γω. Tην Πηνελόπη.

- Eμ τότε, τι ήρθες για γαμπρός;

- Διότι, τέλος πάντων, κοσμική συγκέντρωση είναι. Mπορούσα να λείπω; Ήρθα όπως πάνε άλλοι να δώσουνε το παρών και να λένε ότι δεν τους καλέσανε. Bοηθάς περί το Πηνελοπάκι και να στα κανονίσω;

- Bοήθησα.

- Eν τάξει κι άσε με.

Φωνάζει, λοιπόν, ο Oδυσσέας τους γαμπρούς και τους κάνει μια καλή εξήγηση:

- Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Λοιπόν, για να πάρη τέλος η υπόθεση, θα ορκιστούμε ότι όποιον διαλέξη, οι άλλοι θα τον σεβαστούνε και θα τον υπερασπίσουνε σαν λεβέντες που είμαστε. Θέλετε;

- Θέλουμε.

Tους έβαλε λοιπόν όλους και ορκιστήκανε και μετά είπε στην Eλένη:

- Kάνε παιγνίδι.

Kαι ούτω πως πήρε η Λενιώ τον Mενέλαο
”.

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube