«Ένα έργο το οποίο έμοιαζε πράγματι ακατόρθωτο επιτέλους ολοκληρώνεται. Και αυτό οφείλεται πρώτα και πάνω απ’ όλα στη διοίκηση και τους εργαζόμενους του ελληνικού Κτηματολογίου», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην εκδήλωση «Κτηματολόγιο – Από μια εκκρεμότητα δεκαετιών σε μια νέα εποχή».
Όπως τόνισε ο πρωθυπουργός, «φτάσαμε επιτέλους το σημείο να πούμε ότι μια εκκρεμότητα 200 ετών έχει επιτέλους επιλυθεί. Είναι μια πολύ μεγάλη κατάκτηση αλλά ίσως και πιο εμβληματική μεταρρύθμιση η οποία συμβολίζει αυτή τη διαρκή προσπάθεια της κυβέρνησης μας να ξεπεράσουμε παθογένειες που τους προηγούμενους αιώνες και μέχρι το 2030 να έχουμε τακτοποιήσει και να έχουμε αντιμετωπίσει όλες αυτές τις παθογένειες».
Παράλληλα, επισήμανε τη συνολική προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες της δημόσιας διοίκησης και να οικοδομήσει ένα κράτος περισσότερο λειτουργικό, διαφανές και φιλικό προς τον πολίτη και τις επενδύσεις. «Ίσως πρόκειται για την πιο εμβληματική μεταρρύθμιση, γιατί συμβολίζει αυτή τη διαρκή προσπάθεια να ξεπεράσουμε προβλήματα που μας συνόδευαν επί δεκαετίες», υπογράμμισε.
«Η κυβέρνηση προχωρά στη μεγάλη, σιωπηλή μεταρρύθμιση που δεν είναι άλλη από την οργάνωση του χώρου», συνέχισε, τονίζοντας ότι ήδη προχωρά με μεθοδικότητα η εκπόνηση των τοπικών και ειδικών πολεοδομικών σχεδίων που θα καλύψουν το σύνολο της επικράτειας.
«Δεν επικαλούμαι συχνά τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Όμως όταν τον ρώτησα κάποια στιγμή αν έπρεπε να προτάξει μία μεταρρύθμιση στην Ελλάδα, ποια θα προέτασσε, μου είπε τα ζητήματα της οργάνωσης του χώρου», σημείωσε.
«Τώρα που τελειώνουμε με την εκκρεμότητα του Κτηματολογίου, η επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση είναι να προχωρήσει με ταχύτητα η υλοποίηση αυτής της ειλημμένης απόφασης ώστε να έχουμε έναν κεντρικό φορέα που θα ασχολείται με ζητήματα ιδιοκτησίας και τον έλεγχο της δόμησης», είπε. Τόνισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει πολύ περισσότερα εργαλεία που «θα μπορούμε να αξιοποιήσουμε».
«Το τελικό όραμα θα πρέπει να είναι ένας μεγάλος ψηφιακός χάρτης, να μπορείς να μπαίνεις σε κάθε ΚΑΕΚ να γνωρίζεις ακριβώς τι μπορείς να χτίσεις, τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και βέβαια η ψηφιακή παρακολούθηση και της οικοδομικής δραστηριότητας στη χώρα ώστε να μπορούμε να γνωρίζουμε άμεσα τι χτίζεται και αν υπάρχει οποιαδήποτε αυθαιρεσία», τόνισε.
«Προτάσσουμε τη μεταρρύθμιση αυτή επειδή αναγνωρίζουμε απόλυτα την αναπτυξιακή της διάσταση», επεσήμανε επίσης ο πρωθυπουργός.
Είπε ακόμη ότι τα ζητήματα αυτά συνδέονται άμεσα με ένα φλέγον πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία που είναι το πρόβλημα της στέγης. «Μετά βεβαιότητος θα δούμε εξελίξεις τα επόμενα χρόνια που θα έχουν να κάνουν με την ανάγκη της χώρας να αξιοποιήσει ένα κτιριακό απόθεμα», ανέφερε.
Για τον ρόλο του Ταμείου Ανάκαμψης στην προσπάθεια αυτή, ο πρωθυπουργός επεσήμανε ότι «ήταν απολύτως χρήσιμο επειδή χρηματοδότησε πολύ σημαντικά έργα, άρα ήταν κρίσιμο για να ολοκληρώσουμε αυτή τη μετάπτωση».
Υπογράμμισε και στο σημείο αυτό τη σημασία της ψηφιοποίησης της χώρας που «είναι μια διαρκής διαδικασία, που όποτε μπορούμε να το πετύχουμε, πρέπει να τυγχάνει ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Είπε, ωστόσο, ότι υπάρχει πλέον ένα κεκτημένο που οι πολίτες το αναγνωρίζουν, διακομματικά, καθώς είναι μια επιτυχία της χώρας συνολικά και όχι μόνο αυτής της κυβέρνησης, πάνω στο οποίο πρέπει να επενδύσουμε λαμβάνοντας υπόψη και τη μεγάλη σημασία της Τεχνητής Νοημοσύνης».
Σε ερώτηση σχετικά με το ποια είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση για τα επόμενα τριάντα χρόνια, υπογράμμισε: «Έχουμε προτάξει ένα πολύ συνεκτικό πλαίσιο σημαντικών μεταρρυθμίσεων για την Ελλάδα του 2030 που θα αποτελέσει και τον πυρήνα του προεκλογικού μας προγράμματος για τις εκλογές του 2027. Θέλω να τονίσω ότι η μεταρρύθμιση του κράτους και η μάχη με αυτό που αποκαλούμε βαθύ κράτος είναι συνεχής». Μάχες έχουν κερδηθεί και εκκρεμότητες που έχουν μείνει πρέπει να επιλυθούν, πρόσθεσε.
Ολοκληρώνοντας τόνισε ότι «η ολοκλήρωση ενός κράτους που θα λειτουργεί με αντικειμενικότητα, διαφάνεια, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα εξακολουθεί να είναι μία σημαντική εκκρεμότητα για τη χώρα. Δεν έχει ολοκληρωθεί, πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι το 2030 και θα ολοκληρωθεί από αυτή την κυβέρνηση και ελπίζω και από την επόμενη κυβέρνηση».
Πηγή: skai.gr