Ο Αχμάντ Μέντες Μορέιρα δεν είναι απλώς ένας ποδοσφαιριστής που έβαλε ένα γκολ ανόδου και επανέφερε την Καλαμάτα στην πρώτη κατηγορία μετά από 26 χρόνια.
Είναι μια ιστορία που κουβαλά διαδρομές, δυσκολίες και στιγμές που τον σημάδεψαν βαθιά εντός και εκτός γηπέδων. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, άλλωστε, αυτό φαινόταν σε κάθε του λέξη, σε κάθε μικρή παύση. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η κουβέντα μας διακόπηκε. Δύο, τρεις (μικροί και μεγάλοι) φίλαθλοι τον πλησίασαν διστακτικά για μια φωτογραφία. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, με χαμόγελο, χωρίς ίχνος αμηχανίας. Οικείος, απλός, «δικός τους» άνθρωπος. Ίσως γιατί, όπως λέει και ο ίδιος, «εδώ νιώθω ότι με αγαπούν πραγματικά».
Και αυτή η αίσθηση δεν είναι δεδομένη για κάποιον που έχει ζήσει και την άλλη πλευρά του ποδοσφαίρου. Ο ρατσισμός που αντιμετώπισε στο παρελθόν δεν ήταν απλώς ένα περιστατικό, ήταν μια πληγή που τον ανάγκασε να παλέψει με τον εαυτό του. Να σταθεί όρθιος όταν ένιωσε πως δεν τον αντιμετωπίζουν ως άνθρωπο. Σήμερα, όμως, στην Καλαμάτα, δείχνει να έχει βρει κάτι πολύ πιο δυνατό από ένα καλό συμβόλαιο: την αποδοχή. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη του.
Δεν δίστασε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Απόλυτα ειλικρινής, ακόμη και για στιγμές που δεν ήταν οι καλύτερες στην καριέρα του. Όπως η μικρή παρουσία στην Eredivisie, η χαμένη μάχη με την Κηφισιά. Τρομερά ευγενής επίσης, μιλάει τρεις γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, ολλανδικά) και τώρα μαθαίνει ολοένα και περισσότερα ελληνικά. Μορφωμένος επίσης!
Μέσα από 7000 λέξεις εξιστορεί τη ζωή και την καριέρα του. Έχει ζήσει ενώ ήταν στην εθνική ομάδα, πραξικόπημα στη χώρα του. Μιλά για την οικογένειά του, εξιστορεί και μια φοβερή ιστορία με τον αδερφό του: Αμφότεροι, την περασμένη σεζόν έχασαν στο φινάλε της σεζόν την άνοδο στην πρώτη κατηγορία με Καλαμάτα και Ντεν Χάαγκ, ενώ φέτος την κατέκτησαν και οι δύο με διαφορά μιας εβδομάδας.
Θυμάται τη θητεία του σε ΠΑΣ Γιάννινα και ΑΕ Λεμεσού, το πρώτο του ματς με την εθνική Γουινέας. Μιλά για τη φιλοσοφία που έχουν οι Ολλανδοί γύρω από το ποδόσφαιρο.
Ο Αχμάντ Μέντες Μορέιρα κατέκτησε φέτος πρωτάθλημα και Σούπερ Καπ με την Μαύρη Θύελλα και ετοιμάζεται να αγωνιστεί ξανά στα σαλόνια. Ανεβαίνει ως... υπερπρωταθλητής!
Από τη Γουινέα στην Ολλανδία: μια οικογενειακή διαδρομή
«Ο πατέρας μου είναι από τη Γουινέα-Μπισάου, η οποία είναι αποικία της Πορτογαλίας και όταν ήταν στο πανεπιστήμιο σπούδασε στη Λισαβόνα. Μετά τις σπουδές αποφάσισε να παραμείνει στην Ευρώπη, γνώρισε κάποιους φίλους στο πανεπιστήμιο και ταξίδεψαν στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία. Ερωτεύτηκε την Ολλανδία και έμεινε εκεί. Όταν γύρισε για ένα διάστημα στη Γουινέα γνώρισε τη μητέρα μου και αποφάσισαν να πάνε στην Ολλανδία, για ένα καλύτερο μέλλον», αναφέρει αρχικά και στη συνέχεια του ζητήσαμε να μας αναφερθεί στις τρεις χώρες με το όνομα Γουινέα και τις διαφορές τους... «Ναι, έχουμε τη Γουινέα, τη Γουινέα-Μπισάου και την Ισημερινή Γουινέα. Υπάρχει βέβαια και η Παπούα Νέα Γουινέα, η οποία είναι δίπλα στη Νέα Ζηλανδία. Η Ισημερινή Γουινέα ήταν ισπανική αποικία, η Γουινέα ήταν γαλλική και η Γουινέα-Μπισάου ήταν πορτογαλική. Οπότε κάθε χώρα έχει τις διαφορές της».
Ασφαλώς, θέλαμε να μάθουμε πώς είναι η Γουινέα, αλλά και για την κουλτούρα της χώρας του. «Σχεδιάζω να πάω το επόμενο καλοκαίρι. Να πάω εκεί γιατί η οικογένειά μου, ειδικά από την πλευρά της μητέρας μου, σχεδόν όλοι είναι εκεί. Και πραγματικά σχεδιάζω να πάω. Είναι ωραίο να πας εκεί επίσης, νομίζω. Δεν ξέρω αν είναι τόσο εύκολο για να κάνεις τουρισμό. Είναι μια όμορφη χώρα, έχουν δάση, θάλασσα και έχει όμορφα μέρη. Κοντά στο Κονακρί μπορείς να πας με ένα μικρό καραβάκι σε ένα νησί. Είναι πολύ όμορφα. Όταν βλέπεις τουρίστες, είναι κυρίως άνθρωποι από τη Γουινέα που ζουν στην Ευρώπη, ξέρεις, οπότε δεν έχουν πραγματικά τουρισμό, αλλά έχουν όμορφα μέρη».
«Οι άνθρωποι από τη Γουινέα είναι πολύ εργατικοί, προσπαθούν για να επιβιώσουν καθημερινά. Προσπαθούν να επιβιώσουν μέρα με τη μέρα, να διαχειριστούν τα πράγματα της ζωής. Είναι πολύ προσανατολισμένοι στην οικογένεια. Είναι φυσιολογικό, για παράδειγμα, οι παππούδες να ζουν μαζί, να είναι λίγο, ας πούμε, σαν άνθρωποι ενός χωριού όλοι μαζί, να τρώνε μαζί. Είναι μια πολύ μεγάλη κουλτούρα. Γι’ αυτό για μένα η οικογένεια είναι επίσης πολύ σημαντική, γιατί μεγάλωσα με την ιδέα ότι μπορεί να μην έχουμε πολλά, αλλά έχουμε ο ένας τον άλλο για να διασφαλίσουμε ότι τα καταφέρνουμε, ότι μοιραζόμαστε μαζί, βοηθάμε ο ένας τον άλλο, και αυτές είναι οι αξίες μας, αυτό πρεσβεύουμε ως χώρα. Οπότε νομίζω ότι με όλα αυτά οι σχέσεις γίνονται πιο δυνατές».
Η κουβέντα πήγε στο ποδόσφαιρο και στα παιδιά από την Αφρική. Είναι άραγε πραγματικά δύσκολο για ένα παιδί από την Αφρική να γίνει επαγγελματίας; «Ναι, γιατί ίσως πρέπει να φύγει από τη χώρα του σε μικρή ηλικία. Δεν υπάρχει η δομή των ακαδημιών που υπάρχει στην Ολλανδία, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο εκεί. Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Και επίσης, τα οικονομικά μέσα για αυτούς. Για παράδειγμα, να αγοράσουν ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά παπούτσια είναι αδιανόητο. Πολλοί γονείς λένε ότι είναι καλύτερα να σπουδάσουν, να δουλέψουν, να διασφαλίσουν ότι έχουν μια σταθερή δουλειά παρά να παίξουν ποδόσφαιρο, γιατί το ποδόσφαιρο είναι ρίσκο. Μπορεί να τραυματιστείς και μετά δεν έχεις τίποτα. Γι’ αυτό πολλοί γονείς δεν το υποστηρίζουν. Επίσης, η οργάνωση δεν υπάρχει για να σου διασφαλίσουν ότι θα έχεις μια καλή ακαδημία και ότι μπορείς να κάνεις ένα βήμα»
Αφού πιάσαμε την οικογένειά του, μιλήσαμε και για τον ετεροθαλή αδελφό του, Σεκού Σιλά. Επίσης, επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και με ίδια ιστορία, μιας και κατάφεραν να ανέβουν στην πρώτη κατηγορία με διάστημα μιας εβδομάδας...
«Παίζει τώρα επίσης στη δεύτερη κατηγορία της Ολλανδίας. Είναι αστείο γιατί πέρσι έπαιζε στην Άντο Ντεν Χάαγκ και πέρσι έπαιξαν επίσης στα πλέι οφ και έχασαν για να πάνε στην πρώτη κατηγορία. Ανέβηκαν όμως φέτος και αυτοί στην πρώτη κατηγορία, κέρδισαν και πήραν την άνοδο. Δύο αδέρφια την ίδια χρονιά; Ναι, είναι απίστευτο. Την προηγούμενη χρονιά και οι δύο χάσαμε τα πλέι οφ. Είναι αστείο πώς πάει η ζωή. Ιδιαίτερα για τους γονείς μας, είναι πολύ περήφανοι που συνέβη αυτό. Δύο παιδιά από την ίδια οικογένεια πήραμε την άνοδο. Οι γονείς μας ποτέ δεν μας πίεσαν. Μας ζήτησαν να παίξουμε ποδόσφαιρο, και από τη στιγμή που παίξαμε, το αγαπήσαμε».
Tο μεγάλο άλμα στην Eredivisie και ο Μορέιρα που από δεκάρι έγινε εξτρέμ!
Γεννήθηκε στην Ολλανδία και έμαθε το ποδόσφαιρο στις καλύτερες ακαδημίες, σε αυτές της Φέγενορντ. Σε μια χώρα που εμπιστεύονται τους νεαρούς ποδοσφαιριστές περισσότερο απ' ότι συνηθίζουν οι υπόλοιπες χώρες. Διότι όπως εξιστορεί και ο Αχμάντ Μέντες Μορέιρα, ένας 18χρονος είναι το ίδιο γι' αυτούς με έναν έμπειρο ποδοσφαιριστή...
«Οι δομές που έχουν στις ακαδημίες τους είναι πολύ καλές, στην Ολλανδία λένε πως “ο αρκετά μεγάλος είναι αρκετά καλός”. Τι εννοούν; Πως αν είσαι 18 χρονών και παίζεις ως μέσος για παράδειγμα, τότε έχεις την ίδια ποιότητα με έναν έμπειρο μέσο που παίζει στην ανδρική ομάδα. Έτσι, θα βάλουν τον 18χρονο να παίξει, γιατί εκεί εμπιστεύονται τους ποδοσφαιριστές. Επίσης είναι ένα επιχειρηματικό μοντέλο για την ομάδα, γιατί όταν επιλέγεις τους παίκτες σου, αυτοί παίρνουν λεπτά, βελτιώνονται και δημιουργείς νέους ποδοσφαιριστές που θα παίξουν είτε στην ομάδα σου, είτε κάπου αλλού. Στις ακαδημίες δουλεύουν με σωστές υποδομές, για να ανεβάζουν όσο περισσότερους μπορούν στην πρώτη ομάδα. Είναι πολύ σημαντικό αυτό, θυμηθείτε τον Άγιαξ που κατέκτησε το Champions League και οι περισσότεροι παίκτες του ρόστερ προέρχονταν από τις ακαδημίες και αυτό δεν πρόκειται να γίνει ξανά.
Αρχικά έπαιζα σε μια μικρότερη ομάδα, επιπέδου τοπικού που λέμε. Έπαιζα εκεί μαζί με τους δύο μεγαλύτερους αδερφούς μου απ’ όταν ήμουν 6 χρονών. Έπαιξα για 3 χρόνια και τότε η Φέγενορντ με βρήκε μέσω σκάουτερ, έκαναν 4 προπονήσεις μαζί τους και έπαιξα ένα φιλικό και μου είπαν να πάω στην ακαδημία. Ήταν ένα μεγάλο όνειρο για εμένα, γιατί είμαι από το Ρότερνταμ και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους συλλόγους της Ολλανδίας. Ήταν ένα όνειρο που έγινε αληθινό για εμένα».
-Έχεις ζήσει από κοντά ντέρμπι μεταξύ Φέγενορντ και Άγιαξ; Θέλω να μου περιγράψεις λίγο την ατμόσφαιρα…
«Φυσικά. Το φυσιολογικό πολλές φορές είναι να υπάρχει ένα ντέρμπι μεταξύ δύο ομάδων από την ίδια πόλη. Εδώ μιλάμε για μία ομάδα από το Ρότερνταμ και άλλη μία ομάδα από το Άμστερνταμ. Είναι πάρα πάρα πάρα πολύ μεγάλο ντέρμπι και μερικές φορές διεξάγονται τα ματς χωρίς εκτός έδρας οπαδούς λόγω επεισοδίων».
Μέχρι τα 22 έπαιζε σε ημιεπαγγελματικό επίπεδο... Ο Μορέιρα δεν έχασε την πίστη του και τότε ήρθε η εκπληκτική χρονιά και η μεταγραφή στη Χρόνινχεν.
«Έπαιζα στην 3η κατηγορία, είναι ημιεπαγγελματική κατηγορία. Μπορούσα όταν ήμουν νεότερος να πάω στη 2η κατηγορία αλλά ακόμη δεν ήμουν σίγουρος για τον εαυτό μου. Aποφάσισα να κάνω ένα βήμα πίσω, να παίξω περισσότερα παιχνίδια και να είμαι σημαντικός στις ομάδες που έπαιζα. Και μετά έκανα, από τα 22 μου, το άλμα από την τρίτη στην πρώτη κατηγορία. Νομίζω ότι ήμουν αρκετά καλός για να παίξω στη δεύτερη κατηγορία. Οι χαμηλότερες ομάδες στη δεύτερη κατηγορία δεν είναι τόσο καλές. Και, ας πούμε ότι οι καλύτερες ομάδες στην τρίτη κατηγορία είναι μερικές φορές καλύτερες από τις ομάδες στη δεύτερη κατηγορία. Και ήθελα να βεβαιωθώ ότι, αν ήθελα να παίξω επαγγελματικά, το βήμα θα ήταν καλό. Και δεν περίμενα να πάω από την τρίτη στην πρώτη κατηγορία. Περίμενα να πάω στις καλύτερες ομάδες στη δεύτερη κατηγορία για να βεβαιωθώ ότι έκανα σωστά βήματα. Αλλά ήρθε μια πολύ καλή σεζόν στην 3η κατηγορία, σκόραρα 14 γκολ και έδωσα 11 ασίστ.
Μετά ξαφνικά πολλές ομάδες σε πρώτη και δεύτερη κατηγορία με ήθελαν. Τότε ήρθε η Χρόνινχεν, είναι ένας μεγάλος σύλλογος στην Ολλανδία. Ήταν ένα πολύ μεγάλο βήμα, έπρεπε να προσαρμοστώ από την 3η στην 1η κατηγορία. Και αρχικά δεν με πήραν για να είμαι βασικός, καταλαβαίνετε. Ήθελα να προσαρμοστώ και αυτοί να μου δώσουν λίγο χρόνο να παίξω. Έπαιξα στο πρώτο μισό της σεζόν 13 παιχνίδια, είχα ένα γκολ και δύο ασίστ. Αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν τα πηγαίναμε και πολύ καλά με την Χρόνινχεν εκείνη την εποχή, παραλίγο να υποβιβαστούμε. Τότε, μίλησα με τον αθλητικό διευθυντή και μου είπε πως είναι καλύτερο για εμένα να πάω σε μια ομάδα της 2ης κατηγορίας, όπου θα παίζω περισσότερο και θα είμαι πιο σημαντικός. Από εκεί πήγα στην Τέλσταρ, τώρα παίζει στην 1η κατηγορία, τότε ήταν στη 2η. Προσαρμόστηκα καλύτερα εκεί και νομίζω τα πήγα αρκετά καλά».
Καλός μαθητής στα νιάτα του επίσης, αλλά δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του γιατί έκανε το βήμα στην Eredivisie για λογαριασμό της Χρόνινχεν. Παρόλα αυτά, του αρέσει να δουλεύει με ανθρώπους, να βοηθάει κόσμο. Γιατί όπως είπαμε και στον πρόλογο, είναι καταπληκτικός ο χαρακτήρας του.
«Σπούδαζα κοινωνική εργασία. Ήμουν καλός μαθητής. Αλλά όπως είπα, όταν παίζεις στη Γ’ κατηγορία, είναι ημι-επαγγελματικά, οπότε μπορείς να δουλεύεις ή να σπουδάζεις. Σπούδαζα και έπαιζα. Αλλά όταν πήγα στην πρώτη κατηγορία, δεν μπορούσα να το συνδυάσω πια, οπότε έπρεπε να σταματήσω για να ακολουθήσω το όνειρό μου να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους. Όταν ήμουν 18, ήμουν και προπονητής σε ομάδα κάτω των 9 στην Εξέλσιορ. Ήμουν προπονητής για τρία χρόνια. Μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους και αυτό είναι το δυνατό μου σημείο. Θέλω επίσης να γίνω προπονητής στο μέλλον».
Δεν ήταν η πιο εύκολη συνθήκη η προσαρμογή στην Eredivise, πάντως... Για να αρχίσει όμως να κάνει την καριέρα που γνωρίζουμε και να γίνει ένας κομβικός ποδοσφαιριστής για τις ομάδες που αγωνίζεται, έπρεπε να αλλάξει θέση. Άφησε το 10, όπου έπαιζε μέχρι τότε στην καριέρα του και έγινε εξτρέμ. Το αποτέλεσμα; Γνωστό...
«Είναι ένα πάρα πολύ απαιτητικό πρωτάθλημα, αρκετά physical. Αρκετοί λένε πως είναι καλύτερα για τους εξτρέμ, τους επιθετικούς γιατί είναι ανοιχτό. Έχει πάρα πολύ ένταση, πολλές αντεπιθέσεις, αλλά έχει και αρκετούς τεχνίτες παίκτες. Επίσης, το τακτικό κομμάτι είναι πολύ σημαντικό. Νομίζω τακτικά τα πηγαίνω καλά, γιατί από τη στιγμή που έπαιξα σε καλές ακαδημίες, σε πιέζουν να βελτιωθείς τακτικά και τεχνικά. Αλλά πραγματικά ήταν πολύ απαιτητικά τα πράγματα… Είναι ένα από τα πρωταθλήματα με τη μεγαλύτερη ένταση. Αλλά ήταν μια καλή εμπειρία να παίξω εκεί. Ήταν ωραίο για να είμαι ειλικρινής.
Στις ακαδημίες ξεκίνησα ως μέσος, έπαιζα σαν δεκάρι. Στην Ολλανδία παίζουνε με δύο μέσους που κοντρολάρουν το τέμπο και έναν παίκτη σαν δεκάρι, που παίζει κοντά στον φορ. Το ντεμπούτο μου το έκανα φορώντας το 10. Όταν από την Κ19 πήγα στην πρώτη ομάδα, ο προπονητής μου μου είπε ότι με βλέπει περισσότερο ως εξτρέμ. Έτσι, από τα 18 μου παίζω εξτρέμ. Πριν από αυτό έπαιζα πάντα στο 10 και μετά αυτό άλλαξε. Γι' αυτό νομίζω ότι πολλές φορές σε μια σεζόν έχω περισσότερες ασίστ παρά γκολ, επειδή βλέπω τους συμπαίκτες μου και ξέρω πού μπορώ να τους βρω. Και αυτό είναι επίσης κάτι που έχω μέσα μου από τότε που ήμουν μέσος».
Καλαμάτα: το ρίσκο που έγινε… πρωτάθλημα
Η κουβέντα άρχισε να πηγαίνει στο παρόν, στην Καλαμάτα. Όταν ήρθε η πρόταση, το συζήτησε με την οικογένειά του όπως κάνει πριν από κάθε του απόφαση. Μπορεί να φαινόταν ως ρίσκο να αφήσει την ΑΕ Λεμεσού που έπαιζε στην πρώτη κατηγορία της Κύπρου, αλλά τελικά αποδείχτηκε ολόσωστη. Αφού πρώτα πέρασε μια δύσκολη σεζόν, όταν η άνοδος χάθηκε στο τελευταίο λεπτό από την Κηφισιά.
«Νομίζω ότι οι αποφάσεις που πήρα στην καριέρα μου, ήταν όλες σωστές. Τα συζητάω με την οικογένειά μου. Μιλάω με την οικογένειά μου και με τον αδερφό μου για το αν μια επιλογή που έχω είναι το σωστό βήμα. Για παράδειγμα σκέφτονταν, παίζεις στην πρώτη κατηγορία γιατί να πας στην Καλαμάτα; Είναι ένα καλό βήμα; Και τους απάντησα ότι πιστεύω στην ιστορία που μου είπε ο πρόεδρος. Μου είπε ότι θέλουμε να προσπαθήσουμε να ανέβουμε στην πρώτη κατηγορία και πιστεύει ότι είμαι πολύ σημαντικός παίκτης για να το πετύχουμε αυτό. Η οικογένειά μου ηταν λίγο επιφυλακτική, αλλά πήρα την απόφαση. Και νομίζω ότι τελικά ήταν μια πολύ καλή απόφαση...».
Τι πήγε στραβά όμως κόντρα στην Κηφισιά; Ο ίδιος ήταν τρομερά ειλικρινής, λέγοντας πως πιθανότατα η ομάδα του Λέτο ήταν καλύτερη συνολικά. Οι ίδιοι, βέβαια, πλήρωσαν και το γεγονός πως έπαιζαν για δύο αποτελέσματα, κάτι που σίγουρα τους επηρέασε πνευματικά και φυσικά στην απόδοσή τους...
«Παίξαμε εκείνη τη σεζόν τέσσερις φορές εναντίον της Κηφισιάς. Για μένα, προσωπικά, η Κηφισιά είχε καλύτερη ομάδα. Έτσι πιστεύω, δείτε επίσης πόσοι παίκτες από πέρυσι παίζουν τώρα και κάνουν καλές εμφανίσεις στην πρώτη κατηγορία. Αυτό δείχνει πως μάλλον είχαν καλύτερη ομάδα. Αλλά όταν είσαι τόσο κοντά στο να κατακτήσεις το πρωτάθλημα, δεν μπορείς να χάσεις ένα παιχνίδι σαν κι αυτό. Είναι επώδυνο. Και επίσης ο τρόπος που ήρθε, στο τελευταίο λεπτό. Και νομίζω ότι το παιχνίδι σχεδόν δεν είχε ούτε μία ευκαιρία. Ήταν ένα πολύ κλειστό παιχνίδι επειδή και οι δύο ομάδες ήταν νευρικές.
Ήταν, ας πούμε, και από τις δύο πλευρές λίγο παράξενο παιχνίδι. Και μετά, από το πουθενά μια αντεπίθεση, ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό… Έμεναν 2-3 λεπτά στις καθυστερήσεις, προσπαθήσαμε να πιέσουμε. Και όταν σφύριξε το τέλος, ήμασταν σαν να μην έχουμε συναισθήματα. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ήμασταν σε κατάσταση σοκ, καταλαβαίνετε;».
«Αν παίζεις ένα ματς και σου κάνει η ισοπαλία, τότε αυτό είναι κακό γιατί σου έχει μπει ήδη στο μυαλό να παίζεις πιο κλειστά, να γυρίσεις πιο πίσω στο γήπεδο και τους δίνεις χώρους να έρθουν. Νομίζω ότι πάντα πρέπει να παίζεις ένα παιχνίδι για να το κερδίσεις αλλά από τη στιγμή, ας πούμε που είναι στο 70-75 και είναι ακόμα 0-0 και δεν γίνονται ευκαιρίες, τότε πρέπει να… σκοτώσεις το παιχνίδι.
Οι οπαδοί έβλεπαν πως ήμασταν πολύ αγχωμένοι, η πίεση ήταν μεγάλη. Ναι, ήταν ένα παιχνίδι με μεγάλη πίεση, είναι ένα μεγάλο παιχνίδι και είναι επίσης μια καλή ομάδα απέναντι».
Μετά το σοκ με την Κηφισιά, ήταν από τους λίγους ποδοσφαιριστές που έμειναν στο ρόστερ. Ο πρόεδρος, Γιώργος Πρασσάς, πίστεψε σε αυτόν και ασφαλώς ο Αλέκος Βοσνιάδης με τους συνεργάτες του. Γνώριζαν άπαντες πως μπορεί να εξελιχθεί σε ένα σημαντικό γρανάζι στην ομάδα ανόδου που σχεδίαζαν, όπως και έγινε. Εν τέλει, δηλαδή, κατακτώντας το πρωτάθλημα και επαναφέροντας, με το δικό του γκολ, τη Μαύρη Θύελλα στη Σούπερ Λίγκα μετά από 26 χρόνια...
«Εγώ, ο Παμλίδης, ο Στρούγγης, ο Κατάλντι, λίγα παιδιά μείναμε από πέρυσι. Έπρεπε να κάνουμε αλλαγές, είναι πάντα καλό να υπάρχουν κάποιες αλλαγές. Είχαμε μια νέα ομάδα. Αλλά το καλό με αυτό είναι ότι ήμασταν μαζί από την αρχή. Δεν ήξερα πολλούς παίκτες προσωπικά. Αλλά ήμασταν πολλές εβδομάδες μαζί στην προετοιμασία. Γνωριστήκαμε πολύ καλά και επίσης μάθαμε το προπονητικό επιτελείο, τον τρόπο που θέλουμε να παίζουμε, τι περιμένουν από εμάς. Και από εκεί αρχίσαμε να «δένουμε» από τη στιγμή που ήμασταν μαζί. Είμαστε μια ομάδα που δημιουργούσαμε πολλές ευκαιρίες σε κάθε παιχνίδι και αυτό έχει να κάνει και με τον τρόπο που παίζαμε, πολύ επιθετικά δηλαδή. Ο προπονητής πίστευε σε αυτό το πλάνο και είχαμε την ποιότητα να εξυπηρετήσουμε το πλάνο του».
Τι άλλαξε, όμως, ο Αλέκος Βοσνιάδης με τον ερχομό του συνολικά; Διότι όπως μας λέει ο έμπειρος εξτρέμ, ο μετρ των ανόδων ξέρει να διαχειρίζεται και καταστάσεις εκτός από το αγωνιστικό ζήτημα.
«Είναι ένας πολύ καλός προπονητής αλλά και ένας καλός διαχειριστής ανθρώπων, γιατί ξέρει ότι έχει ένα ρόστερ με πολλούς παίκτες. Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις μια ολόκληρη ομάδα ενωμένη ενώ μόνο 11 μπορούν να παίξουν. Επίσης είπε ότι η δύναμή μας δεν είναι μόνο οι παίκτες που παίζουν, αλλά όλη μαζί η ομάδα. Πάντα έδινε επίσης έπαινο στους παίκτες που δεν παίζουν, που είναι επαγγελματίες.
Έχουμε έναν καλό συνδυασμό: τον προπονητή, που είναι καλός προπονητής και καλός διαχειριστής ανθρώπων, και έχουμε επίσης δύο καλούς βοηθούς. Είναι πάντα μαζί μας στο γήπεδο. Ο Μπουκουβάλας και ο Σταμέλος είναι πολύ καλοί επίσης στο γήπεδο, βοηθάνε σε πολλά κομμάτια. Μας προετοίμαζαν σωστά, έκαναν την ανάλυση του βίντεο, μας έδειχναν πώς πρέπει να προσαρμοζόμαστε σε κάθε αντίπαλο, πώς να «σκοτώνουμε» τις αδυναμίες του και μας βελτίωναν. Οπότε πάντα η ομάδα ήταν πολύ καλά προετοιμασμένη, έτοιμη. Οπότε αυτό ήταν επίσης ένα από τα δυνατά μας σημεία φέτος».
«Πανηγύριζαν λες και πήραν το πρωτάθλημα – Ο Βοσνιάδης μας είπε πάμε να το τελειώσουμε μέσα στη Νέα Σμύρνη»
Η σεζόν κύλησε με τη Μαύρη Θύελλα διαρκώς πρώτη, αλλά στην πρεμιέρα των playoffs ήρθε η εντός έδρας ήττα από τον Πανιώνιο και το... ταρακούνημα. Ο ίδιος δεν φοβήθηκε, πάντως. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που έβλεπε τον αντίπαλο να πανηγυρίζει λες και κέρδισε το πρωτάθλημα. Αντιθέτως, ήταν αυτοί που πήραν το πρωτάθλημα, μέσα στην έδρα του αντιπάλου!
«Πιστεύω πως στο παιχνίδι που χάσαμε με 2-0 ότι παίξαμε καλύτερα από το παιχνίδι που κερδίσαμε εκεί με 1-0. Σκόραραν σε δύο αντεπιθέσεις. Και ήταν επίσης λίγο και ψυχολογικό γιατί ήμασταν επτά βαθμούς μπροστά. Μετά ξαφνικά έγιναν τρεις οι βαθμοί με τη διαίρεση που υπάρχει. Αυτό είναι άδικο. Μετά μας κερδίζουν και είμαστε μαζί. Πανηγύριζαν τη νίκη σαν να είχαν πάρει ήδη το πρωτάθλημα. Ο προπονητής διαχειρίστηκε πολύ καλά την κατάσταση. Μας κράτησε όλους ήρεμους. Μας έδειξε δύο μέρες μετά το παιχνίδι, είδαμε το βίντεο και πώς παίξαμε, είδαμε ότι ήμασταν πολύ καλοί στο παιχνίδι, ότι ήταν ένα από τα καλύτερα παιχνίδια που παίξαμε αλλά δεν σκοράραμε. Και είπε απλά να μείνουμε ήρεμοι, να διορθώσουμε τις λεπτομέρειες και να είμαστε σίγουρα ότι θα πάμε εκεί και θα κερδίσουμε.
Δεν περιμέναμε να χάσουν από τον Ολυμπιακό Β’ και να φέρουν ισοπαλία με τη Μαρκό. Οπότε λέμε πάμε εκεί να κερδίσουμε και να πάρουμε το πρωτάθλημα. Ο προπονητής μας είπε «οκ, τώρα πρέπει να τελειώσουμε τη δουλειά εκεί. Δεν πάμε για την ισοπαλία, πάμε φουλ για τη νίκη». Και όταν κερδίσαμε ήμασταν τόσο χαρούμενοι. Οπότε ήταν ένα επιπλέον κίνητρο να τελειώσουμε το πρωτάθλημα εκεί, ναι. Έβλεπα στα social media τα όσα έκαναν μετά το 2-0 που μας κέρδιζαν. Πανηγύριζαν ενώ δεν είχαν τίποτα! Εμείς ήμασταν υπομονετικοί, κερδίσαμε τον Μάρκο, κερδίσαμε τον Ολυμπιακό Β’ και τελειώσαμε τη δουλειά απέναντί τους εκεί μέσα».
Το γκολ της ανόδου και η «έκρηξη» της πόλης
Τελικά, στη Νέα Σμύρνη ήρθε η εξιλέωση. Με το δικό του γκολ για το 1-0 της Καλαμάτας και την εξαργύρωση της ανόδου...
«Το να σκοράρω αυτό το γκολ, το κάτι άλλο… Μερικές φορές είναι καλό, ειδικά όταν είσαι μέσα στην περιοχή, να μην σκέφτεσαι, απλά να ακολουθείς το ένστικτό σου και απλά να βρίσκεις τον πιο κοντινό δρόμο προς το τέρμα. Το κοντρόλ ήταν καλό, έβαλα το δεξί μου πόδι κοντά στην μπάλα και απλά σούταρα με δύναμη. Δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί φίλαθλοι από εμάς, ήταν κυρίως κάποιοι άνθρωποι μέσα από την ομάδα στην κερκίδα. Ήταν μια έκρηξη χαράς, ήμουν πολύ χαρούμενος. Ήταν επίσης ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι και το να σκοράρω αυτό το γκολ με έκανε πολύ, πολύ χαρούμενο».
«Ειδικά μετά τον Πανιώνιο, οι πανηγυρισμοί ήταν... Γιατί εκεί ήταν πραγματικά η στιγμή που γίναμε πρωταθλητές και ήταν πραγματικά η στιγμή που όχι μόνο εμείς αλλά ειδικά ο κόσμος στην πόλη και οι φίλαθλοι περίμεναν τόσα πολλά χρόνια. Οπότε όταν πανηγύριζαν ήταν μαγικό… Πώς να το πω, ήμασταν ενθουσιασμένοι, όλοι ήταν ενθουσιασμένοι. Σταματήσαμε δύο φορές στην εθνική οδό, μία φορά κοντά στην Καλαμάτα, ο κόσμος δεν μπορούσε να περιμένει. Δεν μπορούσαν να ελέγξουν τα συναισθήματά τους με την καλή έννοια. Και μετά όταν μπήκαμε στην πόλη με το λεωφορείο και είδαμε όλο τον κόσμο. Ήταν πραγματικά απίστευτο. Και μετά στη φιέστα, η οργάνωση ήταν τρομερή. Είχαμε το ανοιχτό λεωφορείο, την κούπα που σηκώσαμε στο γήπεδο. Ήταν υπέροχο συναίσθημα να γιορτάζουμε όλοι μαζί».
Ο ίδιος, ασφαλώς και θέλει να παραμείνει στην ομάδα. Θέλει να ζήσει παρέα με την πόλη την επιστροφή της Καλαμάτας στα σαλόνια. Νιώθει πως όλοι τον αγαπούν και θέλει να είναι κομμάτι της ομάδας που θα χτιστεί για το υψηλότερο επίπεδο. Με υπομονή, βήμα-βήμα όπως αναφέρει...
«Ναι, θέλω να μείνω και αυτό είναι επίσης που προβλέπει το συμβόλαιό μου. Είχα συμβόλαιο με ένα χρόνο οψιόν και η επιλογή ενεργοποιείται όταν ανέβουμε στην πρώτη κατηγορία. Όταν πρωτοήρθα, ήμουν αρχικά λίγο σκεπτικός γιατί όλοι έχουμε ακούσεις ιστορίες στο παρελθόν για τη δεύτερη κατηγορία... Γι’ αυτό είπα, «Εντάξει, θέλω να υπογράψω συμβόλαιο, αλλά αν ανέβουμε στην πρώτη κατηγορία, θέλω να μείνω». Και νομίζω ότι ο κόσμος θέλει να μείνω, ο πρόεδρος θέλει να μείνω, και επίσης νομίζω ότι οι άνθρωποι στην Καλαμάτα θέλουν να μείνω. Νιώθω ότι όλοι με αγαπούν εδώ. Οπότε νομίζω ότι είναι επίσης μια ωραία εμπειρία να ανέβουμε μαζί στην πρώτη κατηγορία.
Και νομίζω ότι είναι σημαντικό τον πρώτο χρόνο να μην πέσουμε, ξέρεις, να είμαστε σταθεροί. Και από εκεί και πέρα θα δούμε το επόμενο βήμα γιατί όλοι λένε, «Ω, τώρα πρέπει να πάτε για θέση 5-8 για να πάτε ίσως Ευρώπη». Εγώ λέω, ας βεβαιωθούμε ότι θα παραμείνουμε. Ας μείνουμε στην κατηγορία, να φτιάξουμε το γήπεδό μας για να μπορούμε να παίξουμε σε αυτό και μετά από τον δεύτερο χρόνο θα δούμε ποιο θα είναι το επόμενο βήμα μας. Πρέπει να το χτίσεις. Καταλαβαίνω ότι όλη η πόλη περίμενε 26 χρόνια και είναι ανυπόμονη. Ας πάμε, όμως, βήμα-βήμα, να μην προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα πιο μεγάλο βήμα που θα μας ρίξει κάτω. Είμαι χαρούμενος με όσα θα ζήσουμε και ελπίζω να μπορώ να είμαι μέρος αυτού.».
-Και νομίζω είναι η δεύτερη άνοδος που πανηγυρίζεις, έτσι; «Για μένα είναι η δεύτερη, είχαμε μία στην Ολλανδία από την τρίτη στη δεύτερη κατηγορία και αυτή είναι η πρώτη μου στην Ελλάδα. Οπότε ήταν πολύ ωραίο να το ζήσω και αυτό εδώ».
«Δεν έφυγα από τον ΠΑΣ για τα χρήματα - Καταπληκτικός άνθρωπος ο κύριος Χριστοβασίλης, μάθαμε μέσα στο πούλμαν τον θάνατό του»
Η πρώτη του εμπειρία στην Ελλάδα ήταν με τη φανέλα του ΠΑΣ Γιάννινα. Παρέμεινε για μια διετία και αποχώρησε στη συνέχεια για το μεγάλο άλμα, στην Κύπρο και τον Άρη Λεμεσού. Ακούστηκαν πολλά, ακόμη και ότι έφυγε από τους Ηπειρώτες για τα χρήματα αλλά ο ίδιος διευκρινίζει πως ποτέ δεν τέθηκε τέτοιο θέμα.
«Ήταν η ώρα για μια αλλαγή γιατί ήμουν στην Eredivisie για ένα χρόνο και μετά πήγα στην Εξέλσιορ στη δεύτερη κατηγορία για δύο χρόνια και τα πήγα αρκετά καλά. Εκείνη την περίοδο με επέλεξαν επίσης για την εθνική ομάδα της Γουινέας και επίσης μίλησα με τον προπονητή της εθνικής ομάδας και μου είπε ότι αν θέλω να συνεχίσω να παίζω στην εθνική ομάδα θα πρέπει να κάνω και το παραπάνω βήμα, να παίζω στην πρώτη κατηγορία. Το καλοκαίρι προσπάθησα να πάω σε μια ομάδα πρώτης κατηγορίας και δεν είχα πρόταση από ομάδα στην Ολλανδία. Τότε ήρθε η πρόταση του ΠΑΣ Γιάννινα αλλά και μια ομάδα από τη Ρουμανία. Μίλησα με τον προπονητή εκείνη την εποχή και ήταν καλό για μένα να κάνω το βήμα στην Ελλάδα, να βγω εκτός χώρας».
«Θα ήθελα να το διευκρινίσω γιατί είναι καλό για μένα να το εξηγήσω και να πω την αλήθεια. Ήμουν δύο χρόνια στην ΠΑΣ Γιάννινα. Τον πρώτο χρόνο κάναμε μια πολύ καλή χρονιά, πήγαμε στα πλέι οφ. Τον δεύτερο χρόνο, όταν ο Θανάσης Στάικος ήταν προπονητής, οι άνθρωποι πάντα λένε ότι τα δύο μου χρόνια ήταν διαφορετικά, αλλά ο τρόπος που παίζαμε τον δεύτερο χρόνο μου ταίριαζε περισσότερο από τον πρώτο χρόνο. Παίζαμε πολύ αμυντικά με τον Μεταξά. Είχαμε επιτυχία με αυτό. Παίζαμε 4-4-2 με χαμηλό μπλοκ άμυνας, μόνο με αντεπιθέσεις.
Τον πρώτο χρόνο που ήμουν εκεί, είχαμε τον Περέα που πήγε στη Στουτγάρδη, τον Σάλιακα που πήγε στη Σεντ Πάουλι. Ο Πίρσμαν πήγε στον Άρη. Ο Πήλιος πήγε μετά την ΑΕΚ. Ο ΠΑΣ Γιάννινα πιστεύω ότι είναι η ομάδα για να κάνεις το επόμενο βήμα. Εγώ επίσης ήθελα να κάνω το επόμενο βήμα και δεν ήταν ότι ζητούσα χρήματα. Ήθελα απλώς να κάνω το επόμενο βήμα για να σιγουρευτώ ότι μπορώ να πάω σε άλλη ομάδα. Και νομίζω ότι όλοι ξέρουν ότι είχαν επίσης κάποια οικονομικά προβλήματα. Και ποτέ δεν μίλησα γι’ αυτό και δεν μου αρέσει να μιλάω γι’ αυτό επίσης. Ήταν για μένα το επόμενο βήμα και δεν ήταν ότι ήθελα επιπλέον χρήματα».
Έζησε τον Γιώργο Χριστοβασίλη, για τον οποίο λέει τα καλύτερα. Τον θυμάται πώς ήταν ως άνθρωπος και αναφέρει χαρακτηριστικά μια συγκινητική ατάκα για τον θάνατό του, τον οποίο στην ομάδα τον έμαθαν μέσα στο πούλμαν όταν επέστρεφαν από τη Λιβαδειά στα Γιάννενα. «Ας πούμε ότι περίμενε να μας δει στην τελευταία αγωνιστική για να φύγει και ήταν πολύ, πολύ λυπηρό».
«Είχα μια συζήτηση μαζί του επίσης πριν έρθω και… Ήταν πολύ καλός, ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, ξέρεις, με καλή καρδιά, ήταν επίσης ωραίος άνθρωπος, μιλούσε πολύ ήσυχα, πάντα ευγενικός, ξέρεις, ήταν ωραίος.
Με τον κύριο Χριστοβασίλη είχα μόνο καλές εμπειρίες. Ήταν ένας πολύ ευγενικός, ζεστός άνθρωπος και λυπάμαι που πέθανε. Ήταν επίσης πολύ δύσκολο εκείνη τη στιγμή που πέθανε. Παίξαμε το τελευταίο μας παιχνίδι της σεζόν και επιστρέφαμε στα Γιάννενα, όταν στο λεωφορείο μάθαμε ότι είχε πεθάνει. Ας πούμε ότι περίμενε να μας δει στην τελευταία αγωνιστική για να φύγει και ήταν πολύ, πολύ λυπηρό. Αλλά έχω μόνο καλές αναμνήσεις με αυτόν τα δύο χρόνια που τον γνώρισα».
Ακολούθησε η πορεία του στο πρωτάθλημα της Κύπρου. Η μετακόμιση στο νησί της Αφροδίτης, εκεί όπου φόρεσε για έναν χρόνο τη φανέλα της ΑΕ Λεμεσού. Συγκρίνοντας την εμπειρία του ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο, τόνισε πως η Σούπερ Λίγκα είναι καλύτερο ως πρωτάθλημα.
«Είναι αρκετά παρόμοια, νομίζω. Ξέρεις για το πάθος, τους φιλάθλους, τις ομάδες εκεί. Ναι, η ελληνική λίγκα είναι καλύτερη. Ειδικά αν συγκρίνεις τις μεγαλύτερες ομάδες της Ελλάδας με την Κύπρο. Ίσως είναι πιο ανταγωνιστική γιατί υπάρχουν πολλές διαφορές μεταξύ των μεγάλων ομάδων και των μικρότερων ομάδων.
Έπαιξα δύο χρόνια στην πρώτη κατηγορία στην Ελλάδα και ένα χρόνο στην πρώτη κατηγορία Κύπρου. Η πρώτη κατηγορία Κύπρου έχει πολλές μεταβάσεις. Υπάρχουν πολλές ομάδες που παίζουν με χαμηλό μπλοκ και παίζουν μόνο στο transition. Η ελληνική λίγκα, νομίζω, είναι τεχνικά πολύ καλή. Ακόμα και οι Έλληνες παίκτες ξεχωρίζουν, αλλά υπάρχουν και Αργεντίνοι, Ισπανοί και από άλλες χώρες παίκτες που τεχνικά και τακτικά είναι πολύ καλοί. Οπότε για μένα προσωπικά, το ελληνικό πρωτάθλημα είναι καλύτερο από αυτό της Κύπρου».
Απάντησε και ότι δεν ήταν δική του απόφαση η αποχώρηση από την ΑΕ Λεμεσού, αλλά της ομάδας παρότι είχε συμβόλαιο για ένα ακόμη έτος.
«Ήταν απόφαση της ομάδας. Υπέγραψα για δύο χρόνια στην ΑΕ Λεμεσού. Τον πρώτο χρόνο είχαμε μια ΟΚ σεζόν. Νομίζω ότι τερματίσανε στην όγδοη ή ένατη θέση. Και μετά είπαν ότι όλοι οι ξένοι έπρεπε να φύγουν. Οπότε είχαμε συνομιλίες μαζί τους, έσπασα το συμβόλαιό μου και μετά ήμουν ξανά ελεύθερος».
«Θυμάμαι όταν κερδίσαμε 5-0 τον Άρη, ακόμη κάνω πλάκα στον Γκάμα»
Θυμήθηκε και μια τρομερή ιστορία από την θητεία του στον ΠΑΣ ο Μορέιρα και εκείνο το απίστευτο 5-0 μέσα στο «Κλεάνθης Βικελίδης» επί του Άρη. Με τον κόσμο να έχει εξαγριωθεί με τους «κίτρινους μετά» και τον Μπρούνο Γκάμα να βγαίνει μπροστά για τους συμπαίκτες του… Βέβαια, ο Πορτογάλος ακόμη δέχεται πειράγματα από τον Αφρικανό εξτρέμ, όντας πλέον συμπαίκτες στην Καλαμάτα!
«Θυμάμαι ένα παιχνίδι που παίξαμε με τον Άρη όταν ήμουν στον ΠΑΣ, κερδίσαμε 5-0. Ήταν παράξενο γιατί είχαμε επτά ευκαιρίες και σκοράραμε πέντε φορές, με πέντε διαφορετικούς σκόρερ. Μπήκα στο ματς αλλαγή, πήρε την μπάλα και σούταρα από τα 25 μέτρα και σκόραρα. Σκοράραμε με κάθε τρόπο! Στα αποδυτήρια γιορτάζαμε αλλά σκεφτόμασταν και τι συνέβη, ήταν πολύ, πολύ τρελό. Τότε στον Άρη ήταν ο Μπρούνο Γκάμα, ήταν ένας από τους αρχηγούς της ομάδας. Μετά τον αγώνα ήμασταν στα αποδυτήρια και δεν μπορούσαμε να φύγουμε από το γήπεδο για δύο ώρες, γιατί οι οπαδοί τους είχαν τρελαθεί, επειδή την επόμενη εβδομάδα έπρεπε να παίξουν εναντίον του ΠΑΟΚ. Ήταν θυμωμένοι.
Ο Μπρούνο Γκάμα ήταν ένας από τους αρχηγούς και βγήκε τους είπε: “Mην ανησυχείτε, θα κερδίσουμε την επόμενη εβδομάδα τον ΠΑΟΚ”. Και αν θυμάμαι καλά έτσι έγινε, τους κέρδισαν. Ήταν τρελή εβδομάδα και γι’ αυτούς. Του κάνω πλάκα ακόμη για αυτό το παιχνίδι. Είπε ότι και αυτός δεν ήξερε τι συνέβη. Κάθε σουτ που κάναμε ήταν και ένα γκολ».
Το ντεμπούτο στην εθνική Γουινέας, το πραξικόπημα και το τηλεφώνημα του Ναμπί Κεϊτά!
Ο Αχμάντ Μέντες Μορέιρα έχει επιλέξει την εθνική ομάδα της Γουινέας, της χώρας καταγωγής της μητέρας του, για να εκπροσωπεί. Έχει αγωνιστεί με το εθνόσημο στο στήθος και αυτό ασφαλώς είναι κάτι ξεχωριστό για τον ίδιο, αλλά και για κάθε ποδοσφαιριστή στην καριέρα του. Από το ντεμπούτο του, μάλιστα, θυμόταν και τις λεπτομέρειες…
«Νομίζω ήταν τον Μάιο. Τον Μάιο του 2021. Παίξαμε εναντίον της Τουρκίας στην Αττάλεια. Και μπήκα στο 65’. Ήταν μια πολύ περήφανη στιγμή για την οικογένειά μου. Ήρθαν από τη Γουινέα για μένα, για να με δουν να φοράω τη φανέλα αυτή. Μετά το παιχνίδι κάλεσα τη μητέρα μου και ήταν πολύ συγκινημένη. Ήταν πολύ ωραίο συναίσθημα να φοράω τη φανέλα για τη χώρα από όπου προέρχονται οι γονείς μου και να παίζω ένα παιχνίδι για αυτούς.
Είναι ένα καταπληκτικό συναίσθημα γιατί πήγα στη Γουινέα τον Σεπτέμβριο για την εθνική ομάδα. Είναι εντυπωσιακό πώς οι άνθρωποι το βιώνουν αυτό, είναι κάτι άλλο. Όταν πηγαίνουμε με το λεωφορείο, οι άνθρωποι τρέχουν πίσω μας. Ξέρουμε πως η Γουινέα είναι μια πολύ φτωχή χώρα αλλά το ποδόσφαιρο είναι ζωή για αυτούς τους ανθρώπους. Περνάμε μέσα από την πόλη, βλέπεις ανθρώπους να παίζουν ποδόσφαιρο στο δρόμο, στην άμμο, ξέρεις… Και όταν φτάσαμε εκεί, τους δώσαμε λίγη χαρά. Είναι κάτι παράξενο αλλά και μια πολύ ωραία εμπειρία να το βλέπεις από κοντά»./em>
Πάντα υπάρχουν και δύσκολες στιγμές, όμως… Μία από αυτή τη βίωσε έστω και από μακριά ο εξτρέμ της Καλαμάτας. Όταν τον Σεπτέμβριο του 2021 έγινε πραξικόπημα στο Κονακρί και ο Μορέιρα βρισκόταν στο ξενοδοχείο με την εθνική Γουινέας.
«Παίζαμε εναντίον της Γουινέα-Μπισάου και μετά πήγαμε από τη Γουινέα-Μπισάου στη Γουινέα και έπρεπε να παίξουμε εναντίον του Μαρόκου. Ήμασταν στο ξενοδοχείο, τρώγαμε και συνήθως στο φαγητό δεν έχουμε το κινητό μας μαζί. Και μετά βλέπω όλους με το τηλέφωνο στο φαγητό και ήταν παράξενο, σκέφτηκα τι συμβαίνει; Πήρα το τηλέφωνό μου και βλέπω αναπάντητες κλήσεις από τη μητέρα μου, από την οικογένειά μου. Μιλάω και μου λέει «είσαι ασφαλής;» και λέω «ναι, τι συμβαίνει;». Μου λένε ότι ο ηγέτης του στρατού έκανε πραξικόπημα με τον πρώην πρόεδρο. Και ότι τον πήγαιναν στο κέντρο με άρματα και τέτοια. Ήταν πολύ, πολύ, πολύ, πολύ τρελό.
Είχαμε τύχη που ενώ συνέβαινε, ήταν λίγο πιο μακριά, σε άλλο μέρος της πόλης. Οπότε δεν είδαμε τίποτα. Αλλά όταν είδαμε βίντεο, τότε είδαμε να πυροβολούν ανθρώπους στους δρόμους και τέτοια. Ήταν πολύ, πολύ κακό. Και επίσης κάποιοι άνθρωποι πέθαναν από τη στιγμή που πήραν τον πρόεδρο. Οι άνθρωποι στην πόλη ήταν χαρούμενοι γιατί ήταν πολύ διεφθαρμένος. Πολύ διεφθαρμένος πρόεδρος. Και ήταν χαρούμενοι που συνέβη αυτό. Αλλά ήταν πολύ κακό».
Η χώρα βρισκόταν υπό νέο καθεστώς και κανείς δεν επιτρεπόταν να φύγει. Τη λύση όμως για τον Μορέιρα, αλλά και τους Αγιμπού και Μαντί Καμαρά του Ολυμπιακού έδωσε ένας συμπαίκτης τους. Ο Ναμπί Κεϊτά, ο πρώην χαφ της Λίβερπουλ!
«Επίσης δεν μπορούσαμε να πετάξουμε γιατί είπαν ότι κανείς δεν είχε άδεια να πετάξει. Δεν μπορούσες να ταξιδέψεις, να φύγεις από τη χώρα. Οπότε ήταν μια πολύ τρελή εμπειρία. Πολύ, πολύ τρελό πράγμα να το ζήσεις. Ευτυχώς όλοι εμείς ήμασταν ασφαλείς και τελικά φύγαμε μετά από μερικές μέρες. Δεν επιτρεπόταν να πετάξουμε και μετά θυμάμαι ότι ο αρχηγός μας, ο Ναμπί Κεϊτά, που ήταν στη Λίβερπουλ κατάφερε να το κανονίσει να φύγουμε…».
Όνειρό του πάντως είναι να παίξει με τον αδερφό του, Σεκού Σιλά, σε ένα Κύπελλο Εθνών Αφρικής με τη Γουινέα. Αν θα το καταφέρει; Γιατί όχι! Όπως λέει και ο ίδιος, το ρόστερ είναι πολύ καλό και θα ήταν μια μεγάλη στιγμή για την οικογένειά τους…
«Ένα μεγάλο όνειρο είναι να παίξω με την εθνική ομάδα στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής μαζί με τον αδερφό μου. Έχουμε καλή ομάδα, σπουδαίους παίκτες, όπως τον Ντιακαμπί και τον Μορίμπα. Αν πραγματοποιήσω καλές εμφανίσεις στην πρώτη κατηγορία, θα έχω την ευκαιρία να επιστρέψω στην εθνική ομάδα και ίσως να καταφέρω να παίξω στο επόμενο Κύπελλο Εθνών Αφρικής με τον αδερφό μου. Ο αδερφός μου έχει παίξει περίπου 25 αγώνες, συμπεριλαμβανομένου και του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής το 2024».
«Όταν δέχτηκα ρατσιστική επίθεση στην Ολλανδία…»
Τον πήγαμε αρκετά χρόνια πίσω, στο 2019. Όταν έπαιζε στην Εξέλσιορ και δέχτηκε ρατσιστική επίθεση από τους οπαδούς της Ντεν Μπος. Μια στιγμή δύσκολη, κατά την οποία αποχώρησε αρχικά από το γήπεδο. Όταν επέστρεψε, σκόραρε και πανηγύρισε εμφατικά μπροστά στους ρατσιστές οπαδούς της Ντεν Μπος…
«Είχα παίξει πολλές φορές κόντρα σε αυτή την ομάδα, οπότε ποτέ δεν είχα πρόβλημα τις προηγούμενες… Έπαιζα αριστερό εξτρέμ, στη μεριά της κερκίδας. Όταν ξεκίνησε το παιχνίδι και κάθε φορά που είχα την μπάλα, με προσέβαλαν διαρκώς. Έλεγαν πράγματα που δεν θέλω να πω τώρα, πολύ άσχημα, τα καταλάβαινα όλα όμως επειδή μιλώ ολλανδικά.
Αρχικά το άφησα να συμβεί, το άφησα να περάσει. Αλλά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού έγινε τρελό, ακόμη και οι συμπαίκτες μου πήγαν στον διαιτητή και είπαν «είναι υπερβολικό», φώναζαν «Black Pete». Ο Black Pete είναι, ας πούμε, ο μαύρος βοηθός του Άγιου Βασίλη σε μια γιορτή που κάνουν οι Ολλανδοί στις 5 Δεκεμβρίου. Κάθε φορά που έπαιρνα την μπάλα, μου έκαναν ρατσιστικές επιθέσεις.
Και από τη στιγμή που ένιωσα ότι με πλήγωσαν, ξέσπασα, καταλαβαίνεις; Έγινα τρελός. Ήθελα να θυμώσω, αλλά ήταν μια πολύ οδυνηρή στιγμή γιατί δεν σε αντιμετωπίζουν σαν άνθρωπο. Ποτέ δεν είχα βιώσει κάτι τέτοιο στη ζωή μου και όταν συνέβη ήταν πολύ, πολύ άσχημο. Μετά σκόραρα ένα γκολ και πήγα και το πανηγύρισα μπροστά τους. Νομίζω ότι ήταν η καλύτερη απάντηση, αλλά ήταν πολύ δύσκολο γιατί ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο σε μένα. Είχαν και αυτοί μαύρους παίκτες στην ομάδα τους, ο αρχηγός τους ήταν επίσης. Και μου έλεγαν μεταξύ άλλων «Nigger», πράγματα τρελά, απίστευτα. Ήταν καλό που ο διαιτητής σταμάτησε το παιχνίδι για ένα διάστημα».
Ήταν η χειρότερη στιγμή στην καριέρα του; Σαφώς και ναι, όπως λέει ο ίδιος. Διότι και το επόμενο διάστημα, η προσοχή ήταν στραμμένη πάνω του. Για τον λάθος λόγο, όμως…
«Δεν μπορώ να δεχτώ τόσοι πολλοί άνθρωποι να λένε τέτοια πράγματα, δεν το καταλαβαίνω. Ήταν η χειρότερη στιγμή για εμένα. Ήταν δύσκολο και για μένα να παίξω. Και για να είμαι ειλικρινής, είχα μια πολύ δύσκολη περίοδο εκείνη την εποχή και μετά από αυτό που συνέβη, από το πουθενά ήρθε τόση προσοχή σε μένα. Παίξαμε αυτό το παιχνίδι Κυριακή και κανονικά την επόμενη μέρα, επειδή ήταν τόσο μεγάλο, έπρεπε να πάω στην τηλεόραση να μιλήσω γι’ αυτό.
Μετά την τηλεόραση πήγα στο σούπερ μάρκετ σαν κανονικός άνθρωπος. Και όταν πήγα στο σούπερ μάρκετ, όλοι με σταματούσαν και ήμουν λίγο αγχωμένος. Σκεφτόμουν «εντάξει, τι θέλουν από μένα;». Αλλά ήταν καλό, ήθελαν να με στηρίξουν, όμως ήταν υπερβολικό. Μετά δεν έβγαινα από το σπίτι, απλώς πήγαινα στην προπόνηση και μετά σπίτι, γιατί δεν ένιωθα καλά. Ήταν πολύ δύσκολο να το αντιμετωπίσω, ενώ οι άνθρωποι ήταν θετικοί απέναντί μου, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να γίνω ξαφνικά δημόσιο πρόσωπο. Δεν ήθελα να γίνω δημόσιο πρόσωπο για αυτό. Ήθελα απλώς να παίζω ποδόσφαιρο. Αν ήθελα να γίνω δημόσιο πρόσωπο, θα το επέλεγα, αλλά ήταν κάτι που ήρθε ξαφνικά».
«Ήταν δύσκολο να το διαχειριστώ, αισθάνθηκα ότι δεν με αντιμετώπιζαν ως άνθρωπο»
Ο ίδιος δυσκολεύτηκε αρχικά να το διαχειριστεί. Ήταν πολύ βαρύ και άσχημο για τον ίδιο, αφού ένιωθε πως δεν τον αντιμετώπισαν ως άνθρωπο.
«Ήταν πολύ περίεργο, γιατί δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που συνέβη κάτι τόσο άσχημο. Αισθάνθηκα ότι δεν με αντιμετώπισαν σαν άνθρωπο, και αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το δεχτώ. Υπήρξε πολύ μεγάλη στήριξη προς εμένα, αλλά ήταν πολύ δύσκολο για μένα, γιατί το συναίσθημα ήταν πολύ δυνατό και προσωπικό. Όταν σκόραρα το γκολ αμέσως μετά, ένιωσα ότι ήταν η καλύτερη απάντηση που μπορούσα να δώσω. Μετά τον αγώνα, πολλοί μεγάλοι παίκτες, όπως ο Βαϊνάλντουμ, ο Ντεπάι και η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Ολλανδίας με στήριξαν πολύ. Ήταν καλό που ήξεραν τι είχε συμβεί και καταλάβαιναν πόσο άσχημο ήταν. Αλλά, για μένα προσωπικά, ήταν πολύ δύσκολο να γίνω ξαφνικά δημόσιο πρόσωπο γι’ αυτό το περιστατικό».
I’m sick and tired to see these images over and over! When is it going to stop!!? #SayNoToRacism @KNVB @OnsOranje @UEFA what we going to do? Specially with the upcoming @EURO2020 pic.twitter.com/DUt0y2h8IA
— Memphis Depay (@Memphis) November 17, 2019
Τελικά, αυτό το άθλιο περιστατικό τον έκανε πιο δυνατό ψυχικά και πνευματικά, κατάλαβε πως δεν πρέπει να επηρεάζεται από ανθρώπους όπως αυτοί που του έκαναν τη ρατσιστική επίθεση. Ακόμη και αν αρχικά ήταν σκληρές οι στιγμές που πέρασε, τις άφησε πίσω του.
«Ναι, με έκανε πιο δυνατό ψυχικά. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο, αλλά κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να αφήσω τέτοιες συμπεριφορές να με καθορίσουν. Έμαθα να επικεντρώνομαι στο παιχνίδι μου και να δίνω απάντηση μέσα στο γήπεδο, με ποδοσφαιρικό τρόπο, όπως όταν σκόραρα το γκολ. Ήταν δύσκολο αλλά και σημαντικό μάθημα για μένα. Είναι άδικο. Είναι άδικο, είναι ανόητο. Όταν συνέβη, ήταν πολύ δύσκολη περίοδος για μένα και για την οικογένειά μου. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, μιλούσα πολύ γι’ αυτό με την οικογένειά μου και με τους συμπαίκτες μου που με στήριζαν πολύ.
Όσο περνούσαν οι ημέρες ένιωθα όλο και καλύτερα και είμαι χαρούμενος που όλα πήγαν καλά. Αλλά οι πρώτες δύο εβδομάδες μετά ήταν πολύ δύσκολες, ειλικρινά. Πολύ σκληρές. Είναι η μοναδική φορά στην καριέρα μου που έζησα κάτι τέτοιο. Δεν ένιωθα σαν άνθρωπος. Δεν είχα κάνει κάτι για να το αξίζω. Ακόμη και αν προκαλείς κάποιον, δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχτώ τέτοια συμπεριφορά. Ήταν εντελώς ξαφνικό και άδικο».
«Όταν ήμουν μικρός μου έλεγαν δεν είσαι αρκετά καλός, αλλά τα κατάφερα»
Ο Μορέιρα πέρασε και από το στάδιο της αμφισβήτησης. Άκουγε να του λένε πως δεν θα τα καταφέρει, αλλά είχε πάντα στην άκρη του μυαλού του τη συμβουλή του πατέρα του που του έλεγε να μη λυγίσει, να μην αμφιβάλλει…
«Η καλύτερη συμβουλή που μου έχουν δώσει είναι να μην αμφιβάλλω για τον εαυτό μου. Στην ακαδημία πάντα μου έλεγαν: “Δεν είσαι αρκετά καλός” και στο τέλος τα κατάφερα. Ο πατέρας μου μου έλεγε: “Μην αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου, έχεις μεγάλη ποιότητα, πίστεψε στον εαυτό σου”. Κουβαλάω αυτή τη συμβουλή πάντα μαζί μου».
Βοήθεια είχε και από τον Ντάνι Μπούις, τον αγαπημένο του προπονητή και αυτόν με τον οποίο έχει κάνει τα περισσότερα παιχνίδια στην καριέρα του. «Τώρα προπονεί την Φορτούνα Σιτάρντ. Πίστεψε πολύ σε μένα. Ήμουν 19-20 χρονών όταν με είδε να παίζω και με βοήθησε να κάνω το βήμα στην πρώτη κατηγορία. Ήταν αυστηρός αλλά δίκαιος και τον εκτιμώ πολύ».
Όσον αφορά τον δυσκολότερο αντίπαλό του; Τον Βαγιαννίδη ονομάτισε… «Ο δεξιός μπακ που έπαιζε στον Παναθηναϊκό και είναι τώρα στη Σπόρτινγκ, ο Βιαγιαννίδης. Όταν έπαιζα απέναντί του ήταν πολύ δύσκολο το παιχνίδι. Δεν μου έδινε χώρο, ήταν γρήγορος και δυνατός».
Έχει ζήσει και την ατμόσφαιρα του Ντε Κάιπ… Το πιο δύσκολο γήπεδο που έχει παίξει. Το έζησε από τη μία πλευρά, όταν ήταν στις ακαδημίες της Φέγενορντ, αλλά και ως αντίπαλος.
«Το Ντε Κάιπ είναι με διαφορά το πιο δύσκολο γήπεδο. Έπαιξα εκεί ως αντίπαλος με το Χρόνινχεν, μπροστά σε 50.000 φανατικούς οπαδούς, σκληρά εργαζόμενους ανθρώπους που γεμίζουν πάντα το γήπεδο. Δεν είναι τυχαίο που το λένε “ο φόβος του Κάιπ”. Πολλοί παίκτες που ξεχωρίζουν αλλού δυσκολεύονται εκεί λόγω της τεράστιας πίεσης. Είναι ένα πολύ απαιτητικό γήπεδο, η πίεση είναι πολύ μεγάλη. Ακόμα και αν η ομάδα δεν πάει καλά, δεν έχει σημασία. Σε κάθε παιχνίδι είναι εκεί 50.000 άνθρωποι. Κατάμεστο. Και πολύ φανατικοί».
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






