Εάν υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στα χρόνια που ξεκίνησα να γράφω, είναι ότι ο δημοσιογράφος του τότε δεν αμειβόταν καλύτερα από ένα μέσο τραπεζικό υπάλληλο. Αντίθετα, τα φράγκα έπεφταν στους εργαζόμενους του Τύπου, λινοτύπες και «μαρμαράδες», που τα επαγγέλματά τους ήταν τόσο περιζήτητα που μερικές φορές δινόντουσαν σαν προίκα. «Μια που θα παντρευτείς την κόρη μου, θα κοιτάξω να σε βάλω στο σωματείο».

Το σωματείο των λιθογράφων διαλύθηκε όχι από την αναλγησία των εργοδοτών ή την απληστία, αλλά από την τεχνολογία. Η τεχνική και περίπλοκη δουλειά του λινοτύπη, που χρειαζόταν να πληκτρολογεί κείμενα με τα στοιχεία σε μολύβι, αντικαταστάθηκε από της φωτοσυνθέτριας, που το κείμενο έβγαινε σε ρολό χαρτιού, και του «μαρμαρά», αυτού δηλαδή που έβαζε τα μεταλλικά στοιχεία σε μια ξύλινη κάσα που είχε το μέγεθος της σελίδας, από της γραφίστριας, που κόλλαγε με UHU τα ρολά σε ένα χαρτί. Για να μη νομίσετε ότι μιλάω προπολεμικά, αναφέρομαι στο 1975. Οταν ξέσπασε η μεγάλη απεργία που κράτησε μήνες, αλλά απέτυχε, αφού κανένας δεν μπορεί να τα βάλει με την εξέλιξη και την τεχνολογία.

Το ότι δεν μπορείς να τα βάλεις με την τεχνολογία το διδάσκει και η Ιστορία. Οταν οι Λουδίτες των αρχών του 19ου αιώνα στην Αγγλία έκαναν σαμποτάζ στις κλωστοϋφαντουργικές μηχανές που αντικαθιστούσαν τους αργαλειούς με τη λογική ότι αφαιρούσαν θέσεις εργασίας. Το ίδιο συνέβη αργότερα με τα κομπιούτερ, όταν αντικατέστησαν τις γραφίστριες με την UHU από τη νέα γενιά του Photoshop. Ταυτόχρονα τα κομπιούτερ έφερναν σε δύσκολη θέση και τους παλιούς δημοσιογράφους, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν μάθει να υπαγορεύουν τα κείμενά τους. Οπως ένας από τους διευθυντές της «Αυγής» που έχω παρακολουθήσει πρώτο χέρι να υπαγορεύει.

Ηταν Σάββατο απόγευμα, είχα πάει στην Αγίου Κωνσταντίνου για να πάρω μια φίλη μου γραφίστρια, αλλά όταν ανέβηκα στα γραφεία της «Αυγής» μού είπε ότι πρέπει να περιμένω. Το θέαμα είχε ως εξής. Η γραφίστρια περίμενε να κλείσει τη σελίδα της κυριακάτικης έκδοσης, μία δακτυλογράφος καθόταν μπροστά στο πληκτρολόγιο και ένας ευγενικός, λεπτός και ηλικιωμένος κύριος ανεβοκατέβαινε τον διάδρομο της εφημερίδας υπαγορεύοντας μία φράση το πεντάλεπτο. Εκτός της ταχύτητας, ένα ακόμα πρόβλημα ήταν ότι η φράση μπορεί να λεγόταν όταν ο κύριος βρισκόταν στην άκρη του διαδρόμου, αφήνοντας αμφιβολίες για το κατά πόσον η δακτυλογράφος την άκουσε καθαρά. «Καλά το άκουσε;», είχα ρωτήσει τη φίλη μου. «Δεν έχω ιδέα και δεν με ενδιαφέρει. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αν τον διακόψεις του χρειάζεται μια ώρα να ξανασυγκεντρωθεί. Οπότε ούτε αυτή μιλάει και εσύ σκάσε».

Εσκασα. Ο κύριος τελείωσε το άρθρο του με μια φράση για την αρπακτικότητα των καπιταλιστών ή κάτι τέτοιο. Είναι περίεργο ότι ύστερα από τόσα χρόνια δεν ξέχασα τη σκηνή. Οπως και δεν ξέχασα ότι, όσο και να το βλαστημάμε σαν επάγγελμα, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι είμαστε τέτοια νούμερα και ψωνισμένοι με το επάγγελμα που θα το κάναμε και τζάμπα.


Παρ' όλο που είμαι 59 χρόνων, είμαι ενάντιος στην πρόωρη συνταξιοδότηση. Η σύνταξη είχε δημιουργηθεί για να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση στους ανθρώπους που αδυνατούσαν να δουλεύουν για να μην καταντούν ζητιάνοι. Το να βγαίνει ένας δημοσιογράφος συνταξιούχος στα 55, να εισπράττει τη σύνταξη, αλλά να βγάζει ένα μπλοκάκι και να συνεχίζει να κάνει την ίδια δουλειά που έκανε πριν είναι νόμιμο, αλλά και αναχρονιστικό. Οι ηλικίες συνταξιοδότησης είχαν οριστεί σε εποχές που το προσδόκιμο ζωής ήταν πολύ μικρότερο του σημερινού. Σήμερα λέμε «πέθανε νέος άνθρωπος» και μπορεί να μιλάμε για εβδομηντάρη. Τότε ανάμεσα στα hit της εποχής ήταν το «Ρε, πού καταντήσαμε, που σαρανταρίσαμε». Παραφράζοντας το κλασικό αριστερό αξίωμα «Δίκαιο είναι το δίκαιο της λογικής». Και η λογική λέει ότι άνθρωπος υγιής κάτω από τα 65 με προσδόκιμο ζωής άλλα 17 χρόνια δεν μπορεί να παίρνει σύνταξη. Αντίθετα όμως με την ηλικία, που είμαι σύμφωνος με την αύξηση των ορίων, η ενοποίηση των συνταξιοδοτικών ταμείων με κάνει έξω φρενών.

«Επιτέλους θα βρεθούμε συνάδελφοι με κάποιους που ακόμα και εμείς θα μπορούμε να φωνάζουμε λαμόγια». Το μήνυμα από δικηγόρο στο κινητό του Καρπετόπουλου ήταν χαριτωμένο, αλλά το γέλιο από την ενοποίηση των ταμείων φαρμακοποιών, δικηγόρων και δημοσιογράφων τελειώνει σε αυτό το σημείο. Γιατί μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, δεκαετίες καταβάλαμε πάνω από το 20% του μισθού μας για να υπάρχει ένα αξιοπρεπές ταμείο. Την ίδια στιγμή οι δικηγόροι είχαν διαλέξει έναν άλλον καθ’ όλα αποδεκτό δρόμο. Να δίνουν ελάχιστα και να περιμένουν λίγο περισσότερα, αφού σε δικηγορικές εργασίες προστίθετο χαρτόσημο υπέρ του ταμείου των δικηγόρων. Καταλαβαίνω μια ενοποίηση, αφού όμως πρώτα το ταμείο των δικηγόρων εξισωνόταν με των δημοσιογράφων καταβάλλοντας τα μέλη του αντίστοιχες ή ανώτερες εισφορές για το απαραίτητο χρονικό διάστημα. Εάν είναι να φορτωθούμε το ταμείο των δικηγόρων στο άστα ντούε θα είναι κυβερνητικός τσαμπουκάς και μπελάς στο κεφάλι μας. Και γοητευτικοί νταβατζήδες δεν υπάρχουν. Ιδιαίτερα όταν αυτοί που προσπαθούν να πουλήσουν το νταβατζιλίκι είναι οι βουλευτές, που στην πλειονότητά τους είναι δικηγόροι και έχουν κάθε λόγο να ικανοποιήσουν τους συναδέλφους τους. Αυτά για το υπόβαθρο της δημοσιογραφικής αντίδρασης στην ενοποίηση των ταμείων. Και τώρα στο ψαχνό.

Αυτή τη φορά η δημοσιογραφική κινητοποίηση δεν γίνεται για να κάνει μαγκιές μια διοίκηση της ΕΣΗΕΑ πριν από τις εκλογές. Αυτή τη φορά παίζονται το μέλλον του επαγγέλματος και η υπόσταση της ΕΣΗΕΑ. Πριν από 40 χρόνια όταν πρωτάρχιζα να γράφω σαν μαθητευόμενος η ΕΣΗΕΑ ήταν ένα κλειστό κλαμπ που δεν δεχόταν αθλητικογράφους. Μετά το κλαμπ άνοιξε, με αποτέλεσμα να γίνει δημοκρατικότερο, αλλά να χάσει κάτι από την αίγλη του. Μετά το κλαμπ άνοιγε συνεχώς, μέχρι που μια μέρα η αίσθηση του αποκλειστικού είχε χαθεί, αλλά τουλάχιστον διατηρείτο κάτι πρακτικό. Να πληρώνουμε τα κέρατά μας, αλλά να έχουμε ένα ταμείο που κάθε μαθητευόμενος θα σκιστεί για να γίνει μέλος του. Αν και οι πρακτικές παροχές χαθούν, η έλξη του επαγγέλματος μηδενίζεται. Για να μη χαθεί, λοιπόν, κάποιες δεσμεύσεις που κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να αναληφθούν για να είναι αποτελεσματική η κινητοποίηση.

Η πρώτη δέσμευση είναι ότι κάθε λεχρίτης ή λεχρίτισσα που θα εργαστεί στις ημέρες της απεργίας θα πρέπει να είναι παρίας στο υπόλοιπο της ζωής του. Δούλεψες; Ούτε καλημέρα. Επίσης, κάθε υπάλληλος που θα καλύψει χώρο ή ώρα που πριν από την απεργία καλυπτόταν από δημοσιογραφικό πρόγραμμα θα πρέπει να έχει την ίδια αντιμετώπιση με τον συνάδελφο απεργοσπάστη. Στα παπάρια μου αν αυτός που θα κάνει την ώρα μου στο ράδιο είναι ηθοποιός, ξάδελφος του ιδιοκτήτη ή ηχολήπτης. Είναι απεργοσπάστης, όπως ήταν απεργοσπάστες αυτοί που έφερναν τα αφεντικά στις αρχές του 20ού αιώνα για να σπάσουν τις απεργίες στις βιομηχανίες. Και συνήθως αντί να σπάσουν απεργίες έσπαζαν κεφάλια...

Επίσης, οι μονοήμερες απεργίες δεν έχουν νόημα. Τη μια μέρα ο πολίτης ενημερώνεται από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ενώ οι εφημερίδες αργούν, και την επόμενη συμβαίνει το αντίστροφο. Εάν η κυβέρνηση θέλει να προχωρήσει στην ενοποίηση των ταμείων, η μόνη λύση είναι η μακρόχρονη απεργία. Και εάν χρειαστεί να σχηματιστεί ταμείο βοηθείας στους χαμηλόμισθους ανέργους, με το καλό. Για να επιστρέφουμε και κάτι σε ένα επάγγελμα που μας έδωσε πολλά.

Ποτέ δεν κατάλαβα μια διοίκηση της ΕΣΗΕΑ που θα ασχολείται με το Παλαιστινιακό ή το Κίνημα της Γένοβας. Οποιος θέλει να ασχοληθεί, υπάρχουν οργανώσεις να ενταχθεί και να βγάζει ψηφίσματα μέχρι να ευχαριστηθεί η ψυχή του. Αντίθετα με τους Γενοβέζους, τους Παλαιστίνιους, τις καρέτες καρέτες, τους πολέμιους της ιδιωτικής ανώτατης παιδείας ή ό,τι άλλο, δεν ξέρω κάποια οργάνωση «Προστασίας του Δημοσιογραφικού Ταμείου» για να περιμένω βοήθεια.

Ενα επίσης θέμα που θίγεται ελάχιστα είναι το πόσα χρωστάνε οι εκδότες και καναλάρχες στα ταμεία. Από τη μία γράφουμε στις εφημερίδες για τις ευθύνες της κυβέρνησης που άφησε να γιγαντωθούν τα χρέη των ιδιοκτητών της ΑΕΚ, του ΠΑΟΚ ή του Ηρακλή χωρίς να επέμβει και από την άλλη κάνουμε κοκοκό τα ποσά που χρωστάνε οι ιδιοκτήτες Μέσων στα ταμεία. Ποιοι χρωστάνε και πόσα και υπάρχει μηχανισμός που να έχει καταγράψει τι χρωστάει ο Κουρής, ο Τράγκας, ο Κυριακού ή δεν ξέρω και εγώ ποιος άλλος; Και αν οι επιχειρήσεις τους κλείσουν, τι γίνεται; Τα χρέη γράφονται στο χιόνι; Εκτός αν έχουμε φτάσει στην περίπτωση της ΑΕΚ με την κυβέρνηση, όταν το επιχείρημα ήταν «Να σας πληρώσουμε το 5%, αφού αν κλείσουμε δεν θα πάρετε δίφραγκο». Εκτός του ότι είναι ξεφτίλα, έτσι, για την αίσθηση του δικαίου. Πόσα χρωστάει ο κάθε εκδότης; Να ακουστεί το νούμερο, να ανατριχιάσουμε και μετά ας του τα χαρίσουν.

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube