Εδώ και πολλά χρόνια που παρακολουθώ τα πρωταθλήματά μας δεν θυμάμαι κάτι ανάλογο.
Ο πρωταθλητής ήταν πάντοτε εκείνος που παρουσιαζόταν με τη σταθερότερη ενδεκάδα και τον πιο συγκεκριμένο (αν και όχι πάντα τον καλύτερο) τρόπο παιχνιδιού. Και ποτέ δεν είχε τύχει αυτό που έγινε φέτος, δηλαδή μια τόσο θεαματική μεταβολή των ενδεκάδων των διεκδικητών του τίτλου κατά τη διάρκεια της χρονιάς.
Εψαχνα τις μέρες του Πάσχα να βρω κάποια καλοκαιρινά κείμενά μου για να θυμηθώ τι ετοίμαζαν οι προπονητές των ομάδων εν μέσω της παραζάλης των Ολυμπιακών Αγώνων. Εστω και καθυστερημένα, κατάλαβα ότι μέρος του κακού (;) έγινε το περασμένο καλοκαίρι για λόγους ολότελα διαφορετικούς.
Πρώτη φορά
Ο ΠΑΟ του Σουμ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ένα τουρνουά στην Ολλανδία (δεν ξέρω πόσοι το θυμόσαστε...) με διάταξη και ενδεκάδα που δε θυμίζει καθόλου την τωρινή ομάδα. Επαιζαν βασικοί ο Χαλκιάς, ο Κυργιάκος, ο Μίτου, ο Αντριτς και ο Σκάτσελ και το μεγάλο πρόβλημα του Σουμ ήταν πώς θα χωρέσει στην ίδια ενδεκάδα τον Γκονζάλες και τον Σανμαρτεάν, που στα φιλικά έμοιαζαν να τα πηγαίνουν αρκετά καλά. Ο Ισραηλινός τεχνικός παιδευόταν να φτιάξει μια ομάδα με δύο κόφτες (τον Μπασινά και τον Αντριτς) τρεις ολ αράουντ μέσους (τον Σκάτσελ, τον Γκονζάλες και τον Σανμαρτεάν) και ένα μόνο κυνηγό. Ο δεύτερος καλοκαιρινός προβληματισμός είχε να κάνει με το αν ο ΠΑΟ μπορεί να παίξει πίσω με τρεις αμυντικούς, ώστε να χωρέσει σε ένα σχήμα πιο επιθετικό ο Μίτου ως έξω δεξιά! Περιττό να πω ότι τίποτε από όλα αυτά (που ήταν πιο πολύ στο κεφάλι του Ζάετς παρά του πρακτικού Σουμ) δεν έγινε πράξη, ούτε από τον Ισραηλινό ούτε από τον Σκάζνι, που τον διαδέχτηκε.
Αστείο
Το αληθινό αστείο της ιστορίας, που δείχνει και το εφήμερο και το ελαφρύ που κυριαρχούν στο ελληνικό ποδόσφαιρο, είναι ότι ο βασικός προβληματισμός το περασμένο καλοκαίρι ανάμεσα στους φιλάθλους και τους δημοσιογράφους που καλύπτουν το ρεποτράζ του ΠΑΟ ήταν ο ανθελληνισμός της ενδεκάδας του! Για τη διοίκηση οι πολλοί ξένοι ήταν ευλογία (αφού είναι έξω από το γρανάζι της ελληνικής πραγματικότητας) για μέρος του Τύπου κατάρα (αφού δεν θα αγαπήσουν τη φανέλα!). Ολη αυτή η συζήτηση, που γινόταν πριν από μόλις οκτώ μήνες, σήμερα μοιάζει ανέκδοτο: στην Τούμπα την περασμένη Κυριακή ο ΠΑΟ αγωνίστηκε με μόλις τέσσερις μη Ελληνες, δηλαδή τον Μινχ, τον Γκονζάλες, τον Γκαλίνοβιτς και τον Μόρις!
Περιθώριο
Ο Σάντος είχε μεγαλύτερο περιθώριο πειραματισμών, αφού η ομάδα που είχε στα χέρια του ήταν καινούργια και είναι αλήθεια ότι δούλεψε μεθοδικότερα, αφού ο πρώτος του στόχος ήταν να καταλήξει σε ένα βασικό σχήμα. Κι αυτός όμως δεν απέφυγε τους πειραματισμούς και ειδικά μετά τον Δεκέμβριο (όταν με τον ερχομό του Σέζαρ, του Ιβιτς, του Μάλμπασα και του Κυριακίδη αυξήθηκαν οι επιλογές) του έδωσε και κατάλαβε! Η σπεσιαλιτέ του Σάντος είναι κυρίως η αλλαγή της μεσαίας γραμμής: ακόμα κι όταν παίζει με τρεις μόνο χαφ, ανάθεμα κι αν μπορεί να μαντέψει κανείς ποια είναι η λογική της επιλογής τους. Κάποιος θα πίστευε ότι ο Ασουνσάο και ο Κατσουράνης είναι οι σταθερότερες επιλογές του: στην πραγματικότητα δεν ισχύει ούτε αυτό. Ο Κατσουράνης έπαιξε και στόπερ, ο Ασουνσάο έχασε ουκ ολίγα ματς και οι υπόλοιποι ανακυκλώθηκαν: ο Ρούσεφ, ο Κρασάς, ο Πέτκοφ, ο Ιβιτς, ο Μπούρμπος, ο Κωνσταντινίδης, ο Κυριακίδης, ακόμα και ο Μόρας, ο οποίος συχνά αγωνίστηκε ως κόφτης, κατέληξαν κάτι σαν μετοχές στο Χρηματιστήριο, περνώντας από φάσεις λίμιτ απ και λίμιτ ντάουν! Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι η ανακύκλωση αυτή δεν έγινε όταν η ομάδα ήταν φορτωμένη με υποχρεώσεις, αλλά και σε στιγμές που το πρόγραμμα ήταν νορμάλ.
Εκδοχές
Ακόμα πιο παράδοξο είναι αυτό που συνέβη στον Ολυμπιακό. Ο Μπάγεβιτς, μολονότι εμπιστεύτηκε ουσιαστικά μόνο 17, 18 παίκτες, κατάφερε με τους συγκεκριμένους να παρουσιάσεις τρεις, τέσσερις διαφορετικές εκδοχές του Ολυμπιακού!
Επαιξε κλειστά και από τον άξονα στην αρχή, πολύ από τα πλάγια στη συνέχεια, κάποια στιγμή με τρεις κεντρικούς αμυντικούς και ουκ ολίγες φορές με έναν κυνηγό και ουσιαστικά έξι χαφ! Το κουτσάρισμά του είχε περισσότερο στοιχεία αναζήτησης παρά ξεροκεφαλιάς: είναι η έμπρακτη απόδειξη του ότι το «πρόβλημά» του είναι το αντίθετο από αυτό που του καταλογίζουν. Πιθανότατα ψάχνεται πιο πολύ από όσο θα έπρεπε, με δεδομένο ότι οι λύσεις που έχει δεν είναι και πολλές. Εχει επίσης ενδιαφέρον το ότι, ενώ ξεκίνησε ψάχνοντας μια ενδεκάδα που θα ρολάρει στην άμυνα, κατέληξε ψάχνοντας μια ενδεκάδα με λύσεις στην επίθεση: αν μιλάμε για τον Μπάγεβιτς, αυτό είναι πρωτοφανές…
Διλήμματα
Κάτι μου λέει ότι το πρωτάθλημά μας θα είναι το ίδιο συναρπαστικό και του χρόνου, αφού βλέπω ότι και οι τρεις πρωτοπόροι θα ξεκινήσουν τη νέα χρονιά με πολλά καινούργια διλήμματα. Ο Μαλεζάνι πιθανότατα θα κληθεί να βρει τρόπους για να αντικατασταθούν οι Κωνσταντίνου και Μπασινάς, που είναι με τις βαλίτσες στο χέρι. Ο Ολυμπιακός μάλλον θα έχει καινούργιο προπονητή και ο Σάντος θα πρέπει να βρει ενδεκάδες που στη θέση του Αλβες και του Ασουνσάο θα έχουν άλλους παίκτες. Και δεν αποκλείεται να έχουμε του χρόνου πολύ κοντά σε αυτούς και τον ΠΑΟΚ, που (αν κρίνω από τον ανταγωνισμό) δεν έχει να φοβηθεί και πολλά. Με έναν καλό αμυντικό χαφ, έναν κεντρικό μπακ και έναν πρόεδρο είναι έτοιμος…
Κυβέρνηση Γιούβε
Εδώ και τρεις μέρες μού έρχονται διάφορα e-mail στην ηλεκτρονική διεύθυνση της στήλης (karpetshow@yahoo.gr), στα οποία με ρωτούν πώς γίνεται η Γιουβέντους να κέρδισε τη Μίλαν με τη βοήθεια του Κολίνα μέσα στο «Σαν Σίρο». Ενας φίλος από τη Θεσσαλονίκη, που έχει σίγουρα χιούμορ, μου έγραφε ότι είναι σαν να έχει πρόεδρο ο Παναθηναϊκός τον Γκαγκάτση και μεγαλομέτοχο τον Κώστα Καραμανλή και να παίξει ο Βασσάρας αβάντα απροκάλυπτα ΑΕΚ μέσα στη Λεωφόρο!
Πρώτα πρώτα σας έχω πει πολλές φορές να μη συγκρίνετε διαφορετικές πραγματικότητες με τα δικά μας: δεν είναι όλος ο κόσμος Ελλάδα. Ειδικότερα στην Ιταλία θα πρέπει να ξέρετε ότι υπάρχει μια κυβέρνηση πολιτική –όπως παντού– και μια κυβέρνηση ποδοσφαιρική, που ανάλογή της δεν υπάρχει πουθενά και λέγεται Γιουβέντους. Τα μοναδικό πράγματα που έχει ανάγκη η Γιούβε για να κερδίζει το πρωτάθλημα κάθε χρόνο είναι οι ποδοσφαιριστές και το κίνητρο. Οταν κάποτε οι άλλοι είχαν τους καλύτερους (τον Μαραντόνα, τον Γκούλιτ, τον Φαν Μπάστεν, τον Μπαρέζι, τον Ματέους, τον Βιάλι και τον Μαντσίνι) η «Κυρία», που τέτοιους δεν είχε, έμεινε εννέα χρόνια χωρίς πρωτάθλημα. Οταν αυτοί έφυγαν ή μεγάλωσαν και η Γιούβε βρήκε τους δικούς της (τον Μπάτζιο, τον Ζιντάν, τον Ντελ Πιέρο, τον Νέντβεντ), το μόνο που δεν ήταν δεδομένο ήταν το κίνητρο: από τη στιγμή που την έστησαν στον τοίχο με αποκαλύψεις για το ντόπινγκ, κατηγορίες για ελέγχους της διαιτησίας κ.λπ., η Γιούβε ήταν για μένα σίγουρο ότι θα αντιδρούσε όπως ξέρει, δηλαδή νικώντας.
Η παρουσία του Κολίνα στο «Σαν Σίρο» ήταν ό,τι καλύτερο η «Κυρία» μπορούσε να περιμένει. Ο συγκεκριμένος διαιτητής υπήρξε από τους λίγους που δεν υποκλίθηκαν στο κλέος της και που τόλμησε να μην τη βοηθήσει σε ένα, δύο καθοριστικά σημεία σε πρωταθλήματα που προηγήθηκαν: μην ξεχνάτε ότι ο Κολίνα έβαλε κάποτε τη Γιούβε να παίξει (και να χάσει) στην Περούτζια, σε ένα γήπεδο στο οποίο είχε προηγηθεί κατακλυσμός για να πάρει το πρωτάθλημα η Λάτσιο, ο κόσμος της οποίας είχε ξεσηκωθεί κατά πάντων.
Στο απόγειο της καριέρας του, ένα βήμα πριν σταματήσει για να γίνει διοικητικός παράγοντας (δηλαδή να υπηρετήσει την «ποδοσφαιρική κυβέρνηση Γιούβε»), ο Κολίνα σκέφτηκε τα περασμένα και μετανόησε. Γιατί οι κυβερνήσεις πέφτουνε, αλλά η Γιούβε μένει…