Τον Ροναλντίνιο και τον Μέσι δένει κάτι που συνέβη το μακρινό καλοκαίρι του 2003 και σημάδεψε τις καριέρες τους καθοριστικά. Η ιστορία αυτή είναι μία από τις αγαπημένες μου και την έχω ξαναγράψει, αλλά σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Το καλοκαίρι του 2003, ενώ στη Ρεάλ Μαδρίτης έπαιζε ήδη η μεικτή κόσμου που άκουγε στο κωδικό όνομα «Galacticos», στην Καταλωνία είχαν προκηρυχτεί εκλογές. Ο Χουάν Λαπόρτα, με τη νεανική τρέλα του και το θράσος του τυχοδιώκτη υποψηφίου που δεν κάνει σκόντο στις υποσχέσεις, διακήρυττε ότι είχε φτάσει η ώρα να μπει ένα τέλος στην κυριαρχία της Ρεάλ Μαδρίτης στο μεταγραφικό παζάρι και δήλωνε έτοιμος να αποκτήσει και να φέρει στη Βαρκελώνη τον Ντέιβιντ Μπέκαμ.

Καιρός
Θυμίζω ότι ήταν ο καιρός που ο Μπέκαμ ήταν ήδη το σύμβολο του μοντέρνου ποδοσφαιρικού lifestyle, ένας ποδοσφαιριστής-επιχείρηση, με όνομα που πουλούσε σε όλο τον κόσμο. Ο Λαπόρτα δήλωνε πως ο Αγγλος «είναι ο σταρ που θέλουν όλες οι ομάδες» και επικαλούνταν μια συζήτηση που έχει κάνει δύο μήνες νωρίτερα με τους ανθρώπους της SFX, η οποία κατείχε τα δικαιώματα εκπροσώπησης του ποδοσφαιριστή. Αυτοί τον διαβεβαίωναν ότι η απόκτησή του παίκτη από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα έκανε το νέο αφεντικό του πλουσιότερο, διότι η μισή Απω Ανατολή πλήρωνε μετρητά για να τον δει να περιοδεύει με τη νέα του ομάδα.

Επιχειρηματικά η ανάλυση του Λαπόρτα ήταν άψογη. Μόνο που την ίδια έκαναν και στη Μαδρίτη. Κι όταν στην SFX μέτρησαν τι κέρδη θα είχε ο Μπέκαμ από τη μετακίνησή του στη δημοφιλέστατη τότε Ρεάλ των «Galacticos», τον έπεισαν να πάει στη Μαδρίτη και να γίνει και πολύ πλουσιότερος. Κι έτσι στην Μπαρτσελόνα προέκυψε ο Ροναλντίνιο ως αναγκαία λύση, για να μη πω αναγκαίο κακό. Η «Εl Mundo Deportivo» είχε γράψει ότι ήταν ο πρώτος από τα έξι νέα μεγάλα αποκτήματα που η Μπάρτσα έπρεπε να κάνει για να απαντήσει στη Ρεάλ, στη δε μαδριλένικη «Marca» απάντησαν ειρωνικά ότι «στη Βαρκελώνη αποφάσισαν οι αποτυχίες να είναι πιο διασκεδαστικές και προτίμησαν τελικά ένα διασκεδαστή από έναν ηγέτη». Νομίζω ότι τελικά με τον Ροναλντίνιο στην Μπάρτσα διασκέδασαν όλοι εκτός από τους οπαδούς της Ρεάλ.

Καλοκαίρι
Είναι προφανές ότι αν εκείνο το καλοκαίρι ο Μπέκαμ είχε πάει στην Μπαρτσελόνα, η μοίρα του Ροναλντίνιο και ίσως η ίδια η ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου θα ήταν διαφορετικές. Μπορεί ο «Ρόνι» να πήγαινε αλλού και να έκανε εξίσου απίστευτα πράγματα στην τριετία 2003-2006, μπορεί και να μην ξεκούναγε από το Παρίσι, μπορεί και να κατέληγε κάπου που το παιχνίδι του δεν θα ήταν κατανοητό και η ομάδα δεν θα ήταν στα μέτρα του. Το σίγουρο είναι ότι η Μπαρτσελόνα με τον Μπέκαμ στα δεξιά θα ήταν άλλη ομάδα. Εχω δε σοβαρή αμφιβολία αν θα αναδείκνυε κι αν θα επένδυε σε ένα «σπόρο», ο οποίος το 2003 έβρισκε θέση στην Μπαρτσελόνα Β', δηλαδή τον Λίο Μέσι.

Για σκεφτείτε το λίγο: ο Μπέκαμ το 2003 ήταν ο Μίδας που έφερνε διαρκώς χρήματα και ταυτόχρονα ένας καλός παίκτης. Νομίζω ότι επί μία τετραετία τουλάχιστον η θέση του στο δεξί άκρο της επίθεσης της Μπάρτσα θα ήταν εξασφαλισμένη. Πολλοί νομίζουν ότι ο Μέσι είναι ο παίκτης των δύο τελευταίων χρόνων και κάποιος αφελώς θα έλεγε ότι κάποια στιγμή θα έπαιρνε νομοτελειακά τη θέση του Αγγλου. Δεν συμφωνώ. Ο Μέσι έγινε αυτός που είναι σήμερα επειδή στην τετραετία 2003-07 στην Μπάρτσα ασχολήθηκαν σωστά και σοβαρά μαζί του. Το 2003 τον έκαναν ηγέτη της ομάδας Νέων, το 2004 του έδωσαν την ευκαιρία να παίξει κάποια ματς ως αλλαγή, το 2005 ήταν μπακ απ του Ζιουλί και το 2006 σχεδόν βασικός. Ολα αυτά τα γέννησε (και) η ανάγκη της Μπαρτσελόνα να βρει έναν καλό παίκτη για τη δεξιά πτέρυγά της. Αν δεν υπήρχε -χάρη στην παρουσία του Μπέκαμ- αυτού του είδους η ανάγκη, δεν ξέρω αν θα υπήρχε και η ίδια προσοχή στον μικρόσωμο δαιμόνιο Αργεντινό!

Αν όμως...
Ο Ροναλντίνιο και ο Μέσι είναι παίκτες με τεράστιο ταλέντο και σπάνια προσόντα, όμως, χωρίς να το ξέρουν και να μπορούν να το φανταστούν, αυτό που απογείωσε την καριέρα τους ήταν η άρνηση του Μπέκαμ να πάει στην Μπαρτσελόνα το καλοκαίρι του 2003. Συμβαίνει πάντα στο ποδόσφαιρο να είναι η μοίρα και η σκηνοθεσία της αυτές που απογειώνουν καριέρες: το ίδιο το ταλέντο δεν αρκεί πάντα. Καθώς σκεφτόμουν τη χρονιά που φεύγει και βλέπω τους θριάμβους του Μέσι, σκέφτομαι αυτές τις μέρες όλο και περισσότερο πόσο διαφορετικά μπορεί να ήταν όλα, αν δεν υπήρχε π.χ. εκείνη η απίθανη διαιτησία του Οβρεμπο στο ματς της Τσέλσι με την Μπαρτσελόνα στον ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Αν τότε ο Νορβηγός δεν είχε σκανδαλωδώς σπρώξει στην πρόκριση τους αγαπημένους μου Καταλανούς, σήμερα μπορεί να συζητούσαμε για τον Ντρογκμπά και τον Χίντινκ ή να είχε κατακτήσει πάλι η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το Τσάμπιονς Λιγκ και να έβγαινε παίκτης της δεκαετίας ο Κριστιάνο Ρονάλντο. Με τα «αν» βέβαια δεν γράφεται η ιστορία, αλλά κι αυτά τα καταραμένα έχουν την πλάκα τους…

Ποιος το λέει;
Εβλεπα προχθες βράδυ το ματς Αστον Βίλα – Λίβερπουλ στη Nova. Χιόνιζε, οι παίκτες δυσκολεύονταν να σταθούν στο γήπεδο και στο τέλος κέρδισε η Λίβερπουλ με μια γκολάρα του Τόρες, ο οποίος στις καθυστερήσεις εκμεταλλεύτηκε το μοναδικό λάθος που έκανε η άμυνα των γηπεδούχων. Και το γήπεδο, βέβαια, φίσκα κι ας έτσουζαν τα μάτια των ανθρώπων από το κρύο και το μέτριο θέαμα.

Το δικό μας πρωτάθλημα θα ξαναρχίσει στις 6 Ιανουαρίου, ημέρα Τετάρτη. Μολονότι το καλοκαίρι η Εθνική ομάδα έχει υποχρεώσεις, διότι θα πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Νοτίου Αφρικής και ως εκ τούτου υπάρχει τεράστια ανάγκη να ολοκληρωθεί το πρωτάθλημα νωρίς, εντούτοις αποφασίστηκε από τη Λίγκα να υπάρξει μια τεράστια για τα ευρωπαϊκά δεδομένα διακοπή. Γιατί; Προφανώς επειδή όλοι εκτιμούν ότι αυτές τις γιορτινές μέρες δεν υπάρχει ενδιαφέρον για ποδόσφαιρο κι ας υπάρχει, αντίθετα απ' ό,τι στην Αγγλία, θερμοκρασία 17 βαθμών.

Δεν δίνω άδικο στη Λίγκα. Στην Ελλάδα μία μόλις φορά τα τελευταία χρόνια αποφασίστηκε να διεξαχθούν οι αγωνιστικές κανονικά τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Το πείραμα έγινε τη σεζόν 2007-08, πάλι υπό την πίεση του Οτο Ρεχάγκελ, που ήθελε να τελειώσει γρήγορα το πρωτάθλημα για να προετοιμαστεί η Εθνική μας ομάδα για τα τελικά του Euro της Αυστρίας και της Ελβετίας. Το πείραμα στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία, μια και τα παιχνίδια παρακολούθησαν οι συνηθισμένοι για τα ελληνικά δεδομένα 30.000-40.000 φίλαθλοι.

Κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της, εμείς δεν είμαστε Αγγλοι και οι ποδοσφαιρικές μας εταιρείες δεν πουλάνε ποδόσφαιρο. Πουλάνε φανατισμούς, εκτόνωση, ένταση, όχι όμως και θέαμα. Στην Αγγλία αυτές τις μέρες οι ομάδες κάνουν τόσο πολλά εισιτήρια που όχι μόνο δεν διακόπτουν το πρωτάθλημά τους, αλλά προσθέτουν και μία αγωνιστική! Για τους μπαμπάδες είναι η καλύτερη ευκαιρία να πάνε με τα παιδιά τους στα γήπεδα, επειδή τα σχολεία είναι κλειστά και ο ελεύθερος χρόνος περισσότερος. Το «World Soccer» έγραφε ότι το 25% των Αγγλων πιτσιρικάδων πήγε για πρώτη φορά με τον πατέρα του σε γήπεδο ποδοσφαίρου χριστουγεννιάτικα!
Αυτές τις μέρες τις περνάς συνήθως με όποιον και ό,τι αγαπάς. Ποιος είπε ότι στην Ελλάδα αγαπάμε το ποδόσφαιρο;

Να δεις ποιος είναι…

Μου το έλεγε ένας παλιός φίλος του Κώστα Αλαμάνου, του παλιού προέδρου του Απόλλωνα και της ΕΠΑΕ. «Πριν από δεκαπέντε χρόνια και βάλε ένας γνωστός σήμερα παράγοντας της διαιτησίας, που είχε πει κάτι για τον Ολυμπιακό και είχε γίνει το σλόγκαν της δεκαετίας, είχε βρει τον Αλαμάνο στην ΕΠΑΕ και του είπε γνωρίζοντας τις σχέσεις του με τον “καπετάνιο”: "Κώστα, αν μου κόψουν τις φλέβες θα τρέξει πράσινο αίμα, θέλω να το θυμάσαι. Ποτέ με εμένα στα πράγματα ο ΠΑΟ δεν θα 'χει πρόβλημα”».
Δεν ξέρω ποιος είναι ο άνθρωπος, ξέρω, όμως, ότι τον τελευταίο καιρό κινείται πολύ. Και κάπου θα τον βρω τον Αλαμάνο να μου πει περί τίνος πρόκειται, διότι δεν το έχω καταλάβει…

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube