Ο Βενγκέρ είναι οικονομολόγος που μιλά πέντε γλώσσες, ενώ ο Μουρίνιο είναι δάσκαλος και μιλά επίσης πέντε γλώσσες. Αν η γλώσσα είναι ένα επιπλέον ζευγάρι μάτια, τότε και οι δύο προπονητές βλέπουν -ή τουλάχιστον αναζητούν συνειδητά- πολλά από εκείνα που οι περισσότεροι αγνοούμε.

Αν είχα τη δυνατότητα, τώρα, να πάρω μία συνέντευξη από κάποιον Ευρωπαίο προπονητή, χωρίς συζήτηση, αυτός θα ήταν ο Μουρίνιο. Το έκανε πριν από λίγο καιρό ο Σωτηρακόπουλος για λογαριασμό του Active και τον ζήλεψα. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι τα επιτεύγματά του τον έχουν οδηγήσει στην κορυφή της ποδοσφαιρικής δημοσιότητας, αλλά και η προσωπικότητά του, που μου φαίνεται ότι παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες μ' εκείνη του Αρσέν Βενγκέρ.

Δουλεύοντας μάλιστα και τη μετάφραση της βιογραφίας του που θα κυκλοφορήσει στο τέλος του μήνα, από τις εκδόσεις του SuperΣΠΟΡ FM, έχει μεγαλώσει η περιέργειά μου καθώς και ο κατάλογος των ερωτήσεων που θα ήθελα να του κάνω. Έχω γνωρίσει τον Αλσατό, όχι όμως και τον Πορτογάλο, αλλά αντιλαμβάνομαι πως και οι δύο κάνουν τη δουλειά τους, με τον δικό τους τρόπο.

Δεν μιλώ τόσο για το τεχνικό μέρος της δουλειάς όσο για την απερίσπαστη εμμονή τους σ' ένα μοντέλο οργάνωσης και σχεδιασμού, στο οποίο και οι δύο έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Παράλληλα, έχουν και την προσωπικότητα να επιβάλλονται στους ποδοσφαιριστές τους και τον διοικητικό περίγυρο, όχι με τη δύναμη της αυθεντίας, αλλά μ' εκείνο το είδος της επιβολής που είναι αποτέλεσμα της γνώσης, της σοβαρότητας, της αυστηρότητας και προφανώς της ακεραιότητας.
Η επιτυχία δεν μπορεί ποτέ να είναι μόνο αποτέλεσμα των γνώσεων, αλλά και των εμπειριών που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του καθενός. Από μόνο του το γεγονός ότι ο Μουρίνιο ουδέποτε έπαιξε ποδόσφαιρο -σε αντίθεση με τον Βενγκέρ που στέφθηκε πρωταθλητής το 1979 με τη Στρασμπούργκ, αν δεν με γελά η μνήμη μου- καθιστά την περίπτωσή του τρομακτικά ενδιαφέρουσα.

Τόσο ο Πορτογάλος που μαθήτευσε δίπλα σε μεγάλους προπονητές και απαιτητικούς πάγκους όσο και ο Αλσατός δεν έκρυψαν ποτέ τη διάθεσή τους να μαθαίνουν και να εφαρμόζουν τις γνώσεις τους στο επαγγελματικό τους πεδίο. Και πρέπει να σημειώσει κάποιος ότι δεν δείλιασαν όταν οι επιλογές τους αμφισβητήθηκαν, αλλά τις υποστήριξαν και επέμειναν σε αυτές, όχι από έναν στείρο εγωισμό, αλλά ωθούμενοι από την πίστη ότι θα δικαιωθούν.

Μια πίστη που πατά πάνω στη γνώση που έχει κερδίσει όποιος έχει αναζητήσει το βάθος των πραγμάτων και δεν μένει στην επιφάνεια και τις εντυπώσεις. Οταν ο Βενγκέρ πήγε στην Αρσεναλ και άρχισε να εφαρμόζει τις -επαναστατικές για την αγγλική πραγματικότητα- αντιλήψεις του για τη διατροφή και την προπόνηση, τον πήραν στο «ψιλό». Τώρα, όλοι ακολουθούν αυτά που τότε θεωρήθηκαν τρέλες. Οταν ο Μουρίνιο έφερε τον Μακάρθι στην Πόρτο -από την ανυπαρξία του πάγκου της Θέλτα- ως αξιόπιστη επιθετική λύση, όλοι άρχισαν να τον περιγελούν, όταν στα πρώτα παιχνίδια ο Μακάρθι έμεινε μακριά από τα δίχτυα.

Ο Πορτογάλος στήριξε τον παίκτη του και μετά ήρθαν 22 γκολ για ν' αποδείξουν στους επικριτές του το λάθος τους. Την ίδια εμμονή έδειξε ο Μουρίνιο κι όταν όλοι τον κοιτούσαν με δυσπιστία την εποχή που αναλαμβάνοντας τη Λεϊρία καθιέρωσε το rotation και τη χρήση μπάλας στην προπόνηση, από τις πρώτες μέρες της προετοιμασίας. Τόσο ο Μουρίνιο όσο και ο Βενγκέρ μου δίνουν την αίσθηση του πολίτη του κόσμου, του ανθρώπου που είναι ανοικτός στη γνώση και που ρισκάρει, αφού δεν αρκείται στη σιγουριά του «τοπικού» και του «σίγουρου». Ο Βενγκέρ είναι οικονομολόγος που μιλά πέντε γλώσσες, ενώ ο Μουρίνιο είναι δάσκαλος και μιλά επίσης πέντε γλώσσες.

Αν η ξένη γλώσσα είναι ένα επιπλέον ζευγάρι μάτια, όπως ισχυρίστηκε κάποιος, τότε και οι δύο προπονητές βλέπουν -ή τουλάχιστον αναζητούν συνειδητά- πολλά από εκείνα που οι περισσότεροι αγνοούμε. Θυμάμαι πολύ έντονα την εικόνα τόσο του Ντεσάν όσο και του Πορτογάλου, στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου πριν από τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ ανάμεσα στη Μονακό και την Πόρτο.

Ο Ντεσάν προτίμησε στη συνέντευξη τη σιγουριά της μητρικής του γλώσσας -των γαλλικών, πράγμα που θα έκανε σχεδόν κάθε Γάλλος- ενώ ο Πορτογάλος μίλησε γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά και φυσικά πορτογαλικά. Κοιτώντας την πορεία του Πορτογάλου στους πάγκους, νομίζω ότι γίνεται φανερό πως ο Μουρίνιο είναι ένας εξαίρετος πραγματιστής που δεν διστάζει να θυσιάσει -όταν το κρίνει απαραίτητο- το θέαμα για το αποτέλεσμα. Παρακολουθεί το παιχνίδι πολύ στενά κι έχει την ικανότητα ν' αλλάξει την ομάδα του ανάλογα με τη ροή που παίρνει το παιχνίδι. Νομίζω, μάλιστα, ότι καθόλου δεν τον ενοχλεί να δει την ομάδα του να υφίσταται μία -και μόνον- ήττα, σ' ένα σημείο της περιόδου όπου θα είναι απόλυτα διαχειρίσιμη, για να ψαλιδίσει λίγο τον εγωισμό των παικτών του και να χαλυβδώσει την προσήλωσή τους στους στόχους που έχουν τεθεί.

Ο Μουρίνιο, όπως και ο Βενγκέρ, είναι προπονητές που μπορούν να παίρνουν το maximum από τους παίκτες τους, αλλά ο Πορτογάλος έχει ευρωπαϊκούς τίτλους που ακόμη δεν έχει κατακτήσει ο Αλσατός και ίσως να μην το καταφέρει ποτέ. Αυτό το γεγονός καθιστά τον Μουρίνιο την πιο ενδιαφέρουσα προπονητική φυσιογνωμία της τελευταίας εικοσαετίας, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Και είμαι περίεργος για την πορεία του από εδώ και πέρα και για τον τρόπο που θα διαχειριστεί το ταλέντο του και το ποδοσφαιρικό υλικό του.

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube