Βαρέθηκα τα Σάββατα να μένω στην Αθήνα, να τρέχω στο ΟΑΚΑ για να δω από κοντά την ντόπια γκλαμουριά να παρακολουθεί την ΑΕΚ by Ντέμη και τον Παναθηναϊκό by Tζίγκερ. Κουράστηκα να τρυπώνω στις συνεντεύξεις Τύπου για να αποκωδικοποιήσω τις ανασφάλειες του Αλμπέρτο Μαλεζάνι, ο οποίος όσο γερνάει τόσο μου θυμίζει τον Γούντι Αλεν. Ο δεύτερος κάνει τους φόβους του ταινίες και ο Ιταλός προσπαθεί να τους κάνει… ομάδα.
Αποφάσισα, λοιπόν, να εγκαταλείψω αυτό το Σαββατοκύριακο την πρωτεύουσα, φίλε αναγνώστη. Αποφάσισα να αλλάξω παραστάσεις. Μια φωνή από τον θεσσαλικό κάμπο με καλούσε και δεν ήμουν σε θέση να αρνηθώ το κάλεσμά της. Διέταξα τότε τον Θόδωρο, τον σοφέρ, να με οδηγήσει στη Λάρισα και πιο συγκεκριμένα στο γήπεδο με το αριστοκρατικό όνομα Αλκαζάρ.
Η επιλογή μου αποδείχθηκε άριστη. Καλά μου έλεγαν οι φίλοι μου πως η φετινή Λάρισα είναι must. Καταπληκτικό περιβάλλον στην κερκίδα των επισήμων, μακριά από τους πολλούς ποζάτους κύριους, που συχνάζουν στα γήπεδα των Αθηνών, τους μεγαλοπρεπείς στο όνομα και φτωχούς σε εμφάνιση, και η φιλοξενία, οφείλω να ομολογήσω, υποδειγματική. Από τα θρυλικά πάρτι στα Οινόφυτα είχα να νιώσω τόσο ξένοιαστα και τόσο cool συγχρόνως.
Γύρω μου παλιές μορφές της μεγάλης Λάρισας της δεκαετίας του ’80. Αν διέκρινα καλά, θα πρέπει να είδα τον Βαλαώρα και δίπλα του τον Γκαλίτσιο, ο οποίος κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού καμάρωνε το βλαστάρι του. Λίγο πιο πάνω, το βλέμμα μου έπεσε σ’ αυτόν που δικαίως αποκαλούν ισχυρό άνδρα της Λάρισας. Τον Κώστα Πηλαδάκη. Ο χαρακτηρισμός τού ταιριάζει γάντι, αφού έχει κάτι από Μπραντ Πιτ και Γιώργο Φούντα στα νιάτα του, τότε που εκτός από νταής και πολύ λαϊκός ήταν και πραγματικός γόης.
Την άλλη μέρα βέβαια στη «SportDay» διάβασα στη στήλη «off camera», την οποία επιμελείται ο καλός συνάδελφος από τη Λάρισα Λάζαρος Παπαδούλης, πως μεταξύ αυτών που βρέθηκαν στο γήπεδο ήταν και ο τραγουδιστής Γιάννης Μικερτζής. Αυτός ο μύθος! Αυτός ο θρύλος! Πάλι καλά που δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου η παρουσία του, γιατί σίγουρα θα μονοπωλούσε το ενδιαφέρον μου και έτσι θα έχανα το παιχνίδι. Στο «ΛΑ ΜΑΜΟΥΝΙΑ-ΠΑΠΑΔΟΥΛΗΣ» θα πρέπει να τραγουδάει αυτή την εποχή για να θεωρεί ο συνάδελφος τόσο σημαντική την παρουσία του, ώστε να την αναφέρει. Εκτός αν αποκαλούν τον Μικερτζή ισχυρό άνδρα της Λάρισας και όχι τον πρόεδρο, οπότε είμαι εκτός κλίματος και πάω πάσο.
Το παιχνίδι ήταν ειλικρινά πολύ ενδιαφέρον. Αν άξιζε όμως κάτι, αυτό ήταν η συνέντευξη Τύπου. Τόσο ο Γιώργος Δώνης της Λάρισας όσο και ο Γιώργος Βαζάκας του Αιγάλεω έχουν λόγο τόσο μεστό και άμεσο που θα πρέπει να τους παρακολουθήσεις από κοντά για να σου μιλήσουν στο μυαλό και την καρδιά. Τους αδικεί ο τηλεοπτικός φακός, μπορώ, μετά την εμπειρία που είχα, να το δηλώσω κατηγορηματικά. Ο Γιώργος Δώνης είναι ποιητικός, χρησιμοποιεί πολλές μεταφορές και αφήνει στον ακροατή τη δυνατότητα να ερμηνεύσει αυτός τις φράσεις-κλειδιά. Ενα μικρό απόσπασμα από τα λεγόμενά του θα σας πείσει για του λόγου το αληθές.
«Δεν "σκοτώσαμε" νωρίς το παιχνίδι και μας "σκότωσε" αυτό. Οταν χάνεις τέτοιες κλασικές ευκαιρίες και δεν κάνεις γκολ, τότε θα σου στοιχίσει... Στο πρώτο ημίχρονο είχαμε εκπληκτική κατοχή της μπάλας. Στο δεύτερο ημίχρονο όμως είχαμε πιο κλασικές ευκαιρίες για γκολ. Πού να αναφερθώ πρώτα;».
Λόγια που σπάνια θα τα ακούσεις από το στόμα ενός προπονητή. Αυτό όμως που κάνει τον Γιώργο Δώνη διαφορετικό στον λόγο του είναι ότι τελειώνει με ερώτηση. «Πού να αναφερθώ πρώτα;»! Μέθοδος καβαφική, για τους γνώστες του είδους. Ως γνωστόν, όταν έπαιζε μπάλα, το παρατσούκλι του Δώνη ήταν Μουμπάρακ. Του το κόλλησαν όχι τόσο επειδή έμοιαζε με Αιγύπτιο, όπως πολλοί θα νομίζουν, αλλά γιατί έχει επηρεαστεί από τον μεγάλο ποιητή που έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, τον Καβάφη. Αλλά επειδή το όνομα του ποιητή δεν ενδείκνυται για αγωνιστικούς χώρους, προτιμήθηκε το εύηχο Μουμπάρακ.
Αντίθετα με τον Δώνη, ο Γιώργος Βαζάκας προσπαθεί να σε καθηλώσει από την πρώτη του φράση.
«Ερχόμενοι εδώ, ο στόχος μας ήταν να διατηρήσουμε τα κεκτημένα. Θα σας πω τι εννοώ. Να διατηρήσουμε τον σεβασμό απέναντί μας απ' όλους».
Οχι, φίλε αναγνώστη, δεν διάβασες απόσπασμα από διήγημα του Παπαδιαμάντη. Μπορεί να σε μπέρδεψε αυτό το «ερχόμενοι εδώ», αλλά όρκο σου δίνω πως ήταν λόγια του Βαζάκα. Εχει βέβαια επηρεαστεί από τον μεγάλο Σκιαθίτη διηγηματογράφο ο προπονητής του Αιγάλεω, αυτό είναι εμφανές, αφού λέξεις όπως «τα κεκτημένα, ο σεβασμός απέναντί μας» δεν τις συναντάς σε συνεντεύξεις Τύπου και δη προπονητών. Αν βέβαια στο μέλλον μετά τη λήξη ενός παιχνιδιού ο Βαζάκας δηλώσει:
«Αφού το βαποράκι εστάθη ως μισήν ώραν εις τον μικρόν όρμον, κατέναντι της αγοράς, ήτις εφαίνετο σχεδόν γεμάτη από κόσμον, έστρεψε την πρώραν προς ανατολάς και απέπλευσε. Συγχρόνως οι καμπάνες των δύο εκκλησιών, αίτινες διέπρεπον με τους υψηλούς πύργους και τους θόλους των, η μία εις το ύψος της παραθαλασσίας οδού και της πλατείας, η άλλη εις το κέντρον τής επάνω συνοικίας, εκινήθησαν γοργώς, εκχέουσαι μεγάλην και παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν», τότε να είστε σίγουροι ότι τα βάσανά του τελειώνουν, μιας και η λογοτεχνία θα τον έχει κερδίσει ολοκληρωτικά.
Πριν κλείσω, θα ήθελα να σας παρουσιάσω το τελευταίο επίτευγμα του προχώ εκδότη-δημοσιογράφου της Αθλητικής Μακεδονίας-Θράκης Σαράντη Πανταζή. Ο Σαράντης όχι μόνο δεν απέργησε, το είχε δηλώσει εξάλλου στο φύλλο της 24ης πως «η δημοσιογραφία δεν φιμώνεται με απεργίες χωρίς λόγο», αλλά στο φύλλο της Παρασκευής (όπως βλέπετε στο κέντρο της σελίδας), της μοναδικής εφημερίδας που κυκλοφόρησε στη χώρα, καρφώνει στα ίσα τους τρεις ραδιοφωνικούς σταθμούς της Θεσσαλονίκης που δεν σεβάστηκαν την απεργία και μετέδωσαν τον αγώνα του ΠΑΟΚ! Πρόλαβε δε πριν κλείσει το φύλλο να αποκαλύψει και τα νυχτοπερπατήματα του Γκαγκάτση με τον Γούμενο σε νυχτερινό μαγαζί της συμπρωτεύουσας. VIVA LA ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. Τίποτα, τίποτα δεν σε σταματά, ούτε η απεργία, Σαράντη, είσαι μπροστά!