Μπορεί η τωρινή Γερμανία να κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο; Περισσότερο κι από το να προσπαθήσει κάποιος να μαντέψει τι θα συμβεί ή να εξηγήσει τους οιωνούς, αξίζει τον κόπο να δούμε πώς μπορεί αυτό να συμβεί. Το εναρκτήριο ματς με την Κόστα Ρίκα μικρή σημασία έχει.
Περισσότερο κι από το να αντιπροσωπεύουν μία σχολή ποδοσφαίρου, οι Γερμανοί προτιμούσαν πάντοτε να βρίσκουν ένα τρόπο να απλοποιούν τα πράγματα. Μερικές φορές είναι δύσκολο να περιγράψει κάποιος μία βραζιλιάνικη ομάδα –δεν είναι πάντα εύκολο να καταλάβεις αν τα όσα βλέπεις έχουν να κάνουν με οδηγίες τεχνικών ή είναι αποτέλεσμα ταλέντου. Δύσκολα γίνεται κατανοητό και το τι επιδιώκουν, για παράδειγμα, οι Αγγλοι –όταν ακόμα υπήρχαν, πριν ο Μπόσμαν, ο Βενγκέρ, ο Ερικσον και ο Μπενίτεθ μπασταρδέψουν τη φυσιογνωμία τους. Οποιος έχει καταλάβει γιατί μια ομάδα πρέπει να σεντράρει και να τρέχει χωρίς να σκέφτεται ας μου το εξηγήσει– δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Σιγουριά
Το ποδόσφαιρο των Γερμανών, αντίθετα, υπήρξε πάντοτε απλό: πιο πολύ κι από τη διάταξη της ομάδας μετράει καταλυτικά η θέληση για προσωπικές μονομαχίες και η επιβολή, όχι του παιχνιδιού, αλλά της προσωπικότητας. Οι Γερμανοί κέρδιζαν (και κέρδιζαν συνεχώς και αδιάκοπα) με τη σιγουριά του πιο δυνατού: οι αντιπροσωπευτικές ομάδες τους έκαναν κατανοητό σε όλους ότι στο ποδόσφαιρο αυτό που κυρίως μετρά είναι η προσωπικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Γερμανοί το 1974 σταμάτησαν την πιο σοφιστικέ ομάδα που εμφανίστηκε στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δηλαδή την εθνική Ολλανδίας. Την ώρα της τελικής μάχης, και μολονότι οι Ολλανδοί νικούσαν 1-0, από το πρώτο λεπτό φάνηκε στο γήπεδο ότι ο τελικός νικητής (θα) ήταν αυτός που έχει παίκτες με προσωπικότητα: οι Ολλανδοί μπορεί να είχαν αλληλουχία στις γραμμές και να έβγαζαν πέντε παίκτες στις αντεπιθέσεις –πρωτόγνωρα πράγματα για την εποχή– αλλά δεν είχαν παίκτες με τη λάμψη του νικητή στα μάτια σαν τον Μπεκενμπάουερ ή τον Γκερντ Μίλερ.
Μεγάλοι
Οι Γερμανοί υπήρξαν ιστορικά οι καλύτεροι πρεσβευτές του δόγματος ότι «τις καλές ομάδες τις κάνουν οι μεγάλοι παίκτες». Οι προπονητικές διαβολιές, η οργάνωση της άμυνας ή η προσχηματική επίθεση είναι χρήσιμα πράγματα για όλους εκείνους που τέτοιους παίκτες δεν έχουν. Ολες οι Γερμανίες που θριάμβευσαν είχαν σπάνιους παίκτες: μετά τη Γερμανία του Μπεκενμπάουερ ήρθε η Γερμανία του Ρουμενίγκε, του Μπρίγκελ και του Χάνσι Μίλερ, πρωταθλήτρια Ευρώπης διά περιπάτου το '80 και φιναλίστ του τελικού του Μουντιάλ του '82. Και μετά η πολυνίκης Γερμανία του Ματέους, του Μπρέμε, του Κλίνσμαν, του Φέλερ, του Χέσλερ, που απέδειξε ότι ακόμα κι αν είσαι κάτω από 1.70 μπορείς πάντα να είσαι Γερμανός στην ψυχή και να μοιάζεις μέσα στο γήπεδο θεόρατος. Η λογική των Γερμανών («δώστε πρωτοβουλίες στους παίκτες») έγινε σε επίπεδο εθνικών ομάδων σχεδόν κανόνας: οι ίδιοι οι Ολλανδοί τον σεβάστηκαν όταν γύρισαν το 1988 στη Γερμανία κι έγιναν πρωταθλητές Ευρώπης. Το τάκλιν-γκολ του Φαν Μπάστεν στον Γιούργκεν Κέλερ, μια επίδειξη θάρρους, τεχνικής και δύναμης, είναι ένα «γερμανικό» γκολ. Ο Φαν Μπάστεν δεν είχε την τεχνική πληρότητα του Κρόιφ, είχε όμως μάθει να παίζει για να κερδίζει: όπως οι Γερμανοί.
Ενα μόνο
Το δυσάρεστο για τους Γερμανούς είναι ότι οι επιτυχίες στάθηκαν αιτία να μάθουν ενός μόνο τύπου ποδόσφαιρο: αυτό των μεγάλων προσωπικοτήτων. Σήμερα η Γερμανία τέτοιους παίκτες δεν έχει. Δεν έχει ούτε Μπεκενμπάουερ ούτε Μπρίγκελ ούτε Ζάμερ –κι αυτή είναι η βασική αιτία που δυσκολεύεται τα τελευταία χρόνια να διακριθεί. Κι άλλοι δεν έχουν, όμως η Γερμανία αυτούς τους χρειάζεται περισσότερο– χωρίς τέτοιους δεν έχει μία σειρά στο παιχνίδι της. Η συγκεκριμένη ομάδα του Κλίνσμαν είναι φλύαρη, άχρωμη και τσαπατσούλα ακόμα και στη γραμμή που είναι καλή, δηλαδή στην επίθεση. Είναι μία καρικατούρα της Γερμανίας που είχαμε μάθει να σεβόμαστε. Η ατυχία της είναι ότι φιλοξενεί το τουρνουά και ως διοργανώτρια θα έχει πάνω της όλη την προσοχή. Στο Μουντιάλ του 2002, αποφεύγοντας να είναι στο κέντρο της προσοχής κι εκμεταλλευόμενη την τύχη της να μη βρει από τον δεύτερο γύρο κι έπειτα ευρωπαϊκή ομάδα, έπιασε το ταβάνι της, χάνοντας καθαρά στον τελικό από τους Βραζιλιάνους. Πόσο άσχημο όμως είναι να λες ότι το ταβάνι της Γερμανίας είναι η δεύτερη θέση…
Γερμανικότητα
Μπορεί τώρα να κατακτήσει το Κύπελλο; Δεν το βλέπω. Πλην όμως ομολογώ ότι περισσότερο από άλλους, για τους Γερμανούς το πώς θα φτάσουν σε μία επιτυχία είναι απλό: φτάνει να βρουν τον τρόπο τους! Αν καταφέρουν μέσα από τις πολλές δυσκολίες που θα συναντήσουν στο τουρνουά να αναθρέψουν σε χρόνο ρεκόρ μια νέα φουρνιά πρωταθλητών, τότε τίποτα δεν αποκλείεται. Είναι όμως δύσκολο ο Κλόζε να γίνει Φέλερ, ο Μπάλακ Ματέους, ο Ποντόλσκι Ρουμενίγκε κι ο Μπουτ ή ο Μετζέλντερ έστω Νοβότνι. Αν οι προικισμένοι του Κλίνσμαν δεν ξεπεράσουν τον εαυτό τους, δεν υπάρχει περίπτωση διάκρισης– πέρα από τη «γερμανικότητά» τους δεν έχουν από κάπου αλλού να πιαστούν.
Μετανάστες
Οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί αφομοίωσαν τους μετανάστες τους και αξιοποίησαν για το χατίρι των εθνικών ομάδων τους τα παιδιά από τις αποικίες. Οι Αγγλοι επένδυσαν σε ξένους προπονητές, που τους εξήγησαν ότι το ποδόσφαιρο παίζεται πιο σωστά πέρα από τη Μάγχη. Οι Γερμανοί μετέτρεψαν τους παίκτες τους σε ρολίστες των ξένων της Μπουντεσλίγκα, πιστεύοντας ότι η ζωή θα φέρει τους αντικαταστάτες της γενιάς του Ματέους ως διά μαγείας. Η γέρικη εθνική Γερμανίας του 1998 ήταν το σύμπτωμα της στασιμότητας του ποδοσφαίρου τους, η τωρινή ομάδα το αποτέλεσμα εκείνης της παθογένειας. Η «γερμανικότητα» είναι δυσεύρετη…