Δεν μου κάνει εντύπωση που οι ελληνικές εφημερίδες, καλύπτοντας το θέμα των ιταλικών σκανδάλων, δεν έχουν μπει στον κόπο να κάνουν γνωστό τι λένε οι κατηγορούμενοι. Οι δημοσιογράφοι, όταν καλύπτουν ιστορίες που δεν γνωρίζουν καλά, λειτουργούν μανιχαϊστικά –ξεχωρίζουν τους καλούς από τους κακούς και είναι πάντα με τους πρώτους. Στην Ιταλία, αντίθετα, επειδή ξέρουν καλύτερα τους εμπλεκόμενους, όλοι περίμεναν να δουν τι θα πει ο Λουτσιάνο Μότζι, ο οποίος άλλωστε υπήρξε και ο εκλεκτός των media. Σήμερα θα σας γράψω ποια είναι η άμυνα του Μότζι σε αυτή την ιστορία, αλλά μη μου ξαναζητήσετε τίποτα για τα ιταλικά σκάνδαλα. Με κουράζουν…
Ο Μότζι (που για την ώρα δεν αντιμετωπίζει σοβαρές ποινικές κατηγορίες!), για να δείξει ότι δεν φοβάται, διάλεξε να μιλήσει στη «Repubblica», δηλαδή στην πολιτική εφημερίδα που τον χτυπάει περισσότερο. Μετά τη σιωπή των πρώτων ημερών, αποφάσισε να παίξει το χαρτί που ξέρει καλύτερα: αυτό της απειλής. «Η αδερφή μου, που με γνωρίζει από τη μέρα που γεννήθηκα, λέει ότι ποτέ δεν ήμουν καλύτερα. Αποφάσισα να αλλάξω επάγγελμα: θα γίνω ο σπασίκλας του ιταλικού ποδοσφαίρου. Από εδώ και πέρα, για οτιδήποτε συμβαίνει, θα σας αποκαλύπτω ποιος κρύβεται πίσω», λέει.
«Gazzetta»
Ο πρώτος του στόχος είναι, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, οι δημοσιογράφοι –και ειδικά αυτοί της «Gazzetta dello Sport» που στήριξαν την ιστορία με αποκαλύψεις: «Εξηγήστε μου» λέει «με ποια αξιοπιστία με κατηγορεί καθημερινά και για τα πάντα μια εφημερίδα της οποίας ένας από τους κύριους μετόχους είναι ο μεγαλομέτοχος της Ιντερ. Εξηγήστε μου» και επιμένει «πώς γίνεται οι τηλεφωνικές συνομιλίες να διέρρευσαν από την Εισαγγελία στη συγκεκριμένη εφημερίδα, η οποία, σημειωτέον, είχε κάνει γνωστή και την απόφαση του αθλητικού δικαστή μία μέρα πριν αυτή εκδοθεί;». Οταν ο δημοσιογράφος τού επισημαίνει ότι η εφημερίδα έκανε απλώς καλά τη δουλειά της, ο Μότζι αφήνει να εννοηθεί ότι η δουλειά αυτή ήταν διατεταγμένη υπηρεσία. «Δεν ζήτησαν ποτέ τη γνώμη μου», λέει. «Με αγνόησαν οι ίδιοι άνθρωποι που για χρόνια μου τηλεφωνούσαν για ένα σωρό πράγματα».
Ιντερ
Φυσικά ο βασικός του στόχος είναι η Ιντερ. Η υπερασπιστική γραμμή του Μότζι δεν στηρίζεται στη θέληση να αποδείξει ότι είναι αθώος, αλλά στην προσπάθεια να πείσει το κοινό ότι ο αληθινά κερδισμένος της ιστορίας, δηλαδή ο Μοράτι, είναι χειρότερος από αυτόν, αλλά δεν διώκεται για τα δικά του σκάνδαλα. «Εγώ πήγαινα για φαγητό με τον αρχιδιαιτητή Παϊρέτο, έχοντας κερδίσει το σκουντέτο, κι αυτοί της Ιντερ (δηλαδή ο Μοράτι και ο Φακέτι, που είναι πρόεδρος) τον τραπέζωναν για να εξασφαλίσουν μια θέση στο Τσάμπιονς λιγκ», λέει! Γι' αυτές του τις δηλώσεις ο Μοράτι του έκανε μήνυση. Κανείς από την Ιντερ δεν τοποθετήθηκε όμως και για τρεις άλλες καταγγελίες του Μότζι που έχουν ενδιαφέρον.
Καταγγελίες
Ο Μότζι ισχυρίζεται ότι ο κομισάριος της ομοσπονδίας, ο κ. Ρόσι, ήταν παλιό μέλος του Δ.Σ. της Ιντερ και η αλήθεια είναι ότι έχει δίκιο. Ωστόσο, δεν σταματά σε αυτό: κατηγορεί την Ιντερ γιατί βοήθησε τη Ρετζίνα να πλαστογραφήσει τα στοιχεία του περσινού της προϋπολογισμού («δεν θα έπαιρνε ποτέ εγγυητικές από τις τράπεζες χωρίς την ψευδομαρτυρία του Φακέτι για τα ποσά που εμφανίζει ως έσοδα από μεταγραφές», λέει) και καταγγέλλει τον Μοράτι για πολυϊδιοκτησία (τι μικρός που είναι ο κόσμος!), λέγοντας ότι αυτός είναι ο αληθινός ιδιοκτήτης της Λα Σπέτσια που αγωνίζεται στη Β’ Εθνική. Θυμίζει επίσης ότι η Ιντερ καταδικάστηκε πριν από τρία χρόνια για πλαστογραφία στην υπόθεση της έκδοσης του ψεύτικου διαβατηρίου του Ρεκόμπα, χωρίς να υπάρξει μετά την καταδίκη της καμία ποινή –πράγμα που κατά τον Μότζι δείχνει πόσο ο Μοράτι επηρεάζει το δικαστικό σύστημα. Ολα αυτά σε σύγκριση με τις δικές του κατηγορίες μοιάζουν ασήμαντα. Είναι όμως χρήσιμα για να δημιουργούν σύγχυση. Και η σύγχυση (θυμηθείτε την ιστορία των κασετών του Τριανταφυλλόπουλου) είναι η καλύτερη κρυψώνα των απατεώνων.
Κατηγορίες
Ο Μότζι εκτοξεύει κατηγορίες και εναντίον της Μίλαν. Θυμίζει την «άγια συμμαχία της Μίλαν με τη Γιουβέντους» (για την οποία σας έγραφα χθες) και αναρωτιέται πώς γίνεται να βάλλεται αυτός, αλλά όχι και ο Γκαλιάνι, που ήταν πρόεδρος της Λίγκας και θα 'πρεπε να εποπτεύει. Υπενθυμίζει ότι τον φώναξε ο Μπερλουσκόνι για να του ζητήσει να πολιτευτεί με το κόμμα του και αποκαλύπτει ότι -όταν αυτός αρνήθηκε την υποψηφιότητα- το αφεντικό της Μίλαν του πρότεινε να αναλάβει την ομάδα εν λευκώ! Κάνει μάλιστα μια πολύ ενδιαφέρουσα εικασία: ισχυρίζεται ότι οι αποκαλύψεις στην «Gazzetta» ξεκίνησαν μετά την πρόταση του Μπερλουσκόνι κι έγιναν με τις ευλογίες του Γκαλιάνι, που δεν τον ήθελε στα πόδια του. Οσο κι αν αυτό ακούγεται απίθανο, μπορεί να είναι αληθινό. Η «Gazzetta» είχε πάντοτε καλές σχέσεις με τη Μίλαν, ο Γκαλιάνι είχε μια λυκοφιλία με τον Μότζι, διότι πίστευε ότι του έκλεψε τουλάχιστον τα δύο τελευταία πρωταθλήματα, και αμφιβάλλω αν ο Γκαλιάνι ήξερε ότι ο δικός του υπεύθυνος διαιτησίας, ο Ρομπέρτο Μεάνι, μιλάει με τους αρχιδιαιτητές εξ ονόματός του παρολιτζίδικα! Σας το χω ξαναπεί: στη Μίλαν μπορεί να έχουν χίλια στραβά, αλλά δεν ήθελαν ποτέ τον έλεγχο των διαιτητών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πανικόβλητος Μεάνι έκανε του κεφαλιού του.
Θύμα
Ο Μότζι, τέλος, θεωρεί τον εαυτό του θύμα. «Εγώ έτσι παρέλαβα το σύστημα, δεν δημιούργησα τίποτα», λέει. «Πάντοτε στην Ιταλία, όταν κάποιος ήταν αδιάφορος, στις τελευταίες αγωνιστικές έβαζε τους αναπληρωματικούς –υπήρχε μια κατανόηση. Μπορείτε να με κατηγορήσετε γιατί συχνά αναλάμβανα την πρωτοβουλία να φέρω κάποιους ανθρώπους πιο κοντά, αλλά μέχρις εκεί. Κανένα πρωτάθλημα της Γιουβέντους δεν κερδήθηκε κόντρα στις ιταλικές παραδόσεις!». Σαν να λέει, ακυρώστε τα όλα.
Συμπέρασμα
Νομίζω ότι τώρα έχετε μια πιο σφαιρική εικόνα της ιστορίας. Κι αν, όπως συμβαίνει με τους μύθους του Αισώπου, θέλετε ένα τελικό συμπέρασμα, θα σας το πω εγώ: μην ανησυχείτε, στην Ελλάδα τέτοια δεν γίνονται.
Εντυπωσιακή αρχή
Με εντυπωσίασε πραγματικά η κλήρωση του νέου πρωταθλήματος που είδα στην τηλεόραση. Ολοι μίλησαν για μια «νέα αρχή», χωρίς φυσικά κανένας να μπει στον κόπο να μας εξηγήσει ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές του τέλους που προηγήθηκε. Τι σόι «νέα αρχή» μπορεί να γίνει όταν όλοι οι πρωταγωνιστές των προηγούμενων επεισοδίων (από τον Γούμενο (!) μέχρι τον Θωμά και από τον Γκαγκάτση μέχρι τον Λυκουρέζο) ήταν παρόντες; Εντυπωσιάστηκα επίσης από τα «ευχαριστώ» του Πατρίκ Κομνηνού στον πρόεδρο της ΕΠΟ. Τι δουλειά έχει η ΕΠΟ με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο; Θα 'θελα ειλικρινά κάποτε να μου εξηγήσουν τι θα μπορούσε να αλλάξει ο Γκαγκάτσης αν, π.χ., ήταν κατά της δημιουργίας της Σούπερ Λίγκας; Θα τολμούσε να πάει στη FIFA και να βάλει τον Μπλάτερ να μην αφήσει τον Ορφανό να νομοθετήσει για τη σύστασή της; Να το δω και να μην το πιστέψω! Εμεινα έκπληκτος και από τις δηλώσεις του μεγαλομετόχου της Ξάνθης κ. Πανόπουλου, που θέλει τη σύμπραξη της Πολιτείας και της ΕΠΟ για το καλό του νέου φορέα και του ελληνικού ποδοσφαίρου! Καλά, δεν τους άκουσε τους δύο συνεταίρους του, τον κ. Κόκκαλη και τον κ. Βαρδινογιάννη, να κόπτονται υπέρ του αυτοδιοίκητου του ελληνικού ποδοσφαίρου και να λοιδορούν τον Ορφανό μία εβδομάδα πριν; Πού ήταν; Για κυνήγι; Αναρωτιέμαι επίσης τι την ήθελαν την παρουσίαση του οργανογράμματος και των αρχών του νέου φορέα στην κλήρωση; Αν κόπτονται για την ενημέρωση του Τύπου ή του κοινού, ας έκαναν μια ειδική εκδήλωση. Γιατί το να σου δείχνουν ένα οργανόγραμμα τη μέρα της κλήρωσης του πρωταθλήματος είναι σαν να πηγαίνεις να φας σε εστιατόριο κι ο ιδιοκτήτης αντί για το μενού, να σου φέρνει να δεις την άδεια της αγορανομίας.
Οσο για την περιφρόνηση που έδειξαν στον εκπρόσωπο των ποδοσφαιριστών, τον Αντώνη Αντωνιάδη, τον οποίο δεν άφησαν να πει δυο κουβέντες, δεν το κάνω ζήτημα: όταν οι μισοί από τους παρευρισκόμενους αντιμετωπίζουν προβλήματα με προσφυγές ποδοσφαιριστών, θα ήταν και υποκρισία να του δινόταν ο λόγος. Η αδιαφορία για τα όποια αιτήματα των ποδοσφαιριστών είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παλιό και το νέο, η απόδειξη ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Σημασία άλλωστε για τους παράγοντες δεν έχουν οι ποδοσφαιριστές: αφού στην κλήρωση ήταν όλοι οι διεθνείς διαιτητές και όλη η ΚΕΔ, η διοργάνωση κρίνεται πετυχημένη.