Στοιχειώδης επίγνωση. Των πάγιων συνθηκών (στα Κισινάου αυτού του κόσμου που, δόξα τω Θεώ, η ελληνική ομάδα τα 'χει φάει με το κουτάλι!) και της τρέχουσας συγκυρίας (αφετηρία-σταυροδρόμι για την Εθνική). Ήταν ουτοπικό να προσμένει κανείς τέχνη και στυλ. Δεν ήταν ποτέ, άλλωστε, το φόρτε μας. Ο,τι περιμέναμε να δούμε ήταν απλό. Πνεύμα, ελπίζαμε. 'Η... παραδομένο πνεύμα, φοβόμασταν.
Ακούγαμε τους διεθνείς, πριν. Έμοιαζε («να βάζουμε τον εαυτό μας κάτω απ' την ομάδα» κ.λπ.) ηθικοπλασία. Τον τελευταίο ένα-ενάμιση χρόνο, οι ίδιοι μας έδωσαν όλους τους λόγους να 'μαστε απέναντί τους επιφυλακτικοί. Έως δύσπιστοι. Τα λόγια είναι τα εύκολα. Η πράξη μετράει.
Είδαμε, και σ' ένα βαθμό (ταξιδεύοντας μαζί τους) ζήσαμε, πνεύμα. Ταπεινότητα. Εργατικότητα. Μαχητικότητα. Μυαλά μες στο κεφάλι. Διάθεση. Αυτό δεν μπορεί να τους το πάρει, να τους το αμφισβητήσει, κανείς. Το έλεγαν, αποδείχθηκε ότι το εννοούσαν, σημασία έχει ότι το έκαναν. Το είχαμε συνηθίσει για δεδομένο, καταλήξαμε να μη το πολυεκτιμούμε, αλλ' όταν χάθηκε, το νοσταλγήσαμε. Τα υπόλοιπα εκκρεμούν «στην πορεία». Τώρα που για μια νύχτα το ξαναβρήκαμε, το πνεύμα, πλέον ζητούμενο, γίνεται η συνέπεια στη διάρκεια.
Η Ελλάδα είναι μικρή χώρα. Μικρού μεγέθους, όταν μπαίνει στη σύγκριση με τους συνήθεις υπόπτους, ομάδα. Εάν δεν έχει πνεύμα, τότε είναι αυτονόητα καταδικασμένη. Δεν μένει κάτι άλλο για να ποντάρει. Ούτε μέγκα-σταρ διαθέτει ή συλλόγους με big club feeling ή ογκώδες στίγμα στη διεθνή αγορά, ούτε προηγμένη παραγωγική διαδικασία έχει αναπτύξει.
Σήμερα, τα βασικά του ποδοσφαίρου είναι κοινοκτημοσύνη. Τα ξέρουν, και τα παίζουν, λίγο-πολύ όλοι. Τη διαφορά στ' αποτελέσματα την κάνει άλλοτε η ποιότητα και άλλοτε η βραδιά. Όταν την κάνει η ποιότητα, επιβεβαιώνεται ο ανώτερος. Όταν την κάνει η βραδιά, ελπίζει ο υποδεέστερος. Για μας, λοιπόν, πρωτεύον ήταν, είναι και εσαεί θα είναι το πνεύμα στη βραδιά.
Το ματς στη Μολδαβία μάς το πήρε το «Βουκουρέστι '98». Η γενεά του τελικού, σ' εκείνο το EURO Ελπίδων. Ο Δέλλας, ο Μπασινάς κι ο Καραγκούνης, ο Λυμπερόπουλος. Είναι γενεά που διαπαιδαγωγήθηκε από τον, κατάλληλο για το τότε και για την U-21 ηλικία, Γιάννη Κόλλια. Τώρα, οι Ελπίδες (με τα λάπτοπ παραμάσχαλα και τους ατζέντηδες στο κινητό) είναι να βλέπεις... και να κλαις.
Ο Δέλλας, ο Μπασινάς κι ο Καραγκούνης, ο Λυμπερόπουλος. Ιδίως ο Λυμπερόπουλος. Ένα άριστο παράδειγμα για τον εκκολαπτόμενο (Γιώργο) Σαμαρά. Που θέλει να έχει, όχι δεδομένη μονάχα, αλλά και... προσυμφωνημένη με τον εκλέκτορα τη θέση στην οποία θα χρησιμοποιείται (για την ακρίβεια, δεν επιθυμεί να παίζει φουνταριστός!), που θέλει σε πεδίο μάχης τύπου «Ολντ Τράφορντ» να κάνει «τσιμπητά» και λοιπές καλλιτεχνίες και, στο μεταξύ, είναι «μέσα» σ' όποιο περιοδικό κι αν ανοίξεις.
Σημειώναμε εδώ, μετά το τουρνουά Φεβρουάριο-Μάρτιο στην Κύπρο, ότι είναι πολύ καλός παίκτης. Αλλ' αυτό το βλέπαμε και στη Χέρενφεν και στη Μάντσεστερ Σίτι, δεν χρειαζόταν να μπει στην Εθνική για να το διαπιστώσουμε. Στην Εθνική κλήθηκε για ν' αποδείξει ότι είναι πολύ καλός συμπαίκτης. Τι απέδειξε; Τα ξέρει, δεν μπορεί να μη τα ξέρει ή να κρύβεται πίσω απ' το δάκτυλό του.
Ας συγκρίνει στο βίντεο τα παιγνίδια του στη Μελβούρνη και στο Μάντσεστερ με το χθεσινό (β') ημίχρονο του Λυμπερόπουλου και θα τα καταλάβει, ή κάποιος οφείλει να τον βοηθήσει να τα καταλάβει, όλα.