Η αντιστοιχία στο ποδόσφαιρο της ήττας της Εθνικής του μπάσκετ με 23 πόντους διαφορά από την Ισπανία είναι η Εθνική στο ποδόσφαιρο να είχε φτάσει στον τελικό στο Euro και να είχε χάσει με 6-0. Πιθανότατα και χειρότερα, αφού η Εθνική στην Πορτογαλία ήταν το αουτσάιντερ, ενώ στην Ιαπωνία η Εθνική κατέβαινε φαβορί. Αν όμως υπάρχει κάτι που προκαλεί θαυμασμό, είναι ο τρόπος που οι παίκτες του μπάσκετ διαχειρίστηκαν την ήττα.

Πρώτον, δεν κατέβασαν τα κεφάλια να εξαφανιστούν στα αποδυτήρια. Αμέσως μετά την ήττα, ο Μιχάλης Κακιούζης βγήκε μπροστά στην κάμερα και έφυγε μόνο όταν τελείωσαν οι ερωτήσεις. Το ίδιο έκανε κάθε παίκτης της Εθνικής. Δεύτερον, όποιος και όσο και να τους πίεσε να ακολουθήσουν τη «γραμμή» ότι ο τελικός ήταν το ματς εναντίον των Αμερικανών, κανένας δεν κρύφτηκε πίσω από την έτοιμη δικαιολογία. «Μεγάλη η νίκη επί των Αμερικανών, αλλά παίξαμε και χάσαμε στον τελικό», ήταν η θέση όλων. Τρίτον, κανένας δεν κρύφτηκε πίσω από προηγούμενες επιτυχίες. Κανένας δεν είπε: «Εμείς είμαστε αυτοί που κέρδισαν το Ευρωπαϊκό και δεν έχουμε τίποτα να αποδείξουμε». Είχαν να αποδείξουν, όπως και κάθε αθλητής που κατεβαίνει σε αγώνα έχει να αποδείξει. Οτι μπορεί να κερδίσει τον αντίπαλό του. Αυτοί που δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα είναι οι παλαίμαχοι, αφού έχουν γράψει την ιστορία τους και η ιστορία δεν αλλάζει.

Αν η Εθνική του ποδοσφαίρου είχε πάθει τέτοια νίλα, ο μόνος που θα έκανε δήλωση θα ήταν ο Ρεχάγκελ και ο έκτος αναπληρωματικός της ομάδας. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι γιατί υπάρχει τόσο αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές και τους μπασκετμπολίστες και η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Μερικοί λόγοι.

1) Παραδοσιακά οι παίκτες του μπάσκετ έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τους ποδοσφαιριστές. Για την ακρίβεια, το ποδόσφαιρο είναι περισσότερο άθλημα του χωριού, ενώ το μπάσκετ είναι άθλημα της πόλης. Ο λόγος είναι χωροτεχνικός, αφού γήπεδο του μπάσκετ μπορείς να κάνεις σε ένα άδειο οικόπεδο της πόλης, ενώ γήπεδο ποδοσφαίρου είναι αδύνατο να κατασκευαστεί σε οικοδομημένη περιοχή. Οι ποδοσφαιριστές είναι περισσότερο μιντιοφοβικοί, περισσότερο ανασφαλείς για το επίπεδο του λόγου τους και μεταφέρουν τη συντήρηση της επαρχίας.

2) Ενώ στο ποδόσφαιρο η έμπνευση του ποδοσφαιριστή καταπιέζεται από νωρίς από τους προπονητές, στο μπάσκετ ο παίκτης αφήνεται να εκφραστεί. Στο μπάσκετ οι προπονητές ψάχνουν για βιρτουόζους. Στο ποδόσφαιρο ψάχνουν για εργάτες. Ο σολίστ θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό, όπως και την άποψή του. Ο εργάτης νιώθει κομμάτι ενός συνόλου για το οποίο δεν έχει δικαίωμα να μιλάει.

3) Οι ποδοσφαιριστές μαθαίνουν από μικροί ότι οι δηλώσεις ποτέ δεν βγαίνουν σε καλό. Οι πρόεδροι τις απαγορεύουν, οι δημοσιογράφοι ψιθυρίζουν στα γραφεία ότι τα μυαλά του παίκτη πήραν αέρα και οι οπαδοί, όποτε η δήλωση έχει νόημα, λένε ότι δημιουργεί ανακατωσούρα στην ομάδα. Στο μπάσκετ πρόεδροι, δημοσιογράφοι και φίλαθλοι έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν τον παίκτη όπως κάθε άλλο άνθρωπο: με δικαίωμα στη γνώμη.

4) Στο μπάσκετ το «for the good of the game» δεν είναι άδειο σλόγκαν. Ο παίκτης ξέρει ότι χρωστάει την προβολή του στο άθλημα και επιστρέφει την υποχρέωση προβάλλοντάς το. Αντίθετα, το «χρωστάω τα πάντα στο ποδόσφαιρο» είναι μια φράση που δεν ακούγεται πια. Παλιότερα οι παίκτες το έλεγαν. Σήμερα μοιάζουν σαν να πιστεύουν ότι το ποδόσφαιρο τους χρωστάει.

5) Στο μπάσκετ οι παίκτες έχουν μάθει να μιλούν σχεδόν πάντα on the record. Στο ποδόσφαιρο μαθαίνουν ότι ο δημοσιογράφος θα γράφει ακόμα και τη γνώμη τους off the record, γράφοντας «λέγανε στα αποδυτήρια», «λέγανε στην Παιανία ή στου Ρέντη ή στους Θρακομακεδόνες». Τώρα, ποια αξία έχει μία γνώμη χωρίς πρόσωπο, του στυλ «λέγανε οι παίκτες ότι η φάση ήταν πέναλτι» εκτός από το να περνάει η γραμμή χωρίς ευθύνη, ακόμα δεν έχω κατορθώσει να καταλάβω. Αν κάποιος έχει γνώμη, πρέπει να έχει το θάρρος και να την εκφράζει. Από τη στιγμή που στην κάμερα το πρόσωπο φαίνεται, όποιος μιλάει παίρνει και την ευθύνη της γνώμης του.

6) Στο μπάσκετ δεν υπάρχουν παίκτες στους οποίους ο δημοσιογράφος πρέπει να απολογείται γιατί τους κουράζει μετά το ματς, που πρέπει να «σιδερώνει» την ερώτηση για να μη βρεθούν σε δύσκολη θέση, που πρέπει να ικανοποιεί απίθανες ανασφάλειες και φουσκωμένα «εγώ». Δεν υπάρχουν παίκτες που νιώθουν τον δημοσιογράφο υπηρέτη τους ή ψυχαναλυτή τους.

Φυσικά, όλα όσα έγραψα αφορούν τον κανόνα. Υπάρχουν ποδοσφαιριστές μορφωμένοι, έτοιμοι να πουν τη γνώμη τους, αλλά για να το κάνουν ταλαιπωρούνται. Περισσότερο από τους παίκτες φταίει η ελληνική πραγματικότητα. Γιατί οι παίκτες δεν έχουν μόνο να αντιμετωπίσουν τους παράγοντες των ομάδων που προσπαθούν να τους φιμώσουν, αλλά και τον οπαδικό Τύπο, ο οποίος στο όνομα του καλού της ομάδας δίνει βορά στους οπαδούς οποιονδήποτε ξεφεύγει από την «ορθή γραμμή». Ο παίκτης δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τους βαμμένους δημοσιογράφους της δικής του ομάδας, αλλά και των αντιπάλων, οι οποίοι είναι έτοιμοι να διαστρεβλώσουν κάθε φράση του για να σπείρουν ζιζάνια. Το βουλώνει, λοιπόν, κάνει και μια τυπική δήλωση σε περιπτώσεις ανάγκης και ησυχάζει. Δεν είναι συμπτωματικό ότι παίκτες, που όσο έπαιζαν στην Ελλάδα νομίζαμε ότι είναι μουγγοί, έγιναν άλλοι άνθρωποι με το που πήραν μεταγραφή στην Ευρώπη. Οπως και δεν είναι συμπτωματικό ότι ξαναμουγγάθηκαν με το που γύρισαν σε ελληνική ομάδα.

Η φοβία των Ελλήνων ποδοσφαιριστών να κάνουν δηλώσεις φάνηκε μετά το ματς της Εθνικής του ποδοσφαίρου στη Μολδαβία. Στην εκπομπή μετά το ματς καλεσμένοι για δηλώσεις ήταν ο Αμανατίδης και ο Καραγκούνης. Οταν ρώτησα τον Αμανατίδη αν η θέση που παίζει στην Εθνική είναι η συνηθισμένη του, ο παίκτης απάντησε ότι στην Αϊντραχτ παίζει περισσότερο στο κέντρο από όσο στην Εθνική, αλλά προέχει το καλό της ομάδας. Ο Καραγκούνης είπε ότι η ομάδα έπαιξε καλύτερα στο δεύτερο ημίχρονο και όταν ρωτήθηκε για το μέλλον του, είπε ότι είναι στενοχωρημένος για κάποια πράγματα που γράφτηκαν, αλλά δεν θέλει να μιλήσει. «Ρε, Γιώργο μου, ρε καλέ μου, ρε χρυσέ μου, πες μας τι εννοείς;». Τίποτα ο Γιώργος. Απόφοιτος της σχολής πολέμου. Καθόμαστε λοιπόν και μιλούσαμε μετά την εκπομπή σχετικά με το τι στο διάολο πείραξε τόσο πολύ την «τυπάρα». Για το ότι τον ήθελε ο Ολυμπιακός; Για το ότι ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα; Συμπέρασμα μηδέν. Τελικά, μιλώντας χθες με άνθρωπο που μιλάει με τον Καραγκούνη, αυτός μου είπε ότι κατά πάσα πιθανότητα τον πείραξε που γράφτηκε ότι ο Σάντος δεν τον υπολογίζει γι' αυτό δεν τον είχε δηλώσει με τη Ραπίντ, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι του το είχε ζητήσει ο ίδιος ώστε να μπορεί να πάρει μεταγραφή σε ομάδα που αγωνίζεται σε ευρωπαϊκό Κύπελλο. Προσέξτε. «Κατά πάσα πιθανότητα». Ακόμα και ο άνθρωπος που μιλάει με τον Καραγκούνη δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Λόγω της φοβίας του Καραγκούνη, όπως και των περισσοτέρων ποδοσφαιριστών, να βγουν και να κάνουν μια δήλωση σε ένα θέμα που, αν μη τι άλλο, τους αφορά.

Ενα ενδιαφέρον στοιχείο για τον Γιώργο Καραγκούνη είναι ότι αποφεύγει να κάνει δηλώσεις, επειδή πιστεύει ότι «δεν τα λέει καλά». Στην πραγματικότητα τα λέει μια χαρά. Απλώς έχει ένα περίεργο τικ. Οταν ακούει την ερώτησή του, χρειάζεται ένα δευτερόλεπτο να τη σκεφτεί και μετά απαντάει. Ελάττωμα; Ας μου επιτραπεί να πιστεύω διαφορετικά. Αν όλοι ακολουθούσαμε το σύστημα «τυπάρα» και αφήναμε ένα δευτερόλεπτο σιωπής πριν από την απάντηση, θα μετανιώναμε πολύ πιο σπάνια για πράγματα που έχουμε πει.

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube